Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: "...τι κούφια λόγια ήτανε αυτές η βασιλείες."



ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ

Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.

Ο Αλέξανδρος -τον είπαν βασιλέα
της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος -τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ' άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτό τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Αλεξανδρινοί έννοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κ' εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών),
κ' οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ' ενθουσιάζονταν, κ' επευφημούσαν
ελληνικά, κ' αιγυπτιακά, και ποιοί και εβραίικα,
γοητευμένοι με τ' ωραίο θέαμα -
μ' όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήτανε αυτές η βασιλείες.

[Οι "Αλεξανδρινοί Βασιλείς", κατά την κλασική έκδοση του ΙΚΑΡΟΥ, δημοσιεύτηκε το 1912. Οι νίκες στους Βαλκανικούς δικαίωναν πια τόσο τη Μεγάλη Ιδέα, που η ειρωνεία για τις ...βασιλείες και τις λοιπές δόξες από τον Καβάφη θα έμοιαζε -και στους ελάχιστους που τότε παρακολουθούσαν το έργο του ποιητή- μάλλον άτοπη, ακόμα και κακόβουλη. (Να θυμίσω, τη Μεγάλη Ιδέα, το να λυτρωθεί σύμπαν το έθνος ανασυστήνοντας μάλιστα τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την επέβαλε στο δημόσιο βίο, μετά την Εθνοσυνέλευση του 1844, ο Ιωάννης Κωλέττης, ο ίδιος επίσης που εισήγαγε αλλά και με ζήλο εδραίωσε τη νεοελληνική κρατική διαφθορά, το ρουσφέτι, την πελατειοκρατία κ.τ.ό.) Βεβαίως, δέκα χρόνια αργότερα, το 1922, είχε σειρά η μικρασιατική καταστροφή, πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και περί το ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες...]

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Τα φαγιούμ και οι ψαλμοί.

Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον,
καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ,
λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς,
φωτοδότα,
καὶ σῶσόν με.
(Από τον εσπερινό της Κυριακής των Βαΐων.)

[Πάντοτε σώζει την ποιητική ρητορική ο λανθάνων, ο μη συνειδητός (;), ερωτισμός. Τότε, τα κύρια λογοτεχνικά σχήματα -εδώ η μεταφορά- γίνονται δραστικότερα, αλλά και μειώνονται τα διακοσμητικά: φωτοδότα και η μετοχή κεκοσμημένον τα μόνα επίθετα, και αν συγκρίνουμε με συνήθεις ψαλμούς, θα λέγαμε ότι περιορίζεται και η λεξιθηρία.
Αξίζει με μια μικρή σύνοψη να παρακολουθήσει κανείς τους εσπερινούς της Μεγάλης Εβδομάδος, αν όχι για άλλο λόγο, μόνο για να αντιληφθεί πόσο ρητορική / στατική, πόσο κατώτερη τελικά από τη μεσαιωνική / βυζαντική, με την οποία υποτίθεται ότι διαλέγεται από θέση ισχύος, είναι εκτός από πολύ λίγες εξαιρέσεις η νεοελληνική ποιητική παραγωγή.
Την ίδια αίσθηση, του αναλογικά λιγότερου, που είχα πρόσφατα, όταν μετά την έκθεση Τσαρούχη στο Μουσείο Μπενάκη ξεφύλλιζα ένα άλμπουμ με τα ελληνιστικά φαγιούμ...]

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Isaac Bashevis Singer: Ο λογοκλόπος και άλλα διηγήματα.

