Στον δίσκο δυο
σταφυλόρωγες άσπρες, διάφανες, που γυάλιζαν και φέγγριζαν τα κουκούτσια τους,
παραπέρα σκόρπια, και τα μετρούσε, σποράκια ροδιού, έξι στον αριθμό, ενώ τα
μάζευε, τα ’φερνε στο στόμα, τα μάσαγε, «Θεαγένη, κοίτα: έξι σπόροι ροδιού,
όσους έφαγε κι η Κόρη στον Άδη, όταν την απήγαγε ο Πλούτωνας, ο λόγος που ο
Δίας την καταδίκασε να περνάει τους έξι μήνες του χρόνου στον Κάτω Κόσμο». Ο
Πατρινός, που εκείνο τον καιρό τού ’κανε τσαλίμια ο Φιλίσκος, κι ήτανε μια στα
νεύρα του, μια αφηρημένος, τον κοίταζε σαν να μην άκουσε. «Το επιμύθιο: αν
τυχόν βρεθείς αθάνατος στον Άδη, μην κάνεις το λάθος να πιεις ποτό, να
καταπιείς φαγώσιμο». Έχει κέφια ο γέρος, χαμογέλασε, μολονότι απορροφημένος απ’
τις δικές του σκοτούρες ο Θεαγένης.
Έφτασα Αθήνα με την πολύ πρωινή πτήση σήμερα. Δεν έχω λόγια πόσο όμορφο βιβλίο. Ευγνώμων στον Γιώργο Χατζηιακώβου, τον εκδότη, στον Λουκά Σούλο, τον υπεύθυνο, σε όλη την ομάδα του Αρμού. Μαζί και με το τεύχος 145 του The books' journal που τόσο τιμητικά -ευγνώμων και προς τον Ηλία Κανέλλη- προεξήγγειλε την έκδοση. Μια μικρή στάση για καφέ και γλυκάκι στη Φεϊρούζ, στην Καρόρη, την πάροδο της Αιόλου.
Τα κύμβαλα και τα
τύμπανα του μυαλού του δεν ήταν παρά οι καταφρονεμένες απ’ όλους κι από τον
ίδιο φιλοδοξίες του. Να ανέβαινε στο βήμα, να καθάριζε από τις φερτές ύλες την
κοίτη του λόγου του, να δημηγορούσε όπως δεν μίλησε ποτέ του, μα κι όπως δεν
μίλησε σοφιστής κανένας ποτέ! Να ’μοιαζε ο λόγος του, καθώς θα κορυφωνόταν, με
μουσική έκρηξη, με κρεσέντο διθυράμβου, με ορμητική κελαρυστή ροή νερού, με λαμπερή
κίτρινη ανθοφορία ασπάλαθων, ω θεοί, και ποιος άλλος θα διάνθιζε ευχερέστερα με
στίχους και με αποφθέγματα σοφών της αρχαιότητας την ομιλία του από εκείνον…
Μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα και τα συναφή, γιόρτασα αισίως και το εξηκοστό τρίτο. Με τον... εθιμικό πια μπαμπά με ρούμι-τούρτα (και πάντοτε με φρούτα του κήπου).
Σας ευχαριστώ κι αντεύχομαι με θέρμη στις χτεσινές ευχές (σε fb, timeline και msg, email και sms).
Άγιος Σεβαστιανός, το ερατεινό πρόσχημα για πολλούς αιώνες. [Άνιολο Μπροντσίνο (Il Bronzino) Πορτρέτο νεαρού άντρα ως Αγίου Σεβαστιανού, 1533.] 23/7/2023, Μαδρίτη, Μουσείο Τίσεν-Μπορνεμίσα.
[Σαλβαντόρ Νταλί, Πρόσωπο του Μεγάλου Αυνάνος (Face of the Great Masturbator), 1929.] 27/7/2023, Μαδρίτη, Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία.
Κι εδώ μερικά πολύτιμα νεολιθικά εργαλεία και σκεύη, ούτως ειπείν από το λυκαυγές των κυρ Παντελήδων. 30/7/2023,
Μαδρίτη, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
(21/7/2023) Στην Πλάθα Μαγιόρ (PlazaMayor), Κεντρική Πλατεία της
Μαδρίτης.
