Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Η Οδός Φοινίκων.




Η Οδός Φοινίκων.

Η Οδός Φοινίκων είναι η αρχοντιά μας.
Δεν ξέρω αν βρίσκονται ακόμα στη ζωή συμπατριώτες μας που θυμούνται την πόλη δίχως το χαρακτηριστικότερο και ομορφότερο δρόμο της, νομίζω την πιο εμπνευσμένη από τις αισθητικές παρεμβάσεις των Ιταλών στο τοπίο της.
Δε σας κρύβω ότι απευθύνομαι περισσότερο στο θυμικό σας. Το ένα μετά το άλλο τα ογδοντάχρονα δέντρα χτυπημένα από το σκαθάρι, ξεραίνονται, ξεριζώνονται. Πρέπει να στενοχωρηθούμε, να δράσουμε.
Θυμάμαι αρχές του ’80 να περπατώ στην Ερμούπολη και να σκέφτομαι, ωραία πόλη αλλά εδώ οι φοίνικες, και εννοούσα τις βαγιές, είναι καχεκτικοί. Αλλά κι εκτός Ελλάδος, όταν επιστράτευα την περηφάνια για την πόλη μας, έλεγα «ναι, αλλά εμείς έχουμε την Οδό Φοινίκων». Σε μεγάλο καύσωνα του 1987 η Ελευθεροτυπία, δίχως να την κατονομάζει, εικονογραφούσε μ’ αυτήν τη φυγή σ’ ένα δροσερό ωραιότερο κόσμο. Όταν βρέθηκα μπροστά σε μια από τις πανοραμικές ομορφότερες εικόνες πόλης της ζωής μου, στην Αλφάμα της Λισαβόνας, ρούφηξε τη ματιά μου στο κέντρο της ένας φοίνικας. Στο ομώνυμο θεατρικό μου ακουγόταν το «Όπου φοίνικας και πατρίς», η Κως δηλαδή.
Γράφω φορτισμένος, βέβαια. Δεν αντέχω να περνάω από κει, δε σηκώνω πια το κεφάλι.
Δεν είμαι γεωπόνος. Γνώριζα από πολλά χρόνια το πρόβλημα, ενημερωμένος από το οικολογικά ευαίσθητο blog του Νίκου Κασέρη, όταν το περίμεναν, δεν είχε εντοπιστεί ακόμα το σκαθάρι στη Ρόδο, ωστόσο δεν είμαι ειδικός γνώστης. Ακουγόταν παλιά ότι προσβάλλει αδιακρίτως όλα τα φοινικοειδή. Μέχρι στιγμής, όμως, για παράδειγμα, δεν υπάρχει κρούσμα στις ουασινκτόνιες, δεν μπορεί τα σκαθάρια να είναι συνεννοημένα μεταξύ τους πρώτα να ξεπαστρέψουν τις βαγιές κι ύστερα να πάρουν σβάρνα τα υπόλοιπα είδη. Θέτω, εμπάση περιπτώσει, το ερώτημα: υπάρχουν είδη φοινίκων που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τις βαγιές της Οδού; Λέγεται επίσης ότι στο Ισραήλ κατάφεραν να μη χαθεί ούτε ρίζα. Αληθεύει αυτό;
Είμαστε μία κοινωνία τριάντα χιλιάδων ανθρώπων. Δεν επιτρέπεται να παρακολουθούμε μοιρολατρικά ένα τοσοδά έντομο να καταστρέφει το χαρακτήρα της πόλης μας. Να στείλουμε ανθρώπους επιτόπου στο Ισραήλ ή όπου αλλού. Να εισαγάγουμε έτοιμα αναπτυγμένα δέντρα άλλου παρεμφερούς φοινικοειδούς, αν υπάρχει που δεν προσβάλλεται. Όποιο κι αν είναι το κόστος, πρέπει να το καταβάλουμε.
Μου έλεγε ο Γιάννης Κασιώτης για κείνο το βλαχαδερό της χούντας που είχε βάλει στο μάτι τον πελώριο φίκο στο αλσύλλιο απέναντι από το Ξενία, είχε βγάλει διαταγή να το ξεριζώσουν, και τότε, (τόσα χρόνια πριν από τους Ατενίστας, και επί δικτατορίας!) ο ένας τον άλλο παρακινώντας μαζεύτηκε κόσμος, κύκλωσαν το δέντρο και κατάφεραν να το σώσουν. Την ιστορία αυτή την έχω όταν μιλάω σε ξένους για μας τους Κώους, για να υπερηφανεύομαι.    
Η Κως είναι τουριστικός τόπος, οτιδήποτε της χαρίζει ιδιαιτερότητα, χαρακτήρα, επωνυμία, πρέπει να το διαφυλάσσουμε πάση θυσία.
Δεν μπορεί να μην υπάρχει λύση. Την Οδό Φοινίκων πρέπει να τη σώσουμε. Είναι η αρχοντιά μας. 

[Δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κω, Τρίτη 19 φεβρουαρίου 2013.]

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Σαπφώ: δύο δίστιχα.




 Ἔρος δ’ ἐτίναξέ μοι
φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.

Ο έρωτας μου τίναξε τις φρένες
σαν ο άνεμος λυγώντας τις βελανιδιές στις πλαγιές.
 

Ἦλθες, κάλ’ ἐπόησας, ἔγω δέ σ’ ἐμαιόμαν,
ἂν δ’ ἔψυξας ἔμαν φρένα καιομέναν πόθῳ.

Ήρθες, τι καλά που έκανες, πόσο σε λαχταρούσα
δροσιά στην ψυχή μου που την έκαιγε ο πόθος.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Ο αρχετυπικός τηλεοπτικός καναπές μας.


