Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Μία… μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία – 4) Η βάφτιση - η νανά μου η Φροσύνη.



Η μητέρα μου θυμάται Κυριακή του Θωμά, την άνοιξη του 1961 -10 Απριλίου έπεφτε το Πάσχα, άρα 17 Απριλίου-, να γίνεται η βάφτισή μου, και το σίγουρο, όπως φαίνεται κι απ’ τη φωτογραφία, στον Άγιο Νικόλαο στην Κω. Νονά μου - “νανά” μου στην ντοπιολαλιά του νησιού- η Ευφροσύνη Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδου (1911-2000), αδελφή της μητρικής γιαγιάς μου.


[Στη φωτογραφία, δίπλα μας, η Τουλή Καθεκλάκη, κόρη της πιο στενής φίλης της νονάς και γειτόνισσάς της, της Σεβαστούλας Ρεΐση, πίσω μας η εξαδέλφη και επίσης γειτόνισσά της, η Ευθαλία / Εφταλία Σταματιάδου. Από τις εν λόγω γυναίκες εν ζωή πια μόνο η Τουλή Καθεκλάκη.]

Η νονά η Φροσύνη βάφτισε εμένα και τον μικρό μου αδελφό Λάμπρο, νανά όμως την αποκαλούσαμε και οι τρεις, με κάποιο τρόπο στο σπίτι μας η λέξη νανά όριζε μια βαθμίδα συγγένειας ανάμεσα στη μαμά και τη γιαγιά και αυτό όχι δίχως σοβαρό λόγο.
Η νονά ήτανε παντρεμένη με τον Λάμπρο Δερνίκα (1888-1950), είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της, Τσακωνιάτη στην καταγωγή από πατέρα, και ο οποίος είχε καζαντίσει στη Βραζιλία, εύπορος για τα δεδομένα της εποχής και του νησιού, με ένα από τα κεντρικότερα και ωραιότερα σπίτια στην πόλη, και επίσης το μεγαλύτερο παντοπωλείο. Όταν η μικρότερη αδελφή της γιαγιάς και της νονάς, η θεία Διονυσία (1916;-1972), διορίστηκε στο χωριό της Κεφάλου δασκάλα, πρέπει στα μέσα της δεκαετίας του 1930, επί ιταλοκρατίας βέβαια, και που η διαδρομή από την πόλη της Κω ίσαμε την Κέφαλο ήταν υπολογίσιμο ταξίδι και συνήθως με μουλάρια, ο πατέρας μου τότε μικρό παιδί κι η μάνα μου βρέφος, άρα κάπου στο 1935, στην Κέφαλο δάσκαλος και διευθυντής του δημοτικού ήταν ο παππούς Αντώνης. Καλοδέχτηκε, φιλοξένησε τη νεοδιόριστη, γνωρίστηκε με τους συγγενείς της, και καθώς ανάμεσά τους ο Λάμπρος Δερνίκας ξεχώριζε για την εξωστρέφεια, την αγάπη του για την καλή παρέα και το φαγητό, και συνδέθηκε περισσότερο μαζί του ο παππούς, και όντας και καλός κυνηγός, στην πρώτη ευκαιρία τού ’στελνε πεσκέσι εκλεκτό κυνήγι.
Τα χρόνια πέρασαν, ο παππούς συμμετείχε στην Αντίσταση, αλλά και μετά την Ενσωμάτωση, στις δύσκολες συνθήκες της χώρας ύστερ’ απ’ τον εμφύλιο, πέρναγε τις ταλαιπωρίες του, και μάλιστα πάνω στα χρόνια που έμπαινε σε έξοδα για να μορφωθούν τα παιδιά του. Κατέβασε πρώτα τον μεγάλο γιο, έπειτα και τον μικρό για το (εξατάξιο) Γυμνάσιο, που ήταν ένα μόνο, και στην πόλη. Κάποτε, που έψαχνε και δυσκολευόταν να τους βρει δωμάτιο, συνάντησε τυχαία στον δρόμο τον Λάμπρο, «Τι έχεις, Αντώνη», τον ρωτάει, «κι είσαι έτσι σκασμένος;». «Να, δε βρίσκω μια κάμαρη για τους γιους μου.» «Ασυζητητί θα τους φέρεις σε μένα και τους δυο.» Εννοείται δωρεάν και όχι μόνο.