Η Μαδρίτη είναι πόλη ιδιαίτερα εύτακτη, ευτρεπισμένη, να πω
και ήπια μεγαλοπρεπής. Μπορεί και επηρεασμένος από το μυθιστόρημά μου των
ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, είχα συχνά την εντύπωση, όπως και στις τέσσερις
μικρότερες πόλεις γύρω απ’ τη Μαδρίτη που επισκεφτήκαμε: Τολέδο, Αλκαλά ντε
Ενάρες, Σεγκόβια, Τσιντσόν, ενός διακριτού ρωμαϊκού απόηχου. Αλλά η Μαδρίτη φημίζεται, και δικαίως, για τα μουσεία της–τα πιο ονομαστά: Πράδο, Τίσεν-Μπορνεμίσα,
Βασίλισσα Σοφία. Μία μέρα για το καθένα, στο πρώτο άξιζε και παραπάνω από μέρα.
Κείμενό μου δημοσιευμένο στις "Στάχτες" (4/3/2015) -πάνω στη θεμελιώδη ρήση του μεγάλου εκλιπόντα για την αφήγηση του μυθιστοριογράφου. Ο Μίλαν Κούντερα (1/4/1929-11/7/2023) για όσους αγαπούμε ή και υπηρετούμε την τέχνη του μυθιστορήματος θα παραμείνει σταθερή και σεβαστή αξία και αναφορά.
Αντώνης Νικολής, Τα λιθαράκια του σπιτιού μας [2015]
Στη
Βουλιαγμένη, την άνοιξη του 1963. Με τη μητέρα μου Καλλιόπη (Πόπη), το
γένος Χατζημάρκου. Μας φωτογραφίζει ο πατέρας μου Χαράλαμπος. Έως και το
φθινόπωρο του 1963 ζούσαμε στα Ιλίσια, στην οδό Γουναροπούλου, ο
πατέρας μου ειδικευόταν στην ακτινολογία, στο Νοσοκομείο του
Ευαγγελισμού. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, εγκαταστημένοι πια στον τόπο
της καταγωγής μας, στην Κω, θα γεννιόντουσαν και οι αδελφοί μου, ο
Θανάσης (1964) και ο Λάμπρος (1967), για να συμπληρωθεί η πενταμελής
πατρική οικογένεια.
“Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει
το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του
μυθιστορήματός του.” (Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος[*])
Είχα και άλλες ευκαιρίες να αναλογιστώ την παραπάνω ρήση, αλλά
συχνότερα παρακολουθώντας αναρτήσεις είτε σε ιστολόγια (blogs) είτε σε
χρονολόγια (τοίχους) στο facebook, από τη θέση αυτού που παρατηρεί μία
σχεδόν ασύγγνωστη σπατάλη: «μα τι το δημοσιοποιεί τώρα αυτό, τόσο ωραίο
κομμάτι», είναι η σκέψη μου συνήθως, «γιατί δεν το κρατάει για τον εαυτό
του;». Για ένα συγγραφέα, ιδίως
μυθιστοριογράφο, τα βιώματα, μικρά – μεγάλα, καθετί που αποθησαυρίζει η
μνήμη, είναι το πολύτιμο υλικό της δουλειάς του. Μερικοί,
κιόλας, αυτά τα λογής στιγμιότυπα τα καταγράφουν σε μπλοκάκια, τα
καταχωρίζουν ή τα αποδελτιώνουν περίπου όπως οι ερευνητές επιστήμονες.
Προσωπικά, κι όχι από φυγοπονία ή από έλλειψη οργάνωσης, τα ρίχνω
ατάκτως, το προτιμώ να μεταβολίζονται μόνα τους, ν’ αφομοιώνονται εν
αγνοία μου, εκεί κάτω στις γαλαρίες του ασυνειδήτου –ας μου επιτραπεί το
σχήμα.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε (2014), στη βεράντα του σπιτιού μου στην Κω. Με φωτογραφίζει ο Δημήτρης Μποσνάκης.