Athens Voice, 18/02/2013, city news + voices >>
 
Ο αρχετυπικός τηλεοπτικός καναπές μας
Εκείνα τα χρόνια με τα τηλεοπτικά ριάλιτι είχα κάνει μία μικρή παρατήρηση. Παρακολουθώντας σκηνές από ένα-δυο ξένα σχετικά προγράμματα, με εντυπωσίασε ότι εκεί οι παίκτες εκφράζονταν σαν να μην τους κατέγραφαν οι κάμερες. Για την ακρίβεια, σαν να μην είχαν οικογενειακά περιβάλλοντα, σπίτια όπως λέμε νεοελληνιστί, να μην ντρέπονταν για τα λεγόμενα ή τα καμώματά τους. Σαν μόνοι, ανάμεσα σε συνομήλικους φίλους.
Έπρεπε να σκεφτώ ότι εκείνοι ζούσαν σε ομαλά αστικοποιημένες κοινωνίες, χειραφετημένοι από την οικογένεια – βασικό κοινωνικό κύτταρο, σε κράτη με θεσμούς που ενισχύουν την ατομικότητα. Αλλά για τη σκέψη αυτή χρειαζόταν η σύγκριση. Να συσχετίσω αυτές τις εικόνες με τις αντίστοιχες δικές μας.
Οι δικοί μας παίχτες απευθύνονταν στην ομήγυρη του καθιστικού μπροστά στην τηλεόραση, και μάλιστα στην αρχετυπική της εκδοχή, του ’70: σε γονείς, αδέλφια, παππούδες, θείους, δεν αποκλείεται λίγο περισσότερο σόι, ίσως και λίγη γειτονιά. Ακόμα και οι προερχόμενοι από ολιγομελείς πυρηνικές οικογένειες συνεκδοχικά αυτόν τον αρχετυπικό καναπέ λογαριάζουμε για κοινωνία. Ένα τσούρμο συγγενείς και φίλους που στριμώχθηκαν στον καναπέ, σε πολυθρόνες, καρέκλες, σκαμπό, περιμένοντας πότε θ’ αρχίσει το «Λούνα Παρκ» του μακαρίτη Δαλιανίδη.
Εύλογα η φαντασιακή αυτή ομήγυρη καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τις συμπεριφορές, τα λόγια, τις γκριμάτσες, τις χειρονομίες των παικτών. Αλλά επίσης μπέρδευε, θόλωνε τα πορτρέτα τους: δεν είναι εύκολο να μιλάς στο συμμαθητή σου, όταν ξέρεις και υπολογίζεις ότι σ’ ακούνε οι παππούδες ή οι γονείς σου –από τους οποίους εξαρτάσαι–, και ταυτόχρονα να είσαι αυθόρμητος. (Ακόμα και το αφεντικό-ιδιώτης ή το κράτος των πολιτικάντηδων με κάποιο τρόπο στον ίδιο καναπέ είναι θρονιασμένοι.) Μίλαγαν, λοιπόν, την ιδιόλεκτό τους, αλλά σε πιο «κόσμια» εκδοχή, εξέθεταν τον εαυτό τους, αλλά ασφαλώς λογοκριμένο. Ούτε ήταν τυχαίο ότι σε κείνες τις εκπομπές τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών τα μεγαλωμένα στο εξωτερικό –κάπως πιο χειραφετημένα αυτά– ήταν αμεσότερα, πιο ευθέα στις αντιδράσεις, πιο αυθεντικά και στο τέλος και πιο δημοφιλή.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Μούσα Παιδική σε μετάφραση Γιώργου Ιωάννου.





 Steve Walker (1961-2012)

(Ποιήματα από την Παλατινή Ανθολογία, Στράτωνος Μούσα Παιδική, στην έξοχη μετάφραση του Γιώργου Ιωάννου. [Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1979]
Για το καλό της μέρας.)


(133) ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ

Ἕλκος ἔχων ὁ ξεῖνος ἐλάνθανεν∙ ὡς ἀνιηρὸν
πνεῦμα διὰ στηθέων, εἶδες, ἀνηγάγετο,
τὸ τρίτον ἡνίκ’ ἔπινε∙ τὰ δὲ ῥόδα φυλλοβολεῦντα
τὠνδρὸς ἀπὸ στεφάνων πάντ’ ἐγένοντο χαμαί.
ὤπτηται μέγα δή τι∙ μὰ δαίμονας, οὐκ ἀπὸ ῥυσμοῦ
εἰκάζω∙ φωρὸς δ’ ἴχνια φὼρ ἔμαθον.

Κρυφή πληγή είχε ο ξένος μας μα δε φαινόταν.
Πρόσεξες όμως τι βαρύς τού ξέφυγε αναστεναγμός,
καθώς κατέβαζε το τρίτο του ποτήρι;
Και τα στεφάνια με τα ρόδα που φορούσε ο άντρας
φυλλορροώντας σκόρπισαν στο δάπεδο όλα.
Ψηνότανε ο άνθρωπος από μεγάλο ντέρτι.
Και δεν το εικάζω αυτό, μα τους θεούς,
απ’ τις συμπτώσεις. Αλλά εγώ ένας κλέφτης,
μυρίστηκα τα ίχνη του άλλου κλέφτη.