Δεκαέξι διηγήματα περιέχει η παλιά αυτή συλλογή. Παρούσες κι εδώ όλες οι αρετές του Σίνγκερ: συναρπαστικός, κατ' επίφαση μόνο ηθογραφικός, του αρκούν μια - δυο προτάσεις από την πρώτη παράγραφο κιόλας και ιλιγγιωδώς κατεβάζει σε βάθη που κόβουν την ανάσα, με στιγμές χιούμορ στο κοκτέιλ της ειρωνείας και της γλαφυρότητας, το χαρακτηριστικά -νομίζω- εβραϊκό, τυπικά για να αφηγηθεί ιστορίες Πολωνοεβραίων πριν ή μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ουσιαστικά για να εξιστορήσει την πέρα από τις όποιες ειδικές συνθήκες ανθρώπινη περιπέτεια, με λίγα λόγια ο συγγραφέας που οικονομεί στέρεη, άρτια, μεγάλη λογοτεχνία.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Εδώ νησάκια χάνονται...

Το νησάκι Νιου Μουρ που εδώ και 30 χρόνια αποτελούσε αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα στην Ινδία και το Μπαγκλαντές, τελικά έδωσε μόνο του λύση στην έριδα: εξαφανίστηκε στα νερά του Κόλπου της Βεγγάλης, λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας.
«Αυτό που δεν κατάφεραν να πετύχουν οι δύο χώρες έπειτα από χρόνια διαλόγου τελικά επιλύθηκε από την κλιματική αλλαγή» σχολίασε ο Σουγκάτα Χάζρα, καθηγητής Ωκεανογραφίας στο Πανεπιστήμιο Τζανταβπούρ της Καλκούτας.

Το Νιου Μουρ, ένα από τα πολλά του νησιωτικού συμπλέγματος Σούντερμπαν, έχει πλέον βυθιστεί εντελώς όπως επιβεβαιώνουν οι δορυφορικές φωτογραφίες και οι περιπολίες του λιμενικού, εξήγησε ο ερευνητής. Μόνο οι κορυφές μερικών δέντρων διακρίνονται να εξέχουν από το νερό.

(Από τα ΝΕΑ, 24 Μαρτίου 2010.)

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΘΟΥΣΑΛΑ.

Isaac Bashevis Singer
Δεν είναι πολύς καιρός, που φίλος, ειλικρινής φιλαναγνώστης, με παρακάλεσε να διαβάσω "αυτόν τον παράξενο Εβραίο, τον Σίνγκερ", να του εξηγούσα ίσως τι -κατά τη γνώμη μου- του συνέβη και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τα βιβλία του. Πώς και ένας κόσμος κατά βάσιν μη οικείος στη νεοελληνική τωρινή εμπειρία, τον απορροφούσε τόσο.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Κριτικές / Το Σκοτεινό Νησί

Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010


Η προσωπική μας «σπηλιά»

Από τον Παναγιώτη Νούτσο

Αντώνης Νικολής
Το σκοτεινό νησί
Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2008, σ. 172

1. Εισαγωγή: Η γείωση του νόστου

Ο Αντώνης Νικολής, ύστερα από μία ευδόκιμη θητεία ως συγγραφέας της θεατρικής σκηνής, προσέρχεται στο πεδίο της πεζογραφίας. Ακριβέστερα, το παρόν βιβλίο αποτελεί μία εκτενή νουβέλα που μεταγράφει το ομώνυμο θεατρικό έργο τού 2001.
Σε κάθε, σχεδόν, κείμενο του Νικολή υπονοείται το νησί όπου ο ίδιος μεγάλωσε κι έζησε τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια ή στο οποίο ζει μεγάλα χρονικά διαστήματα ανά έτος. Γι' αυτό οποιαδήποτε προϊδέαση, ιδίως τώρα στο Σκοτεινό νησί, είναι μάλλον απαραίτητη ως αναφορά στην Κω των δεκαετιών του '60 και του '70. Αλλωστε, η ίδια βεβαιότητα ότι «θα πάμε και φέτος στην Κω» δύο φορές ενυπάρχει και στο Σπίτι φεύγει (Αθήνα 2002, 55, 69). Πρόκειται για ένα διαρκές συγκριτικό πεδίο, ζώντας «νοερά» κάθε φορά στο νησί όπου συνυπήρχαν «πολλοί κόσμοι σε μία συλλαβή» (βλ. Μ. Χατζηγιακουμή-Π. Νούτσος, Η Κως στη λογοτεχνία, Αθήνα 2008, σ. 274-274). Ο Νικολής, επιπλέον, ως συντοπίτης του Ιπποκράτη, είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει νωρίς τον περίβολο της Ιατρικής και να σταθεί ως δόκιμος του λογοτεχνικού λόγου σε ένα πλαίσιο βιοηθικής, που με τη σειρά του συνοψίζεται στον πρώτο ιπποκρατικό αφορισμό:
«Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρά».