Οι ιστορίες που αφηγούμαστε, τα λογοτεχνικά κείμενα καθαυτά, νομίζω
είναι όντα φυσικά, όντα πέρα από μας, και τόσα όσες και οι πιθανές
δυνατότητες της ύπαρξης. Ανάμεσα στα πολλάκις εκατομμύρια σπερματοζωάρια
και τα εκατοντάδες ωάρια των γονιών μας, η ύπαρξή μας ήταν ήδη μία
απειροστή πιθανότητα, όμως και μία φυσική δυνατότητα. Το ίδιο ισχύει για
κάθε λογοτεχνικό έργο. Η συμβολή των συγγραφέων, αυτό που λέμε και
ταλέντο, δεν είναι παρά η ικανότητα να φέρουμε από κείνους τους αφανείς
τόπους τις σκιώδεις αυτές οντότητες, να τους δώσουμε ύλη από τη δική μας
υπόσταση, (από το νου τα απαυγάσματα, από τα κιβώτια της μνήμης
ανασύροντας συνειρμικά τις ακολουθίες και τις εκλάμψεις, από τη γλωσσική
δεξαμενή την ιδιόλεκτο, από την αισθητική αγωγή τους ρυθμούς, τις
μορφές του λόγου), και όλ’ αυτά σε ακέραια οικονομία, στη δική τους
οικονομία. Έτσι, όντας απέριττα, -άρα, τι άλλο από αυθεντικά-, πάντως
ποτέ με λογική επεξεργασία κατασκευασμένα, είναι αληθινά, και πια δεν
είναι δικά μας. Όπως δεν ανήκουν σε κανένα γονιό τα παιδιά του, κι ας
πήραν από τις σάρκες του για να γεννηθούν.
Μ’ άλλα λόγια, η δημιουργικότητά μας οικονομεί από τα βιώματα, από τα
λιθαράκια του σπιτιού μας, γκρεμίζοντάς το, τα δομικά υλικά των
αφηγήσεών μας. Να εικάσω, επιπλέον, ότι όλα τούτα εξατομικεύονται στον
καθένα μας κατά τον τρόπο του, κατά το ύφος της δικής του τέχνης.
Το είχα σημειώσει στο φέισμπουκ πριν από δύο χρόνια και κάτι (17/3/2021), δεν θα άλλαζα ούτε λέξη:
Στην Ελλάδα συντηρητικοί ή προοδευτικοί
είμαστε πολύ λίγοι, και το πολιτικό νταλαβέρι (για το γκουβέρνο, ήτοι τον
δημόσιο κορβανά) δεν αφορά σχεδόν ποτέ εμάς. Με το ένα ή το άλλο πρόσχημα μια
καθυστερημένη κοινωνία διχάζεται εποφθαλμιώντας το επίδικο (δημόσιο χρήμα),
κοινωνία αντιδραστική στις περισσότερες εκφάνσεις της. Τις τελευταίες δεκαετίες
παρατάσσονται από τη μια οι αντιδραστικοί φοβικοί επαρχιώτες δεξιοί, από την
άλλη οι αντιδραστικοί ριζοσπάστες, επίσης επαρχιώτες, αριστεροί. Σε κάτι ξέφωτα
φωτισμένες ηγετικές ομάδες (συνήθως δίχως ουσιαστική συνάφεια με τα πολιτικά
περιβάλλοντά τους) κάπως εκσυγχρονίζουν τους θεσμούς, εφαρμόζουν ορισμένες
μεταρρυθμίσεις. Στον προηγούμενο αιώνα όσοι στοιχημένοι κυρίως με τους
Ελευθέριο Βενιζέλο, Κωνσταντίνο Καραμανλή, Κώστα Σημίτη. Στον τωρινό, με τον
Κυριάκο Μητσοτάκη. Συντηρητικοί ή προοδευτικοί, πάντως όχι αντιδραστικοί, δεν
έχουμε άλλη επιλογή. Στηρίζουμε τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δείτε ποιοι και πώς λυσσομανάνε
εναντίον του.