(208) ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ

Εὐτυχές, οὐ φθονέω, βιβλίδιον∙ ἦ ῥά σ’ ἀναγνοὺς
παῖς τις ἀναθλίψει, πρὸς τὰ γένεια τιθείς∙
ἢ τρυφεροῖς σφίγξει περὶ χείλεσιν, ἢ κατὰ μηρῶν
εἰλήσει δροσερῶν, ὦ μακαριστότατον∙
πολλάκι φοιτήσεις ὑποκόλπιον, ἢ παρὰ δίφρους
βληθὲν τολμήσεις κεῖνα θιγεῖν ἀφόβως.
πολλὰ δ’ ἐν ἠρεμίῃ προλαλήσεις∙ ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν,
χαρτάριον, δέομαι, πυκνότερόν τι λάλει.

Μικρό καλότυχο βιβλίο, ευτυχές βιβλίδιο,
φθόνο δε νιώθω, όταν κάποιο αγόρι
μόλις σε διαβάσει, σε τρίβει στο πιγούνι πάνω,
στα τρυφερά τα χείλη του σ’ αγγίζει,
σε βάζει, ω μακαριστότατο, ανάμεσα
στους δροσερούς μηρούς του ανοιγμένο.
Πολλές φορές απ’ το πουκάμισό του κάτω
θα κουρνιάσεις, κι άλλοτε πάλι δίπλα στους δίφρους
αφημένο, δίχως δισταγμό θ’ αποτολμήσεις
πάνω σε κείνα τα ωραία ν’ ακουμπήσεις.
Πολλά εσύ μες στη γαλήνη, πριν από κάθε άλλον
θα του ψιθυρίσεις∙ γι’ αυτό μικρό βιβλίο,
ω χαρτάριον, δέομαί σου, μεσίτευε υπέρ ημών
κάπως συχνότερα.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Hibrahim Ferrer & Omara Portuondo: Silencio.

Ο Ιμπραήμ Φερέρ (20 Φεβρ. 1927 - 6 Αυγ. 2005) και η Ομάρα Πορτουόντο από τους Buena Vista Social Club στο κουβανέζικο μπολερό Silencio.

Σιωπή

κοιμούνται στον κήπο μου
τα άσπρα κρίνα, τα νάρδα, τα τριαντάφυλλα
η καρδιά μου θλιμμένη, περίλυπη
κρύβει από τα λουλούδια τον πικρό της πόνο
να μη μάθουν
τα βάσανα, τον πόνο της ζωής μου
και μόνο να ξέρανε πόσο υποφέρω
θα κλαίγανε κι αυτά μαζί μου

σιωπή, κοιμούνται
τα νάρδα και τα κρίνα
να μη μάθουνε τον πόνο μου
γιατί σαν αντικρίσουνε τη λύπη μου θα μαραθούν

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Η Διονυσία στο blog Θωμάς Ξωμερίτης.

Ο καθρέπτης



…Της εντυπώθηκε επίσης το κήρυγμα από τον εμπνευσμένο ιερέα, να κρατήσουμε αναμμένη την καντήλα, την πίστη μας, μπροστά στην εικόνα Του πού είμαστε, να μην εκπέσουμε σε είδωλα, σαν να λέμε, να μη λατρέψουμε μήτε ν’ αφήσουμε τους άλλους να λατρέψουν τον εαυτό μας. Έβγαινε στην πόλη ευτυχισμένη. Κάπου-κάπου τη δρόσιζε ένα πρώιμα ανθισμένο κλαδί νεραντζιάς. Σε ρεκλάμα χρυσοχοείου χαμηλά, μετά την Ερμού, διάβαζε την ώρα και την ημερομηνία, 11:17, 29/2/04. Πράγματι, το 2004, είναι δίσεκτο…
Αντώνης Νικολής, «Διονυσία», εκδόσεις «Το Ροδακιό»

(Φιλοξενία αισθαντική και τιμητική πολύ.)

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Διονυσία / παρουσίαση στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ.

Περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, από τη στήλη του Γιώργου Κορδομενίδη βιβλία στο κομοδίνο, τχ. 97, Μάιος - Ιούλιος 2012: 

Αντώνης Νικολής, Διονυσία: Μυθιστόρημα (Το Ροδακιό). Μαρτυρολόγιο μιας μεσήλικης γυναίκας
από την Κω, που η δύσκολη οικογενειακή της ζωή την εξορίζει στην Αθήνα, όπου γνωρίζει το σκληρό και άγριο πρόσωπο της μεγαλούπολης· καλοδουλεμένη γλώσσα, ρεαλιστική ακρίβεια και ερωτικός αισθησιασμός σε ένα αξιοπρόσεκτο, σε γενικές γραμμές, αφήγημα, μας φανερώνει έναν ταλαντούχο πεζογράφο, που καταφέρνει να ξεπεράσει τον σκόπελο της ηθογραφίας.

(Δυο καλά λόγια του Γ.Κ. δημοσιευμένα πριν από μισό χρόνο που εντόπισα πολύ πρόσφατα.)

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Amália Rodrigues: Barco Negro.

Αμάλια Ροντρίγκες (23 Ιουλίου 1920 – 6 Οκτωβρίου 1999). Μαύρο Καράβι.
(...)
το μαύρο καράβι σου χόρευε στο φως
είδα το μπράτσο σου που σάλευε στ' ανοιγμένα πανιά
οι γριές κάτω στην παραλία λένε δε θα γυρίσεις

είναι τρελές! είναι τρελές!

εγώ το ξέρω, αγάπη μου,
πως δεν έφυγες καν
όλα γύρω μου μού λένε
είσαι πάντα μαζί μου 
είσαι πάντα μαζί μου

στον άνεμο που χτυπά την άμμο στα τζάμια
στο τραγούδι του νερού, στη φωτιά που σιγοσβήνει
στη ζεστασιά του κρεβατιού, στις άδειες καρέκλες
στο στήθος μου
είσαι πάντα μαζί μου

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Κτήνος από τον τόπο μας.