2. Για το σημαίνον

Τα μορφικά γνωρίσματα του κειμένου δένουν απρόσκοπτα με το περιεχόμενό του και γι' αυτό συμπορεύονται. Δηλαδή, η αβίαστη θεατρική διαλογικότητα, οι κοφτές προτάσεις που συγκρατούν κοφτερό σημαινόμενο, τα υπομειδιάματα που εκπέμπουν ειρωνικό τόνο, ο εμποτισμός στην καθημερινότητα και τον τρέχοντα λόγο χωρίς πυλωρό και ιδίως η αλληγορική και η μεταφορική περιένδυση της ροής του κειμένου.
Τόσο η ειρωνεία όσο και η μεταφορά λειτουργούν ως κύριοι αγωγοί της αφήγησης.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Hermann Broch: Οι Υπνοβάτες ΙΙ, 1903, ΕΣ ή Η ΑΝΑΡΧΙΑ.

Στο δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας "Οι Υπνοβάτες", ο Μπροχ μετακινεί την αφήγησή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα, από το 1888 στο 1903, και παρακολουθεί τα βήματα ενός τριαντάχρονου λογιστή, του Αύγουστου Ες. Παρόλο που δεν κοινωνιολογεί, ως ένα βαθμό καταγράφει τον αναδυόμενο και ανασφαλή κόσμο των μικροαστών της κεντρικής Ευρώπης, την αδυναμία του γενικότερου προσανατολισμού και τη συγκεχυμένη ταυτότητα των εν λόγω στρωμάτων του πληθυσμού.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

HERMANN BROCH: Οι Υπνοβάτες Ι, 1888, ΠΑΣΕΝΟΒ ή Ο ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ.



Ο Χέρμαν Μπροχ, γεννημένος στη Βιέννη το 1886, εβραϊκής καταγωγής, εργάζεται μέχρι τα σαράντα του σχεδόν στο υφαντουργείο του πατέρα του, όταν το 1925 αποφασίζει να σπουδάσει μαθηματικά, φιλοσοφία και ψυχολογία. "Οι Υπνοβάτες" είναι η μυθιστορηματική τριλογία, με την οποία πρωτοεμφανίζεται (εκδίδεται το 1932) και η οποία συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες κατακτήσεις της σύγχρονης λογοτεχνίας. Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τους ναζί, ο Μπροχ συλλαμβάνεται από την γκεστάπο, για να αποφυλακιστεί με τις ενέργειες φίλων του, ιδίως του Τζόυς. Στην Αμερική θα ολοκληρώσει το μεγαλύτερο έργο του, "Το Θάνατο του Βιργιλίου". Πεθαίνει το 1951 στο Νιου Χέηβεν.

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

ROBERT MUSIL: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ χωρίς ιδιότητες.