Η Φροσύνη και ο Λάμπρος ήταν άκληροι, τα δυο Νικοληδάκια πέρασαν σημαντικό μέρος της εφηβείας τους μαζί τους, οι οποίοι φρόντιζαν να μην τους λείπει τίποτε. Μόνη ανεψιά της νονάς η μάνα μου, το ειδύλλιο με τον μεγαλύτερο... επλέχθη, καταλυτικά συνέβαλε και η νονά, και ιδίως βοήθησε να συντηρηθεί στα χρόνια που ο μπαμπάς έλειπε στην Αθήνα για τις σπουδές του, η οποία νονά εντωμεταξύ είχε χηρέψει -ο θείος Λάμπρος απεβίωσε από έμφραγμα, μάλλον απ' το πολύ ζάχαρο, σε ηλικία 62 χρόνων, το 1950. Εύλογα, λοιπόν, και με τα χρόνια, η θέση της γυναίκας αυτής δεν ήταν μόνο της θείας στο σπιτικό μας. Ας πούμε πως η δική μας οικογένεια υπήρξε, και τους το αναγνώριζε, και προϊόν της γενναιοδωρίας εκείνων των θείων.
Ο παππούς ο Αντώνης δεν παρέλειπε να μου θυμίζει, «Την αγάπη σου που αναλογεί σε μένα και τη γιαγιά σου (τη γυναίκα του Καλλιόπη) να τη δίνεις διπλή και τριπλή στη Φροσύνη», κι απ’ την ευγνωμοσύνη του δάκρυζε. Στην τρίτη εγκυμοσύνη της μαμάς, ο μπαμπάς που δε βαστιόταν πια για την κόρη, με έτοιμα και τα κοριτσίστικα μωρουδιακά, δε θα της έδινε το όνομα της μάνας ή της πεθεράς του, θα τη βαφτίζαμε Φροσύνη, κι όταν τελικά είδε κι απόειδε που τριτώσαμε οι γιοι, «ανέστησε» τον κοντινότερο σ’ εκείνην, δηλαδή τον θείο Λάμπρο.
Τα φοιτητικά καλοκαίρια, και από τον Ιούλιο του 1987 που επέστρεψα οριστικά στο νησί, αν εξαιρεθούν λίγοι μήνες που έλειψα φαντάρος στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων της Κορίνθου και στο Καρλόβασι της Σάμου, έως τον Αύγουστο του 1994 που μετακόμισα στο δικό μου σπίτι (σε χτήμα που μου κληροδότησε εκείνη) για περίπου επτά χρόνια έμενα μαζί της, στο σπίτι της, γωνία Ιπποκράτους και Αλεξίου Ζερβάνου.
Η νονά απεβίωσε στις οκτώ το βράδυ την Παρασκευή 2 Ιουνίου του 2000. Στην ταυτότητά της φερόταν γεννημένη στις 11 Μαΐου του 1911, η ίδια ισχυριζόταν ότι γεννήθηκε το 1912, εντούτοις, και παρά τη μεταθανάτια αδιακρισία και που τόσο δεν της ταιριάζει, να προσθέσω υπάρχει κι ένας ψίθυρος στην οικογένεια ότι το 1928, όταν τυπώθηκαν οι επίσημες πρώτες ταυτότητες, επί Ιταλών, όπως πολύς κόσμος ιδίως τα κορίτσια τους, μία θεία τους ικανή φρόντισε να δηλώσει για τις ανεψιές της χρονολογίες γέννησης, της πρωτοκόρης και γιαγιάς μου αντί το 1907 το 1909, και της νονάς αντί το 1909 το 1911. Απεβίωσε, λοιπόν, ετών 88 κατά την ίδια, 89 επισήμως, δεν αποκλείεται όμως και 91.
Η εξόδιος έγινε την επομένη στις 11.00 στην Αγία Παρασκευή, εκεί όπου εκκλησιαζόταν, και τη θάψαμε στο παλιό κοιμητήρι, στον τάφο που εκείνη έφτιαξε για τον Λάμπρο Δέρνικα, και που μέλλεται να είναι ο οικογενειακός μας.
Η νανά μου η Φροσύνη (μια νύξη μόνο έκανα εδώ) ήταν ευγενής, με αρχοντιά που θα ζήλευαν αστοί μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων.
Τη βλέπω πολύ συχνά στον ύπνο μου, ολοζώντανη.     

     
[Λάμπρος και Ευφροσύνη Δερνίκα (στο κάτω μέρος λεπτομέρεια εγγράφου με την υπογραφή του Λ. Δ.) -σύνθεση από τον αδελφό μου Λάμπρο Νικολή.]


[Και ειδικότερα στη λεπτομέρεια / κατακλείδα του εγγράφου -πλαγιαστά καλλιγραφικά, ο γραφικός χαρακτήρας του θείου Λάμπρου: Ἐν Κῷ τῇ 21ῃ Αὐγούστου τοῦ 1929 (το χαρτόσημο αξίας LIRE UNA –το έγγραφο επί ιταλοκρατίας) Λάμπρος Γ. (εωργίου) Δερνίνας.]