Αντώνης Νικολής:
Κτήνος από τον τόπο μας.
athens voice, 28/01/2013, city news and voices.

Όπως όλα τα φαινόμενα σε τούτον τον πλανήτη, έτσι και ο λαϊκισμός από τόπο σε τόπο εμφανίζει παραλλαγές, μικρές ή μεγαλύτερες ιδιομορφίες.
Δεν είμαι για κάποιον λόγο ειδικός, αντιλαμβάνομαι το πράγμα κυρίως από άποψη αισθητική. Ήμουν είκοσι ενός το 1981 όταν άρχιζε ο εκτραχηλισμός του ντόπιου λαϊκισμού, μεγαλώνω (όπως όλοι) έκτοτε μαζί του, εκείνος –η αλήθεια– με τερατώδη αυξητικό ρυθμό, την τελευταία τριετία ιδίως και όσο περιφέρεται ανά τις ρούγες της χρεοκοπημένης πατρίδας λυτός, πελώριος κι αλαφιασμένος, γκρεμίζοντας ό,τι τελευταίο απόμεινε όρθιο. Κτήνος θηριώδες. Από την άλλη, βέβαια, κατανοώ ότι δε γίνεται να υπάρξει σύγχρονη κοινωνία δίχως κάποια μορφή λαϊκισμού. Ας πούμε ότι ο δικός μας έχει πρόβλημα διαστάσεων (δεν τον χωράει πια ο τόπος), ότι τον κανακέψανε υπέρ το δέον πολιτικάντηδες και τηλεοράσεις, όμως, από την άλλη, είναι επίσης άδικο να μη γίνεται λόγος για τα ιθαγενή πολιτιστικά χαρακτηριστικά του, τη γνήσια νεοελληνική κοψιά του. Αλλά, ας βάλω μία τάξη.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

ΣΕ Α' ΠΡΟΣΩΠΟ / "Διάστιχο", 27/1/2013.


Διάστιχο, Κυριακή, 27 Ιανουάριος 2013 10:28


ΣΕ Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣΣτην πεζογραφία έφτασα μεταγράφοντας ένα παλιό θεατρικό μου (του 2001) σε νουβέλα (Το Σκοτεινό Νησί) την άνοιξη του 2008. Όμως το πραγματικό πρώτο μου πεζό ήταν το διήγημα Γυναίκες στα ράφια του μανάβη που μου ζητήθηκε από την εφημερίδα Έθνος το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Αμέσως έπειτα έγραψα την πρώτη γνήσια νουβέλα μου –η έκδοσή της εκκρεμεί–, και από το φθινόπωρο του 2009 ως το καλοκαίρι του 2011 αφοσιώθηκα στη Διονυσία, νομίζω το μεγαλύτερο και σημαντικότερο σταθμό της ζωής μου. Θα προσπαθήσω όσο μου επιτρέπεται να εξηγήσω τους λόγους.
Κατ’ αρχάς γιατί για τη σύνθεση, για την οικονομία του μυθιστορήματος, συνειδητοποίησα ότι είχαν συμβάλει όλες οι προηγούμενες ενασχολήσεις μου, ότι επιτέλους αποκτούσαν μια εσωτερική αλληλουχία, δεν ήταν τυφλές κουτουλιές από δω κι από κει (πρακτικό λύκειο – ιατρική / φιλολογία / κλασική κατεύθυνση σπουδών – φροντιστήριο / θέατρο / απόπειρες γραφής σεναρίου κινηματογραφικού-τηλεοπτικού), ότι αντίστοιχα μου χρησίμευαν στη διευθέτηση-αρχειοθέτηση του πραγματολογικού υλικού, στη θεωρητική κατάρτιση, στον εμπλουτισμό της γλώσσας, στους χαρακτήρες – διαλόγους, στις ποικίλες λειτουργίες της αφήγησης. Δεν ισχυρίζομαι, φυσικά, πως για να γράψει κανείς μυθιστόρημα πρέπει να φοιτήσει στα δύο πρώτα χρόνια της ιατρικής – εξιχνιάζω μόνο τη δική μου διαδρομή. Περισσότερο για τη χαρά που μπορώ επιτέλους να περάσω στο ίδιο νήμα τις διαφορετικές πέρλες, να κατανοήσω πώς συνδέονται οι φαινομενικά αντίθετες ή ασυνεχείς κατευθύνσεις της πορείας μου.
Πάντοτε ήθελα να κάνω πεζογραφία –ένα διήγημα στα τριάντα μου με ταλαιπωρούσε επί δύο χρόνια–, απλώς χρειάστηκα πάρα πολύ καιρό για να τα καταφέρω. Ούτε απόλαυσα τίποτα άλλο όσο την ανάγνωση μυθιστορημάτων – το ρήμα απόλαυσα να εννοηθεί σ’ όλο το σημασιολογικό του εύρος. Και να που μια ανάσα πριν από τα 50 θα είχα πράγματα που ίσαμε τότε ζήλευα: να σπάω όσες φορές θέλω μέσα σε μία μόνο παράγραφο την ενότητα χώρου και χρόνου, να διαστέλλω ή να συστέλλω το χρόνο κατά τις ανάγκες του ρυθμού, να εγκιβωτίζω ή να υπάγω επιμέρους στοιχεία, να γράφω –νομίζω– με μια φροντισμένη ιδιόλεκτο, με όση ειρωνεία χρειαζόμουν προκειμένου να συγκεράσω κόσμους ετερόκλητους, αλλά το κυριότερο, ότι επινοούσα τον δικό μου τριτοπρόσωπο αφηγητή πρώτη φορά, το πρόσωπο που με απασχόλησε περισσότερο κι από τους ήρωες της αφήγησης: εμπειριστής, αναγκαστικά υποκειμενικός και αβέβαιος, με βλέμμα φυσιοδίφη. Κυρίως στο να κοιτάζει εκείνη την πρώτη αφορμή της εμπειρίας, τη λεγόμενη πραγματική, ό,τι χαρίζει στην αφήγηση αληθοφάνεια, με το ουδέτερο βλέμμα περιηγητή, δίχως καμία εμπλοκή οικειότητας.
Από την άποψη του περιεχομένου η Διονυσία είναι η μοιραία πτώση αυτού που χάνει ολότελα το νόημα της ζωής – εικάζω σε μια άλλη εκδοχή θα μπορούσε να αργοπεθαίνει, όπως συμβαίνει συνήθως, με το τηλεχειριστήριο στο χέρι κάνοντας ζάπινγκ για ακόμα είκοσι-τριάντα ανούσια χρόνια. Πάντως, ασχέτως τι και πώς το θες ή το βίωσες, το μυθιστόρημα –ευτυχώς– είναι μηχανή που σε αρπάζει από τις πρώτες γραμμές, κι αν είσαι δικός/δική του, είτε συγγραφέας είτε αναγνώστης, θα σ’ αφήσει συνταραγμένο τότε μόνο, στην τελευταία του λέξη. Και να το εύχεσαι, λέω εκ των υστέρων.
Να προσθέσω επίσης –κι ελπίζω να μην εκληφθεί ως πόζα–, τους τριάντα μήνες που έγραφα ή διόρθωνα τη Διονυσία, δεν υπήρξε Κυριακή να μην εκκλησιαστώ, ακόμα και στη Λισαβόνα έτρεχα σε καθολικούς ναούς. Έλεγα, λόγω της ηλικίας θα είναι, ξυπνάω που ξυπνάω νωρίς, ντύνομαι και πηγαίνω κάπου όπου συχνάζουν καλοντυμένοι. Τέλειωσα το μυθιστόρημα και έκτοτε τις κυριακάτικες λειτουργίες τις έκοψα μαχαίρι.
Και ένα τελευταίο: όσο έγραφα το έβδομο κεφάλαιο ήμουν σχεδόν καθημερινά στο Τρίτο Νεκροταφείο, στον 32ο τομέα, τον λεγόμενο των απόρων, επισκεπτόμουν το ταφάκι της. Ακόμα και τώρα, όταν πρέπει να παραβρεθώ σε καμιά κηδεία εδώ στην Αθήνα, ρωτάω με έξαψη: «Πού γίνεται; Στο Τρίτο;» Ελπίζοντας ότι θα σύρω τα πόδια πάλι κατά κει, κατά τη Διονυσία.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Μίλαν Κούντερα: Η Τέχνη του Μυθιστορήματος / αποσπάσματα.

