Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Το πονεμένο τραγούδι (Οδ. Α. 325 – 344).


Στους μνηστήρες, που κάθονταν σιωπηλοί και τον άκουγαν, ο φημισμένος τραγουδιστής τραγούδαγε τον επίπονο γυρισμό των Αχαιών στην πατρίδα από την Τροία καθώς τους τον παράγγειλε η Παλλάδα Αθηνά. Μα μόλις άκουσε καθαρά από το ανώι της το θεσπέσιο τραγούδι η κόρη του Ικάριου, η ξεχωριστή στη σύνεση Πηνελόπη, κατέβηκε την ψηλή σκάλα του θαλάμου της, όχι μόνη, αλλά συνοδευόμενη από δύο υπηρέτριες, και σαν έφτασε στους μνηστήρες, η πιο ευγενική ανάμεσα στις γυναίκες, στάθηκε κοντά στην κύρια κολόνα που υποβάσταζε τη στερεή σκεπή και με την κομψή μαντήλα να καλύπτει τα μάγουλά της, ενώ στέκονταν κι από τις δυο πλευρές της η μια και η άλλη πιστές υπηρέτριες, δάκρυσε κι ύστερα είπε στο θεόπνευστο τραγουδιστή: «Φήμιε, ξέρεις, θαρρώ, κι άλλα πολλά των τραγουδιστών εγκώμια για τα έργα των ανθρώπων και των θεών τέτοια που μαγεύουν τους θνητούς ένα απ’ αυτά, σε παρακαλώ, τραγούδα καθισμένος εδωπέρα κι ενώ ετούτοι σιωπηλοί πίνουν κρασί, όμως αυτό το πονεμένο τραγούδι σταμάτα το, που κάθε φορά που τ’ ακούω μες στα στήθη την καρδιά μου βασανίζει, γιατί μου φέρνει όσο δεν πάει άλλο θλίψη αγιάτρευτη. Γιατί ο άντρας μου μού λείπει και τον λαχταρώ και κουβαλάω κάθε στιγμή τη θύμησή του, αυτόν που ’ναι η δόξα του ως τα πέρατα της Ελλάδας και σ’ όλο το Άργος απλωμένη.» 

(Στις φωτογραφίες ο μουσικός από τον Κίσσαμο Χανίων, Αντώνης Μαρτσάκης.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία α, στίχοι 325 – 344]