Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Ο Τηλέμαχος πάει για ύπνο (Οδ. Α. 421 – 444).


Οι μνηστήρες πάλι το ’ριξαν στο χορό και στα παθιάρικα τραγούδια, στο γλέντι, και κει θα ’μεναν εωσότου βραδιάσει. Και πάνω που γλένταγαν έπεσε το σκοτεινό σύθαμπο∙ κι ύστερα κίνησε ο καθένας για το σπίτι του να κοιμηθεί. Ο Τηλέμαχος, επίσης, προς τον κοιτώνα του, που βρισκόταν στην πολύ όμορφη αυλή, χτισμένος σε ψηλό περίοπτο πύργο, περπάταγε κι αυτός για το κρεβάτι του βαθιά συλλογισμένος. Κι από κοντά κρατώντας αναμμένο δαδί τον ακολουθούσε η καλή στα καθήκοντά της Ευρύκλεια, η κόρη του Ώπα, του γιου του Πεισήνορα, που κάποτε την αγόρασε ο Λαέρτης, κορίτσι στην αρχή της εφηβείας, δίνοντας από το βιος του είκοσι βόδια για να την αποκτήσει, και που την τιμούσε στο σπίτι όσο και τη σεβαστή του σύζυγο, όμως δεν πλάγιασε ποτέ μαζί της, μην και θυμώσει η κυρά του.
Αυτή τού κράταγε το αναμμένο δαδί, αυτή που από μωρό παιδί τον ανάτρεφε και τον αγάπαγε περισσότερο απ’ όλες τις υπηρέτριες. Άνοιξε τα θυρόφυλλα του κοιτώνα του ο Τηλέμαχος, κάθισε στο κρεβάτι, έβγαλε το μαλακό χιτώνα και τον παράδωσε στο χέρι της συνετής γερόντισσας, κι εκείνη αφού τον δίπλωσε και τον έστρωσε, τον κρέμασε στην ξύλινη απλώστρα δίπλα στο σκαλιστό κρεβάτι, βγήκε έπειτα από την κάμαρα, έσυρε την πόρτα απ’ την ασημένια πετούγια κι έσφιξε με το λουρί το σύρτη. Εκεί, λοιπόν, ο Τηλέμαχος, ολονυχτίς, σκεπασμένος μ’ ένα λεπτότατο μάλλινο χράμι, δούλευε στο μυαλό του το ταξίδι που τον συμβούλεψε η Αθηνά.
   
(Richard Taddei, Reverie / ονειροπόληση, 2007.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία α, στίχοι 421 – 444]