(Σελ. 56): Ο μυθιστοριογράφος δεν είναι ούτε ιστορικός, ούτε προφήτης: είναι εξερευνητής της ύπαρξης.
(Σελ. 89): Στο χώρο του μυθιστορήματος δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα: είναι ο χώρος του παιχνιδιού και των υποθέσεων.
(Σελ. 90): Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον τρόπο σκέψης ενός φιλοσόφου κι ενός μυθιστοριογράφου. Μιλάμε συχνά για τη φιλοσοφία του Τσέχωφ, του Κάφκα, του Μούζιλ κτλ. Προσπαθήστε όμως ν' αντλήσετε μια φιλοσοφία με συνέπεια από τα γραπτά τους! Ακόμα κι όταν εκφράζουν τις ιδέες τους κατευθείαν, στα σημειωματάριά τους, αυτές οι ιδέες είναι περισσότερο δοκιμές σκέψεων, παιχνίδια με το παράδοξο, αυτοσχεδιασμοί, παρά επικύρωση μιας σκέψης.
(Σελ. 140): Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο; Η Έμμα Μποβαρύ είναι ανυπόφορη; Ή μήπως θαρραλέα και συγκινητική; Κι ο Βέρθερος; Συναισθηματικός και μεγαλόψυχος; Ή μήπως ένας επιθετικός αισθηματίας, ερωτευμένος με τον εαυτό του; Όσο πιο προσεκτικά διαβάσουμε το μυθιστόρημα, τόσο πιο πολύ η απάντηση γίνεται αδύνατη, γιατί, εξ ορισμού, το μυθιστόρημα είναι η ειρωνική τέχνη: η "αλήθεια" της είναι κρυμμένη, δε διατυπώνεται, δεν μπορεί να διατυπωθεί. "Θυμηθείτε, Ραζούμοφ, πως οι γυναίκες, τα παιδιά κι οι επαναστάτες απεχθάνονται την ειρωνεία ως άρνηση όλων των ευγενών ενστίκτων, κάθε πίστης, κάθε αφοσίωσης, κάθε δράσης!" λέει μια Ρωσίδα επαναστάτισσα στο Υπό τα Βλέμματα της Δύσης του Τζότζεφ Κόνραντ. Η ειρωνεία εξοργίζει. Όχι επειδή κοροϊδεύει ή επειδή επιτίθεται, αλλά επειδή μας στερεί από βεβαιότητες αποκαλύπτοντας τον κόσμο ως αμφισημία. Ο Λεονάρντο Σάσα γράφει: "Τίποτα πιο δυσνόητο, τίποτα πιο ανεξήγητο από την ειρωνεία". Περιττό να θέλει κανείς να καταστήσει ένα μυθιστόρημα δύσκολο με προσποίηση ύφους. Κάθε μυθιστόρημα άξιο του ονόματος, όσο διαυγές κι αν είναι, είναι αρκετά δύσκολο εξαιτίας της σύμφυτης ειρωνείας του.
(Σελ. 146): ...Αλλά ούτε το συγκινημένος ούτε το ερεθισμένος με ικανοποιούσε. Ύστερα, ξαφνικά, το βρήκα: έπρεπε να πω "ο Εντουάρντ καύλωσε!" Γιατί αυτή η τόσο απλή ιδέα δε μου ήρθε νωρίτερα; Επειδή αυτή η λέξη δεν υπάρχει στα τσέχικα. Αχ, τι ντροπή: η μητρική μου γλώσσα δεν ξέρει να καυλώνει! Στη θέση του "καυλώνω", οι Τσέχοι είναι υποχρεωμένοι να πουν: η ψωλή μου στάθηκε όρθια. Γοητευτική εικόνα, αλλά κάπως παιδιάστικη. Έδωσε ωστόσο την όμορφη λαϊκή ρήση: "Στέκονταν εκεί, όρθιοι, σαν ψωλές", πράγμα που, στο σκεπτικιστικό τσέχικο πνεύμα, πάει να πει: στέκονταν εκεί, όρθιοι - κατάπληκτοι, αποσβολωμένοι, γελοίοι.
(Σελ. 152): 1857: η σπουδαιότερη χρονιά του αιώνα. Μαντάμ Μποβαρύ: για πρώτη φορά ένα μυθιστόρημα είναι έτοιμο ν' αναλάβει τις υψηλότερες απαιτήσεις της ποίησης (την πρόθεση να "ψάξει πάνω από κάθε ομορφιά"), τη σημασία κάθε ξεχωριστής λέξης, την έντονη μελωδία του κειμένου, την επιταγή της πρωτοτυπίας εφαρμοζόμενη σε κάθε λεπτομέρεια. Από το 1857, η ιστορία του μυθιστορήματος είναι η ιστορία "του μυθιστορήματος που έγινε ποίηση". ...Οι μεγαλύτεροι μεταξύ "των μυθιστοριογράφων που έγιναν ποιητές" είναι βίαια αντιλυρικοί: Φλωμπέρ, Τζόυς, Κάφκα, Γκομπρόβιτς. Μυθιστόρημα = αντιλυρική ποίηση.
