Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Λουκιανού: Εταιρικοί Διάλογοι / Διάλογος Κρωβύλης και Κόριννας.



ΚΡΩΒΥΛΗ: Κόριννα, κόρη μου, δεν ήτανε και τόσο φοβερό όσο το νόμιζες, να γίνεις δηλαδή γυναίκα από παρθένο κορίτσι. Το ’μαθες πια, κι όχι μόνο το ’ζησες μ’ ένα ωραίο παιδί, ένα παλικαράκι, αλλά κέρδισες και το πρώτο σου χαρτζιλίκι, μία μνα, με την οποία αμέσως κιόλας θα σου αγοράσω κολιέ.

ΚΟΡΙΝΝΑ: Ναι, μανούλα μου, όμως να ’χει και μερικές χάντρες να λαμπυρίζουνε, όπως το κολιέ της Φιλαινίδας.

ΚΡΩΒΥΛΗ: Ναι, το ίδιο θα ’ναι. Άκου με όμως και για όσα πρέπει να κάνεις και για το πώς θα συμπεριφέρεσαι στους άντρες∙ γιατί άλλη δυνατότητα να ζήσουμε, κόρη μου, δε μας απόμεινε, και δύο χρόνια τώρα, αφότου πέθανε ο μακαρίτης ο πατέρας σου, ξέρεις πώς τα βγάζουμε πέρα. Όσο εκείνος ζούσε, δε στερούμασταν τίποτε∙ γιατί ήτανε χαλκιάς, ξακουστός στον Πειραιά, κι όλοι παίρνουνε όρκο πως δε θα υπάρξει χαλκιάς σαν τον Φιλίνο άλλος ποτέ. Μετά το θάνατό του, πρώτα πούλησα τις τσιμπίδες, το αμόνι και τη σφύρα για δυο μνες, κι απ’ αυτές περάσαμε επτά μήνες, έπειτα άλλοτε υφαίνοντας, άλλοτε κλώθοντας νήμα για το υφάδι ή για το στημόνι εξασφάλιζα μόλις και μετά βίας το φαΐ μας. Όμως μεγάλωνα εσένα, τη θυγατέρα μου, και στήριζα πάνω σου τις προσδοκίες μου.

ΚΟΡΙΝΝΑ: Για τη μνα το λες αυτό;

ΚΡΩΒΥΛΗ: Όχι, αλλά λογάριαζα πως σαν μεγαλώσεις με ευκολία και μένα θα με θρέψεις κι εσύ θα γεμίσεις στολίδια το κορμί σου και θα πλουτίσεις και θα ’χεις κόκκινα, πορφυρά ρούχα και υπηρέτριες.   

ΚΟΡΙΝΝΑ: Τι είπες, μαμά, τι εννοείς;

ΚΡΩΒΥΛΗ: Να περνάς την ώρα σου με νεαρούληδες, να πίνεις και να κοιμάσαι μαζί τους επί πληρωμή.

ΚΟΡΙΝΝΑ: Όπως η κόρη της Δαφνίδας, η Λύρα;

ΚΡΩΒΥΛΗ: Ναι.

ΚΟΡΙΝΝΑ: Ναι, αλλά εκείνη είναι εταίρα.

ΚΡΩΒΥΛΗ: Και πού το βλέπεις το κακό; Θα πλουτίσεις και συ, βέβαια, όπως εκείνη, και θα 'χεις πολλούς εραστές. Γιατί κλαις, Κόριννα; Δε βλέπεις πόσες είναι και πόσο ποθητές οι εταίρες και πόσα χρήματα κερδίζουν; Και την κόρη της Δαφνίδας –εγώ τη θυμάμαι πολύ καλά- τα κουρέλια που φόραγε, μα την Αδράστεια, προτού μπουμπουκιάσει και πάρει ανάπτυξη. Βλέπεις τώρα όμως με τι τουπέ βγαίνει από το σπίτι της, με τι χρυσά κοσμήματα και τι λαμπερά φουστάνια, και με υπηρέτριες τέσσερις -σε παρακαλώ.