(Τόμοι Ι και ΙΙ, αντίστοιχα 792 και 769 σελίδες, μετάφραση Τούλα Σιετή, εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, 1992.)
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζουμε σποραδικά και λίγο, που μένουν στοιβαγμένα για καιρό στο κομοδίνο μας. Ο Προυστ, ο Τζόυς, ο Μούζιλ, ο Μπροχ, ο Πεσσόα κ.ά. Αλλόκοτη, δυνατή, γοητευτική αφήγηση -και άλλα, κάθε φορά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά-, βεβαίως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιστρέφουμε στις ρηξικέλευθες, -από επιλογή- μοναχικές μεγαλοφυΐες του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Αν και πρωταρχική αρετή της αφήγησης στην επική ή τη δραματική ποίηση ή στην πεζογραφία ανέκαθεν θεωρείται η προοικονομία / το σασπένς, οι δημιουργοί αυτοί, διερευνούν στα όρια της λογοτεχνίας και άλλα, ιδίως όμως τη χειραφέτηση της αφήγησης από την ανέλιξη της πλοκής. Μετατοπίζουν το κέντρο από το τι στο πώς, με ποια υλικά, το αφηγούμαστε. Είναι παραπάνω από σίγουρο ότι οι ίδιοι βιώνουν ελευθερία και καθαρή δημιουργική απόλαυση, πολύ συχνά εξάλλου αδιαφορούν ακόμα και για τον τελικό τους προορισμό, αφήνοντας πίσω τους έργα ανολοκλήρωτα, περίπου σαν ανοιχτές διόδους προς τα εργαστήριά τους. Γιατί -ας μου επιτραπεί- αυτό κυρίως κληροδοτούν οι εν λόγω (ίσως και συνολικότερα η νεωτερικότητα): τολμηρά διαβήματα ελευθερίας και ενίοτε επισκέψιμα πολύ πλούσια (σε εργαλεία, τεχνικές και μυστικά) εργαστήρια.
Υπ' αυτήν την έννοια, λοιπόν, έργα που απαιτούν από τον αναγνώστη τους ή την ωριμότητα της λογοτεχνικής κατάρτισης ή το ειδικό ενδιαφέρον του τεχνίτη ή του ερευνητή. Ή ίσως και τα δυο. Αν συνυπολογιστεί μάλιστα και μια ισχυρή τάση φυγής, ας πούμε από το ζόρι των καιρών (να ζεις σε μια γλώσσα κι έναν τόπο, όπου από τον πολύ λαϊκισμό είναι αδύνατον πια να αρθρωθεί το στοιχειώδες), τι άλλο από το να καταφύγεις ικέτης στην ελευθερία (την εσωτερική) εκείνων των ανθρώπων.
Το "Ο Άνθρ. χ. ιδ." είναι το έργο ζωής του Μούζιλ. Αρχίζει να το γράφει το 1919, στα 39 του, και όσο ζει δε θα προλάβει να το ολοκληρώσει. Τελευταία σημείωσή του, τη μέρα του θανάτου του, 15 Απριλίου 1942.

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Τῇ ἐμῇ Πιπίτσῃ / στην Πιπίτσα μου.

Παλαιός και σπουδαίος πανεπιστημιακός, όταν ακόμα τα συγγράμματα γράφονταν "με την οικονομία και την ακρίβεια" της αρχαΐζουσας, αφιερώνει το πόνημά του στην καλή του σύντροφο, την Πιπίτσα.
Τῇ ἐμῇ Πιπίτσῃ. (Με υπογεγραμμένες και οι τρεις δοτικές, οι δύο πρώτες με περισπωμένη.)
Στην Πιπίτσα μου.
Ένα πρώτο γελάκι, ναι.
Αλλά είναι και ένα αισθηματικό χνάρι, η χροιά μιας οικείας προσφώνησης: ο κύριος καθηγητής, ο οποίος, κλείνοντας πίσω του την εξώπορτα, πριν κρεμάσει καπέλο και πανωφόρι στον καλόγηρο, θα φωνάξει ένα ήσυχο "Πιπίτσα μου", για να τον ακούσει εκείνη από τα εσωτερικά δωμάτια, να του απαντήσει εξίσου καθησυχαστική, "ήρθες;".

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Ευχές.

Τι άλλο;
Μακάρι ν' αρχίσει να μειώνεται ο λαϊκισμός (πολιτικών, δημοσιογράφων, καλλιτεχνών, επιστημόνων).
Είναι ο μόνος τρόπος -τέρμα τα λογής ψέματα- για ν' αρχίσουν να μειώνονται ελλείμματα και χρέη.
Καλό κουράγιο να φωνάζουμε ο ένας στον άλλο, και για το δρόμο, για ...αλεξίλυπο, να πάρουμε μαζί μας πολλή και καλή λογοτεχνία.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Ο δυσανάλογος πλούτος.