(Σελ. 153): Το μόνο πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορούμε να συλλάβουμε την αξία ενός μυθιστορήματος, είναι το πλαίσιο της ιστορίας του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Ο μυθιστοριογράφος δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν, εκτός από τον Θερβάντες.
 (Σελ. 153): "Σιχαίνομαι να χώνω τη μύτη μου στην πολύτιμη ζωή των μεγάλων συγγραφέων και κανένας βιογράφος δεν θ' ανασηκώσει ποτέ το πέπλο της ιδιωτικής ζωής μου", είπε ο Ναμπόκοβ. ...Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του.
(Σελ. 168): Θα έλεγα μάλλον ότι, κατά τη διάρκεια της συγγραφής (της Άννα Καρένινα), (ο Τολστόι) άκουγε μιαν άλλη φωνή κι όχι εκείνη της προσωπικής του πεποίθησης περί ηθικής. Άκουγε αυτό που θα ονόμαζα σοφία του μυθιστορήματος. Όλοι οι αληθινοί μυθιστοριογράφοι αφουγκράζονται αυτή την υπερπροσωπική σοφία, πράγμα που εξηγεί γιατί τα μεγάλα μυθιστορήματα είναι πάντα λίγο πιο έξυπνα από τους δημιουργούς τους. Οι μυθιστοριογράφοι που είναι εξυπνότεροι από τα έργα τους θα έπρεπε ν' αλλάξουν επάγγελμα.
(Σελ. 168 -169): Μου αρέσει να σκέπτομαι πως η τέχνη του μυθιστορήματος ήρθε στον κόσμο σαν απόηχος του γέλιου του Θεού. Μα γιατί ο Θεός γελάει όταν βλέπει τον άνθρωπο να σκέφτεται; Επειδή ο άνθρωπος σκέφτεται και η αλήθεια τού ξεφεύγει. Επειδή, όσο περισσότερο σκέπτονται οι άνθρωποι, τόσο η σκέψη του ενός απομακρύνεται από τη σκέψη του άλλου. Και τέλος, επειδή ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ αυτό που νομίζει πως είναι.
(Σελ. 172 - 173 / για την τεράστια συμβολή του μυθιστορήματος): Με ένα μοχθηρό πάθος ο Φλωμπέρ μάζευε τις στερεότυπες φράσεις που έλεγαν οι άνθρωποι γύρω του, για να φανούν έξυπνοι κι ενημερωμένοι. Έφτιαξε μ' αυτές ένα περίφημο Λεξικό κοινοτοπιών. Ας χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον τίτλο για να πούμε: Η σημερινή βλακεία σημαίνει όχι πια άγνοια, αλλά τη μη-σκέψη των κοινών τόπων. Η ανακάλυψη του Φλωμπέρ είναι πιο σημαντική για το μέλλον της ανθρωπότητας απ' ό,τι οι πιο καταλυτικές ιδέες του Μαρξ ή του Φρόυντ. Γιατί μπορούμε να φανταστούμε το μέλλον χωρίς την πάλη των τάξεων ή την ψυχανάλυση, αλλά όχι χωρίς την ακατάσχετη αύξηση των κοινοτοπιών που, εγγεγραμμένες στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, διαδιδόμενες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κινδυνεύουν να αποβούν σύντομα μια δύναμη που θα συντρίβει κάθε πρωτότυπη και ατομική σκέψη και θα πνίξει έτσι την ίδια την ουσία του ευρωπαϊκού πολιτισμού των Νέων Χρόνων. 

[ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ: Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ, μετάφραση Φίλιππος Δρακονταειδής, εκδόσεις Εστία, πρώτη έκδοση 1988 / έκτη 2008, σελ. 174.
Ένα εξαιρετικό βιβλίο, φροντισμένο από κάθε άποψη (και που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα!).]

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Κριτικές / Διονυσία (6 μέρες, 15/12/2012)

Από τη σελίδα: Αναγνωστήριο / Ξενοφών A. Μπρουντζάκης xenofonb@6meres.gr

Μια σπαρακτικά μόνη γυναίκα

Η Ευγενία Μπογιάνου γράφει για τον Αντώνη Νικολή

Απέκτησα τη «Διονυσία» από το περίπτερο των εκδόσεων Ροδακιό, στην τελευταία έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο. Την προσοχή μου τράβηξε το μάλλον ασυνήθιστο γυναικείο όνομα που είναι γραμμένο με άσπρα κεφαλαία γράμματα, μέσα σε κόκκινο πλαίσιο στο κάτω μέρος του βιβλίου. Λίγο αυτό, λίγο ο εκδοτικός οίκος, κινήθηκε το ενδιαφέρον μου. Τίποτα, όμως, δεν με είχε προετοιμάσει για την έκρηξη που θα ακολουθούσε.
Ποια είναι η Διονυσία λοιπόν;
«Η Διονυσία είναι μια νέα ακόμη γυναίκα, μια καστανή μικρόσωμη φιγούρα. Μαλακό χνούδι, λεπτά
χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, το σώμα της λιγότερο ελκυστικό, γερτοί ώμοι, καμπουριάζει κάπως για να σηκώνει τα μεγάλα στήθη, στομαχάκι επίσης, η λεκάνη όμως και τα πόδια της αδύνατα, σχεδόν αγορίστικα».
Η Διονυσία, πρώτα απ’ όλα, είναι πολύπλοκη, δεν μπορείς να την κατατάξεις για να ξεμπερδέψεις
εύκολα μαζί της. Αθώα και προκλητική, ο ερωτισμός της άγριος και συγχρόνως παθητικός, σωματική και αλαφροΐσκιωτη, χαρισματική για τους άλλους και καταστροφική –θα έλεγα αφοσιωμένη στην καταστροφή –για τον εαυτό της στην εκούσια σχεδόν κάθοδό της, αναζητά την ελευθερία, αλλά τελικά τής την στερεί το ίδιο της το κορμί που γίνεται η φυλακή της.
Κυρίως, όμως, η Διονυσία είναι μια γυναίκα σπαρακτικά και τελεσίδικα μόνη.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο άτυπα σε δύο μέρη. Στο πρώτο, που διαδραματίζεται στην Κω, βρίσκουμε
τη Διονυσία παντρεμένη. Ο άντρας της αδιάφορος, συχνά βίαιος απέναντί της∙ την απατά επιδεικτικά και επηρεάζει τους δύο γιους τους, που όσο μεγαλώνουν αποκτούν τους τρόπους και τις συνήθειες του πατέρα. Ξαφνικά μπαίνει στη ζωή της Διονυσίας ο ξένος, με τη μορφή ενός νοικάρη. Η γυναίκα αφυπνίζεται ερωτικά, αλλά όταν αυτό γίνεται αντιληπτό από τους οικείους της η αντίδρασή τους –σε μια συγκλονιστική οικογενειακή σκηνή απίστευτης ωμότητας– είναι τόσο βίαιη, που τελικά αναγκάζεται να φύγει για την Αθήνα. Μια Αθήνα που, παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, προσπαθεί να γυαλίσει τις βιτρίνες της. Σε αυτή την Αθήνα αρχίζει η πραγματική κάθοδος.
Μόνη, αποσυνάγωγη, ξένη, με τη νοσταλγία να την πνίγει, σε απόλυτη παρακμή, η οποία εναρμονίζεται τελικά με την παρακμή της ίδιας της πόλης, με έναν ερωτισμό που είναι πέρα από την ηδονή, που αντί να την απελευθερώνει ανοίγει τον δρόμο για την πτώση, η οποία σκιαγραφείται
με λεπτομερείς σκηνές μεγάλης έντασης, ακρίβειας και εσωτερικότητας.
Βιβλίο σκληρό, συμβολικό, με ρεαλισμό, που έχεις ώρες ώρες την εντύπωση πως στάζει ιδρώτα, χωρίς ίχνος ηθικολογίας ή μελοδραματισμού, δύσκολο και εν τέλει συναρπαστικό.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Tomas Tranströmer (1931-), ποιήματα.

 












Τούμας Τράνστρεμερ, ο Σουηδός ποιητής, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2011.
Το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο.


Το πλοίο - το χωριό

Μια πορτογαλική ψαροπούλα, μπλε, το αυλάκι της ξεσκεπάζει
     ένα κομμάτι του Ατλαντικού.
Ένα μπλε σημάδι στ' ανοιχτά, κι ωστόσο είμαι εκεί - οι έξι που
     βρίσκονται στο πλοίο δεν αντιλαμβάνονται ότι είμαστε εφτά.