[Από την άλλη, πιο πολύ για να ισορροπώ, αναλογίζομαι κάθε λίγο πως εύλογα ταλαιπωρούμαστε, ζούμε δηλαδή τη δύσκολη μοίρα που αναλογεί στο υβρίδιο κράτους για το οποίο καλό να θυμόμαστε τη ρήση του Παναγιώτη Κονδύλη*: "Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ένα αποχωρητήριο χτισμένο από Φιλέλληνες πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού". (*Π. Κονδύλη, Στοχασμοί και αποφθέγματα, μετάφραση Λάμπρος Λαρέλης, Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1717, Νοέμβριος 1999, σσ. 492-497.)]
Ο Αριστοφάνης με τη σάτιρά του καυτηρίαζε κυρίως τους δημαγωγούς και τον λαό-όχλο. Οι μόνοι Νεοέλληνες που με ανάλογη τόλμη διακωμώδησαν τους λαϊκιστές και τον όχλο ήταν ο Εμμανουήλ Ροΐδης τον 19ο αιώνα και ο Αρκάς σήμερα.Ο πρώτος με την ιδιότητα του χρονικογράφου περισσότερο, ο δεύτερος ως σκιτσογράφος-κομίστας.
[Σχετική με το αντίστοιχο πνεύμα του Ροΐδη, παλιότερη ανάρτησή μου του 2009:
Έγραφε ο Εμμανουήλ Ροΐδης στον Ασμοδαίο, τη σατιρική εφημερίδα του, πριν από 135 (εκατόν τριάντα πέντε!) χρόνια:
"Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουσιν άνθρωποι
διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το
ανάπαλιν: αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η
θαυμαστή συμφωνία, μεθ' ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται
δαπάνη του δημοσίου." (Ασμοδαίος, Πολιτικόν Δελτίον, 8-6-1875)
"Τούτο όμως, κ. συντάκτα, δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, διότι
πλουσιώτερον της Ελλάδος έθνος δεν πιστεύω να υπάρχη εν τη οικουμένη.
Είπατέ μου, αν γνωρίζετε, εις ποίον άλλον τόπον υπάρχει τοσαύτη πληθώρα
χρημάτων, ώστε προς εξάντλησιν αυτών ν' αναγκάζεται η κυβέρνησις να
συντηρή δι' οκτώ στρατιώτας ένα αξιωματικόν ή δι' εν τάγμα πυροβολικού
εννέα ταγματάρχας; Ποίον άλλο του κόσμου μέρος έχει αναλόγως του
πληθυσμού του το δέκατον των υπαλλήλων μας;" (Ασμοδαίος, Επιστολή,
7-3-1876)
"Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας
οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν."
(Ασμοδαίος, Ονολογία, Όνος πατριώτης, 11-7-1876)]
Σαράντα χρόνια παρά κάτι μέρες χωρίζουν τις παραπάνω δυο ομάδες των φωτογραφιών. Ασυγχώρετη τόσο μακρά απουσία από την πόλη που της χρωστώ τα πιο πολύτιμα: αγαπημένους, επιλογές, εμπειρίες. Με φωτογραφίζει και παλιά και τώρα ο Δημήτρης Μποσνάκης, ο συγκάτοικος από διετία τότε και συνοδοιπόρος έκτοτε. Στα όμορφα Γιάννινα, την πόλη που επιτάχυνε την πρώιμη -μόλις έβγαινα απ' την εφηβεία- καταβύθιση στον πιο μύχιο, τον αυθεντικό εαυτό μου. Της οφείλω μια μακρότερη επίσκεψη από ετούτη την ούτε διήμερη.