Ελληνιστής από τις χώρες τις πρόσφατα ενταγμένες στην Ε.Ε., προσκεκλημένος από συναδέλφους του Έλληνες πανεπιστημιακούς, περιηγείται τις διάφορες αρχαιότητες εντός και εκτός Αττικής, άρα μέσ' απ' τα τζάμια του αυτοκινήτου που τον μετακινεί έχει όλη την άνεση να περιεργαστεί ύπαιθρο, οικισμούς, χωριά, κωμοπόλεις, πόλεις, τις εικόνες-μνημεία του σύγχρονου νεοελληνικού κόσμου, για να μην πω βίου: το ασφυκτικό από την έλλειψη δημόσιου χώρου αστικό τοπίο, το σχεδόν άναρχα δομημένο, τα κτίσματα, τα ιδιωτικά αλλά και τα δημόσια, να αμιλλώνται σε νεοπλουτισμό και σε επιθετική ασχήμια.
Στις αρχαιότητες ο ελληνιστής προσηλώνεται εκστατικός, στις ενδιάμεσες διαδρομές σουφρώνει τα βλέφαρα όπως κάποιος δίχως γυαλιά στο δυνατό ήλιο του μεσημεριού.
Όταν την τελευταία μέρα τού ζητιέται να εκφράσει τις εντυπώσεις του, ο άνθρωπος, καλλιεργημένος και ευγενής και άλλωστε καταδικασμένος ισοβίως, ως ελληνιστής, να αγαπά την Ελλάδα, λέει και ξαναλέει, κάπως κουρασμένα βέβαια, τις κοινότοπες αβρότητες, για την Ελλάδα - τον κόσμο του φωτός, για το έξοχο, το πολυποίκιλο φυσικό τοπίο, όμως από τους ακροατές του δε διαφεύγει κι ένα άηχο "αλλά" στην άκρη κάθε του φράσης, τον ρωτούν, επιμένουν, εκείνος ωστόσο τους απαντάει με υπεκφυγές, σχεδόν τους πείθει ότι διατελεί συγκινημένος και μαγεμένος εξίσου από την αρχαία όσο και από τη σύγχρονη Ελλάδα.
Μόνο κάποια στιγμή, ζαρωμένο και συνοφρυωμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, θα τον ακούσουν να μουρμουρίζει την απορία του:
"Τόσος πολύς πλούτος σε τόσο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο..."

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΟΥΖΙΛ: Ο νεαρός Τέρλες.


Ο νεαρός Τέρλες είναι το πρώτο βιβλίο του μεγάλου Αυστριακού συγγραφέα, του Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942). Το κυκλοφορεί στα 26 του, το 1906, και ήδη περιέχει εν σπέρματι το ώριμο και τελευταίο του, το "Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες". Γι' αυτόν που δεν έχει διαβάσει Μούζιλ, ο Τέρλες είναι ο προσιτός, ένας φιλόξενος χώρος υποδοχής.
Η γραφή του Μούζιλ μού θυμίζει πίνακες του συμπατριώτη και περίπου σύγχρονού του, του Egon Schiele (1890-1918). Και ειδικά στον Τέρλες, σκεφτόμουν συχνά τη ζοφερή αφύπνιση της εφηβείας στο θεατρικό "Το ξύπνημα της Άνοιξης" του (Γερμανού) Φρανκ Βέντεκιντ (1864-1918). Πρώιμος, αλλά και εκεί δυνατός εξπρεσιονισμός.

Μην του κατεβάζετε το βρακί.