Είδα κάποτε τη ναυπήγηση ενός τέτοιου πλεούμενου, κειτόταν σαν
      μεγάλο λαούτο δίχως χορδές
στο φαράγγι των φτωχών: το χωριό όπου πλένουν και πλένουν με
      λύσσα, υπομονή, μελαγχολία.

Μαύρη η παραλία από τον κόσμο. Μια συγκέντρωση που διαλύθηκε, 
       απομάκρυναν τα μεγάφωνα.
Στρατιώτες έσπρωχναν τη Μερσεντές του ομιλητή μέσ' από τον
       συνωστισμό, οι λέξεις έπαιζαν ταμπούρλο πάνω στα 
       λαμαρινένια πλευρά της.

(Από τη συλλογή Το φράγμα της αλήθειας.)


Τον Μάρτιο του 1979

Κουρασμένος με όλους αυτούς που μου φέρνουν λέξεις,
        λέξεις αλλά όχι γλώσσα,
πήγα στο σκεπασμένο με χιόνια νησί.
Δεν υπάρχουν λέξεις για το άγριο.
Οι άγραφες σελίδες απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση!
Πέφτω πάνω σε ίχνη από οπλές ζαρκαδιών στο χιόνι.
Γλώσσα, αλλά όχι λέξεις.


Οι μνήμες με κοιτούν

Ένα πρωινό του Ιουνίου, τότε που είναι πολύ νωρίς
για να ξυπνήσεις και πολύ αργά για να ξανακοιμηθείς.

Πρέπει να βγω έξω στη βλάστηση που είναι γεμάτη
μνήμες, και με ακολουθούν με το βλέμμα.

Δεν φαίνονται, έχουν γίνει ένα
με τον χώρο, τέλειοι χαμαιλέοντες.

Είναι τόσο κοντά που τις ακούω ν' αναπνέουν,
παρ' όλο που τα πουλιά με ξεκουφαίνουν.


Ο σταθμός

Ένα τρένο μπήκε στο σταθμό. Τα βαγόνια όλα στη σειρά,
αλλά οι πόρτες δεν ανοίγουν, κανείς δεν κατεβαίνει ή ανεβαίνει.
Υπάρχουν πράγματι πόρτες; Το τρένο είναι γεμάτο
έγκλειστους ανθρώπους που κινούνται πέρα δώθε.
Κοιτάζουν έξω μέσ' από τ' απαραβίαστα παράθυρα.
Και έξω περπατά κάποιος κατά μήκος του τρένου μ' ένα σφυρί.
Χτυπά τους τροχούς και βγαίνει έν' αδύναμο καμπάνισμα.
Εκτός από 'δω ακριβώς! Εδώ υπάρχει μια απίστευτη πλημμύρα
από ήχους: ένας κεραυνός, η κωδωνοκρουσία της μητρόπολης,
ο ήχος από τον περίπλου της γης που ανυψώνει όλο το τρένο
και τις βρεγμένες πέτρες της περιοχής. Τα πάντα τραγουδούν.
Θα το θυμάστε αυτό. Συνεχίστε το ταξίδι σας!

(Από τη συλλογή Η άγρια πλατεία.)

[Tomas Tranströmer ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου, εκδόσεις PRINTA, 2004, σελ.  232.
Δε χορταίνω να διαβάζω τον τόμο, τι έξοχος ποιητής, δίχως ούτε μισό στίχο ρητορική ή άλλη εκζήτηση. Και τι σπουδαία η ελληνική γλώσσα του μεταφραστή, με ρυθμούς, με πλαστικότητα, και επιτέλους με λέξεις που δεν είναι τσιμεντόπετρες.]

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Αντώνης Νικολής: Οι καβαφοφοβικοί.

athens voice, 7/1/2013, city news + voices >>


Οι Έλληνες είμαστε λαός παλαιός, κουρασμένος και πονηρός.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν είμαστε όντως ομοφοβικοί, διαισθάνομαι ότι το προφασιζόμαστε και αυτό. Όπως προφασιζόμαστε και άλλα: ότι μισούμε την ελεύθερη οικονομία, τον καπιταλισμό, το φιλελευθερισμό, τη Δύση, τους Αμερικανούς κ.τ.ό., ενώ δύσκολα θα βρει κανείς κοινωνία της οποίας τα μέλη να επιθυμούν με τόση σφοδρότητα όλα ή τα περισσότερα από τα παραπάνω. Επιλογές που ανιχνεύονται εύκολα στις ατομικές στρατηγικές, ποτέ στις συλλογικές, και που επίσης ποτέ δεν εκφράζονται δημοσίως, δεν ομολογούνται. Περίπου όπως οι έφηβοι των λυκείων, ο ανθός –ούτως ειπείν- της κοινωνίας μας, που ενώ στη συντριπτική πλειονότητά τους, με την παρότρυνσή μας, επιλέγουν να σπουδάσουν γιατροί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι, να σπουδάσουν δηλαδή πλούσιοι, ταυτόχρονα τους εκπαιδεύουμε να αποτάσσονται… τον πλούτο (την υλική ευμάρεια, όπως τον ονομάζουν με ευφημισμό στις εκθέσεις τους). Το ίδιο, κατά το ανέκδοτο φίλου, όταν πιάνεις επ’ αυτοφώρω την κυρία με το σοκολατάκι στο στόμα το όλο βουλιμία, κι εκείνη με καφετιά σάλια στα δόντια σού πετάει: «Πω, πω, πόσο το λαχταρούσα τώρα δα κάτι το αλμυρό!»