Γνώρισα
τη Μυρσίνη Ζορμπά όταν ήδη ο χρόνος της ζωής της ήτανε περιορισμένος, θέλω να
πω, στην επικοινωνία μας επικρεμόταν πάντα η αγωνία μιας διορίας. Τον θάνατο
δύσκολα τον χωράνε οι σκέψεις ή τα λόγια μας ακόμη κι όταν τον συζητάμε. Συνέβη
και αυτός: ο αμετάκλητος, ο οριστικός χωρισμός. Η Μυρσίνη κίνησε για την
ανυπαρξία, όπως το έλεγε η ίδια, και κάπως προσαρμόζοντας το ομηρικό δίστιχο –η
παραμυθία για μας, τους ζωντανούς, καθώς δεν αντέχεται η απόλυτη εκδημία–
η Μυρσίνη κίνησε αἶψα δ᾿ ἵκετο κατ᾿ ἀσφοδελὸν
λειμῶνα, ἔνθα τε ναίουσι ψυχαί, εἴδωλα καμόντων (και γρήγορα έφτασε στο λιβάδι με τους ασφόδελους, εκεί όπου κατοικούν
οι ψυχές, οι ίσκιοι των πεθαμένων [(Ὀδ. ω. 13–14)]).
Για τη
γνωριμία έχω κάνει ήδη τρεις αναρτήσεις στο παρόν ιστολόγιο (1, 2, 3).
Μία
οραματική
διανοουμένη, λεπτολόγος, με ακρίβεια και θαυμαστή οικονομία στην έκφραση, αυστηρή αλλά και ευγενής, επιπλέον μία όμορφη γυναίκα: το κυρίαρχο πορτρέτο
στη μνήμη, η οποία μνήμη από δω και πέρα έχει πολλή δουλειά, να αφομοιώσει μηνύματα,
στιχομυθίες, τη χροιά της φωνής, τη μιμόγλωσσα κατά την ομιλία, την κίνηση των
καρπών, του υπόλοιπου σώματος.
Θα
ερχόντουσαν με τον Αντώνη στην Κω, θα τους το ανταποδίδαμε στην Άνδρο. Θα
συναντιόμαστε σε κάθε ευκαιρία, θα συζητούσαμε.
Παρασκευή,
11 Νοεμβρίου 2022, 11:10-14:20. Στο καθιστικό του σπιτιού της –σε αρμονία
οικοδέσποινα και χώρος–, δεν φιληθήκαμε («Τα λευκά είναι στα όρια, οποιαδήποτε
λοίμωξη μπορεί να αποβεί μοιραία»), μιλάμε και πόση έξαρση, πόση ανάταση, σαν
δυο φοιτητούδια, από τη λογοτεχνία και την τέχνη ως την κοινωνία και την
πολιτική. Αφήνοντας πίσω το όμορφο αυλίδι, και στρίβοντας στην Καλλιδρομίου,
κοίταξα το ρολόι, πότε κύλησαν τρεις ώρες, αλλά κι αμέσως δεύτερη σκέψη: ούτε
για μια στιγμή δεν βυθίστηκε, δεν αποσπάστηκε από κάποιο εσωτερικό περισπασμό, φυσικό
για οποιονδήποτε συζητητή, πόσο μάλλον για κάποιον που η διορία της ζωής του έχει
ήδη εκπνεύσει.
Δώδεκα
μέρες αργότερα, Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022, στον Πολύχρωμο Πλανήτη, στην εκδήλωση
για το έργο μου, με τις φήμες για αναζωπύρωση της πανδημίας, ο χώρος άλλωστε
του βιβλιοπωλείου σχετικά περιορισμένος, κι ενώ βρισκόμαστε στην είσοδο της πολυκατοικίας,
βλέπουμε το ζευγάρι Μυρσίνη Ζορμπά-Αντώνη Λιάκο ν’ ανηφορίζουν από Πατησίων
–πόση συγκίνηση, θε μου, και πόση τιμή η παρουσία αυτή…
Υστερόγραφο
σε προηγούμενη ανάρτηση –η κριτική από τη Μυρσίνη Ζορμπά, ειπωμένη στον Δημήτρη
Μποσνάκη: «Όταν τελειώνω ένα έργο του Νικολή, νιώθω σαν μετά το τέλος μιας
χημειοθεραπείας»– η μύχια κουβέντα, η δυνατή ώθηση κατά την κρίσιμη καμπή στο
γράψιμο του Περεγρίνου.
Η Μυρσίνη
κίνησε για το ασυνείδητο∙ ολοζώντανη στο εν εγρηγόρσει του λογοτέχνη, ολοζώντανη
και στα όνειρα του καλού φίλου.