Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Η Μαργαρίτα Καραπάνου και η (νεοελληνική) λογοτεχνία.



Αν η μητέρα της, η Μαργαρίτα Λυμπεράκη, έδωσε στα ελληνικά γράμματα ένα από τα πιο εντελή αστικά μυθιστορήματα, «Τα ψάθινα καπέλα» (1946), η ίδια η Μ. Κ. (1946 – 2008), νομίζω, τόσο με το εμβληματικό λογοτεχνικό της ντεμπούτο «Η Κασσάνδρα και ο λύκος» (1974), όσο και με το ωριμότερο «Ο υπνοβάτης» (1985), χάρισε στη νεοελληνική γραμματεία μερικές από τις εγκυρότερες νεωτερικές σελίδες. Τα ξαναδιάβασα πρόσφατα, μετά από πολλά χρόνια. Δε βρήκα ψεγάδια ούτε αυτό που λέμε κούραση από το πέρασμα του χρόνου. Σημείωσα, επίσης, το γερό ένστικτο της γλώσσας που προστάτεψε την ιδιόλεκτό της κατά την αφήγηση του "σαλεμένου" ασυνειδήτου. Κάτι που πάντοτε θαυμάζω και στον Σαχτούρη. Και οι δυο τους αυτοί με επιμονή επιλέγουν την οικονομικότερη φόρμα μαζί με την απλούστερη δυνατή λέξη. Φαίνεται να τιθάσευσαν το «θηρίο» τους κρατώντας το δεμένο μ’ ένα απλό λουράκι.
Στο πρώτο, «Η Κασσάνδρα και ο λύκος», η Κασσάνδρα το νήπιο, η μαμά Κασσάνδρα, η γιαγιά, η Φανή, ο Πέτρος, η σκληρότητα και ο υπερρεαλισμός μιας οιονεί παιδικής "διαταραγμένης" συνείδησης, το υψηλής ποιότητας χιούμορ κι ένας αστικός υπό διάλυση κόσμος.
Στον Υπνοβάτη, η Ύδρα, το Νησί που δεν πρέπει να αναφέρεται με το όνομά του, οι αποκλεισμένοι εκεί εστέτ και μποέμ, και ο Μανόλης, ο υπνοβάτης, ένα πρόσωπο λίγο φευγάτο (όπως ο Χριστός των Ευαγγελίων κατά τη συγγραφέα), ο τιμωρός καταλύτης που σκοτώνει όσους ασύνειδα γυρεύουν το θάνατο. Ως την τελική κρίση. Παρόντες κάθε λίγο και εδώ ο υπερρεαλισμός, τα εσωτερικά "διαταραγμένα" τοπία, το σκοτεινό χιούμορ, η διάλυση των αφηγηματικών συμβάσεων.

Και δύο ενδεικτικά αποσπάσματα:  

Sunday school
Τις Κυριακές πιστεύω στο Θεό. Ιδίως το χειμώνα.
Τις Κυριακές, γεμίζω χαρές κι όμορφες σκέψεις, βουρτσίζω τα μαλλιά μου 100 φορές, γίνομαι καλή.
Τις Κυριακές όταν ξυπνήσω μου ’ρχεται να γίνω σκύλος, γάτα, ακόμη και πουλί, να κελαηδώ, να βρίσκομαι ψηλά στον ουρανό ή μες στη θάλασσα, να ’μαι ψάρι και με φίλους να παίζω κρυφτό μέσα στα φύκια.
Τις Κυριακές όλα είναι έτοιμα ν’ αλλάξουν: το τραπέζι να λέγεται καρέκλα, το ρολόι νερό, κι εγώ να γίνω Άλλη. Πουλί με αθόρυβα φτερά. Γοργόνα με ουρά φανταχτερή, να μαθαίνω στους ναύτες να κάνουνε βουτιές και μετά να τους πετρώνω.
Τις Κυριακές, η Γιαγιά δεν μυρίζει υπνίλα όταν με φιλάει, ο Παππούς δε μοιάζει με κρεμάστρα. Το σπίτι μαλακώνει, γίνεται καλό.
[Μαργαρίτα Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο λύκος, στ' ανατύπωση, Ερμής Αθήνα 1988, σελ. 139, απόσπασμα στη σελ. 109.]

 
Ο Alan έκλεισε τα μάτια και στηρίχτηκε αρπάζοντας το στόμιο του πηγαδιού κι όταν αισθάνθηκε τον Μανόλη να μπαίνει μέσα του, ήταν τέτοια η ηδονή, που δεν κατάλαβε καν την πρώτη μαχαιριά, και τη δεύτερη την μπέρδεψε με τον εξαίσιο πόνο. Ένιωσε μόνο την τρίτη μαχαιριά, και του φάνηκε πως το λιμάνι ξεκόλλησε από το βουνό και προχωρούσε φωτισμένο στα βαθιά σαν τεράστιο πλοίο, οι μαχαιριές ήταν τώρα γρήγορες και πυκνές, η πέτρα του πηγαδιού κάτω απ’ τα χέρια του ζεστή, σαν το αίμα που κύλαγε τώρα και χωνότανε μέσα στο χώμα γύρω του, η πλάτη του ένας χείμαρρος από αίμα, ενώ μπροστά ήταν άθικτος, κι έτσι πάντα το είχε ονειρευτεί, το πίσω μέρος του σώματός του να κατακρεουργηθεί, ενώ το μπρος να παραμείνει λείο και παρθένο, και σε μια στιγμή ευτυχίας απόλυτης είδε το βιβλίο που θα ’γραφε τώρα, αυτό το δευτερόλεπτο αν πρόφταινε, είδε τα κεφάλαια να πλέκονται μεταξύ τους με χάρη και ευελιξία, τα κόμματα, τις τελείες να δίνουν ανάσα και ζωή στις λέξεις, κι ένιωσε για τον Μανόλη ευγνωμοσύνη απέραντη, που του τα χάρισε όλα αυτά, έτσι, μ’ αυτό τον τρόπο, αιώνια.
[Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο Υπνοβάτης, μυθιστόρημα, 16η έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1997, σελ. 246, το απόσπασμα σελ. 108.]