ΚΟΡΙΝΝΑ: Και πώς τ’ απόκτησε όλ’ αυτά η Λύρα;

ΚΡΩΒΥΛΗ: Πρώτ' απ' όλα στολίζεται και περιποιείται τον εαυτό της. Συμπεριφέρεται σωστά και είναι ανοιχτόκαρδη με τους πάντες, όχι όμως και να κακαρίζει μαζί τους με το τίποτε όπως εσύ, αλλά αντίθετα τους χαμογελάει με γλυκό και ευχάριστο τρόπο. Έπειτα μιλάει και φέρεται έξυπνα σ’ αυτόν που έχει απέναντί της κι ούτε ξεγελά επισκέπτη της ή απεσταλμένο, ούτε η ίδια διακόπτει τους άντρες ενώ μιλούν. Κι όταν κάποτε συνοδεύει σε δείπνο επ’ αμοιβή, ούτε μεθάει –πράγμα καταγέλαστο και οι άντρες τις μισούν αυτές- ούτε καταβροχθίζει μεγάλες μπουκιές με τρόπο ακαλαίσθητο, αλλά πιάνει την τροφή με την άκρη των δακτύλων της, και μασάει σιωπηλά, όχι με γεμάτο στόμα, και πίνει αργά, λίγο λίγο, όχι άπληστα.

ΚΟΡΙΝΝΑ: Κι άμα διψάσει, μαμά; Τότε τι κάνει;

ΚΡΩΒΥΛΗ: Τότε ακόμα περισσότερο, Κόριννα, κόρη μου. Και δε μιλάει πολύ ούτε αστειεύεται με τον οποιοδήποτε στη συντροφιά, αλλά έχει μάτια μόνο για τον πελάτη της. Και αυτός είναι κι ο λόγος που εκείνοι την αγαπούν. Και σαν έρθει η ώρα του κρεβατιού, ποτέ δε θα κάνει εκείνη κάτι αισχρό ή ανόητο, αλλά εξάπαντος ένα μόνο επιδιώκει, πώς δηλαδή θα τυλίξει τον πελάτη της, πώς θα τον κάνει να την ερωτευθεί. Γι’ αυτούς τους τρόπους της όλοι την επαινούν. Αν λοιπόν κι εσύ τους μάθεις καλά αυτούς τους τρόπους, τότε κι εμείς θα ευτυχήσουμε. Γιατί σ’ όλα τ' άλλα την ξεπερνάς τη Λύρα, και, ναι, μα την Αδράστεια, μην πω τίποτε περισσότερο, μόνο, φτου σου κορίτσι μου, την ευχή μου, να μου ζήσεις…

ΚΟΡΙΝΝΑ: ...Δε μου λες, μαμά, ...όλοι οι πελάτες είναι σαν τον Εύκριτο, το παιδί που κοιμηθήκαμε χτες μαζί;

ΚΡΩΒΥΛΗ: Όχι όλοι, μερικοί ίσως καλύτεροι, μερικοί σαν πιο αντρωμένοι, άλλοι που δεν είναι και ιδιαίτερα όμορφοι…

ΚΟΡΙΝΝΑ: Και πρέπει να κοιμηθώ και μ’ αυτούς;

ΚΡΩΒΥΛΗ: Μ’ αυτούς κυρίως, κόρη μου. Και γιατί πληρώνουν καλύτερα -οι όμορφοι αντίθετα νοιάζονται μόνο γι’ αυτό, να είναι όμορφοι. Εσύ όμως πρέπει να έχεις στο μυαλό σου πάντοτε τη μεγαλύτερη αμοιβή, αν θέλεις σύντομα όλες τους να λένε δείχνοντάς σε με το δάκτυλο: «Δε βλέπεις την Κόριννα, τη θυγατέρα της Κρωβύλης, πόσο πολύ πλούτισε κι έκανε τρισευτυχισμένη και τη μάνα της;» Τι λες; Θα τα καταφέρεις; Εγώ είμαι σίγουρη, θα τα καταφέρεις. Θα τις ξεπεράσεις όλες τους εύκολα. Άιντε, τράβα τώρα να πλυθείς, μην σου ’ρθει και σήμερα το παλικαράκι σου ο Εύκριτος. Σου το υποσχέθηκε κιόλας.          

(Δύο εταίρες παίζουν τον κότταβο για τον Ευθυμίδη, περί το 510 π.Χ., έργο του αγγειογράφου Φιντία.)

(Για τον Λουκιανό και ειδικότερα τους Ἑταιρικούς Διαλόγους προηγούμενες αναρτήσεις 1, 2.)