Αιφνιδίως κάτι πάθαν όλοι κι αρχίσαν να ξεβρακώνουν το "πόσο" στο "πόσο μάλλον". Το γράφουν πλέον: πόσω.
Συγχωρήστε μου την αρμοδιότητα, την ιδιότητά μου του κλασικού φιλολόγου εννοώ.
Στην κλασική αττική υπάρχει η δοτική του ποσού (του μέτρου ή της διαφοράς). Με την εν λόγω δοτική συντάσσονται λέξεις με παραθετική σημασία, κυρίως επίθετα ή επιρρήματα στο συγκριτικό βαθμό. Π.χ.: Τοσούτω ήδιον ζω, όσω πλείω κέκτημαι. (Τόσο πιο ευχάριστα ζω, όσο περισσότερα αποκτώ.) Πολλώ κρείττον εστιν εμφανής φίλος ή χρυσός αφανής. (Πολύ καλύτερος ο φανερός φίλος από το κρυφό χρυσάφι.)
Αργότερα τη δοτική του ποσού υποκατέστησε η αιτιατική του ποσού ή το ποσοτικό επίρρημα, π.χ.: πολύ, ολίγον, πλέον, όσον. Έτσι και στην ομιλουμένη σήμερα: Πολύ / λίγο χειρότερα ή καλύτερα, είναι λίγο πιο ψηλός από μένα, κ.τ.ό.. Όλο το ζήτημα είναι η φράση - αρχαϊκό κατάλοιπο: πολλώ μάλλον (πολύ περισσότερο), που βέβαια είναι δοτική, δεν μπορεί παρά να γράφεται με ωμέγα. Αλλά το πόσο μάλλον, γιατί; Να γράφουμε μήπως και πόσω περισσότερο; Και (ο)λίγω καλύτερα; Και όσω πιο αγράμματος ο Νεοέλληνας τόσω περισσότερο και γλωσσαμύντορας;
Θυμάμαι, κάποια στιγμή, τηλεοπτικός αστήρ της δημοσιογραφίας, πάνε χρόνια, εκστομίζει το "εις επίρρωσιν". Λέω, αμάν, τώρα τη βάψαμε. Δε θα περάσει έτος και θα καταντήσει τσίχλα η επίρρωσις. Ποιο έτος; Ούτε μήνας κι άλλο από το "εις επίρρωσιν" δεν άκουγες. Τόσα χρόνια, κι ακόμα να ξεθυμάνει.

Ο Αδαμάντιος Πεπελάσης.

Είπε ο σπουδαίος αυτός Έλληνας, ο Αδαμάντιος Πεπελάσης, σε συνέντευξή του σε εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης ("Στα άκρα"):
"Το μόνο πράγμα που εκσυγχρονίζεται σταθερά στην Ελλάδα είναι ο λαϊκισμός."

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Ο καημός της δημοφιλίας.

Από το πρωτοσέλιδο του βραζιλιάνικου "O Globo", Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009:
Σε γηροκομείο στη Βραζιλία. Μία ενενηνταοκτάχρονη (98) τρόφιμος σκότωσε μία συνάδελφό της, εκατοντάχρονη (100). Ο λόγος; Η εκατοντάχρονη δεχόταν περισσότερες επισκέψεις.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

GUSTAVE FLAUBERT: Μπουβάρ και Πεκυσέ.



Από τα έργα του, μόνο το "Μπουβάρ και Πεκυσέ" είχα αφήσει τσαλακωμένο κάπου στη μέση, πρέπει λίγο πριν από το '90. Πρώτα τη Σαλαμπώ, έπειτα τη Μαντάμ Μποβαρύ, τα Τρία Διηγήματα, την Αισθηματική Αγωγή (μ' αυτήν άντεξα το κέντρο νεοσυλλέκτων, και ολόκληρα κομμάτια της μου ανακαλούν σκοπιές στο στρατόπεδο και σ' ένα φυλάκιο έξω από την Κόρινθο, δε θυμάμαι πού ακριβώς), τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου, προτελευταίο. Για το "Μπ. και Πε." δεν είχα την ηλικία ή την ωριμότητα (αυτού που μπορεί να διαβεί το κατώφλι ενός τόσο απαιτητικού εργαστηρίου). Όμως, ένα - ένα, με τη σειρά.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Οι Deolinda.

Σημείωνα σε ανάρτηση του Σεπτεμβρίου ότι φέτος στη Λισαβόνα ανάμεσα σε άλλους άκουσα και είδα, στο φεστιβάλ του Delta Tejo, τους Deolinda, γκρουπ, με την έξοχη Ana Bacalhau στα φωνητικά, μία πολύ γοητευτική σύγχρονη εκδοχή του fado. Ένα cd έχουν κυκλοφορήσει, το πρώτο τους, το "Cancao ao lado", και γι' αυτό διάβασα προχτές (στην Publico της Τετάρτης) ότι οι βρετανικοί Sunday Times το κατέταξαν τρίτο καλύτερο του κόσμου στην κατηγορία world music. Αν δεν ήμουν ανάμεσα σε πολλές εκατοντάδες όρθιους να παραληρούν, νεαρόκοσμο, αν μόνο τούς είχα ακούσει, θα νόμιζα ότι απευθύνονταν ή ότι θα ικανοποιούσαν πολύ λίγους και μυημένους.

Είναι κοινωνίες όπου ανθεί η τέχνη, όχι μόνο η μίμησή της.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Τα θεωρικά, ο Λυκούργος και οι... αποδομιστές.

Μετά το τέλος του 5ου αιώνα (τον Πελοποννησιακό και την ήττα από τους Σπαρτιάτες) η Αθήνα σταδιακά παρακμάζει και ως οικονομία και ως πολιτεία και ως πνευματικό κέντρο. Ο λαϊκισμός (ο νόμος των θεωρικών, που τον ξέρουμε μόνο για την πιο αθώα ρήτρα του), οι πολιτικάντηδες, η Αγορά που είναι περισσότερο σημείο μαφιόζικης συναλλαγής περί τα δημόσια συμφέροντα και κυριότατα το χρήμα, -στον ομώνυμο λόγο του Λυσία, φέρ' ειπείν, ο Αδύνατος ισχυρίζεται ότι είναι έντιμος πολίτης, απόδειξη ότι δε συμμετέχει στα κοινά. (Τραγική φιγούρα του 4ου αιώνα, ο νοσταλγός της παλιάς Αθήνας Δημοσθένης.) Μόνο στο τρίτο τέταρτό του, από το 338 ως το 326 π.Χ., σαν μια μικρή και έσχατη αναλαμπή, σημειώνεται η περίοδος της χρηστής διαχείρισης των οικονομικών και εν γένει των δημοσίων πραγμάτων από τον Λυκούργο.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Στην Αλεξάνδρεια του Αγίου Αντωνίου. Από τον GUSTAVE FLAUBERT.



"...Αγκαλιάζει με μια ματιά τα δύο λιμάνια (το Μεγάλο Λιμάνι και την Εύνοστο), κυκλικά σαν τσίρκα και χωρισμένα από ένα μώλο, που ενώνει την Αλεξάνδρεια με τ' απόκρημνο νησάκι, που απάνω του είναι σκαρφαλωμένος ο πύργος του Φάρου τετράγωνος, πεντακόσιες πήχες ψηλός, μ' εννιά πατώματα και μ' ένα σωρό μαύρα κάρβουνα στην κορφή του, που καπνίζουνε. Στα μεγάλα λιμάνια είναι ανοιγμένες μικρές πορτούλες. Ο μώλος σε κάθε άκρη τελειώνει σ' ένα μικρό σπιτάκι πάνω σε μαρμαρένιες κολόνες βυθισμένες στη θάλασσα. Από κάτω περνούν πανιά και βάρκες βαριές, που ξεφορτώνουν πραμάτειες, θαλαμηγοί με στολίδια από φίλντισι, κυρτές βάρκες σκεπασμένες με σκιάδια, τριήρεις και διήρεις, κάθε είδος πλεούμενα ανεβοκατεβαίνουν ή είναι αραγμένα στην προκυμαία.