Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Ο Λουκιανός, ο πίνακας του Αετίωνα και η απόδοσή του από τους Ραφαήλ και Σοντόμα.




Στην εισαγωγή (ή έκφραση όπως ονομάζεται το είδος του λόγου στη ρητορική) του Λουκιανού «Ἡρόδοτος ἢ Ἀετίων», το ολιγοσέλιδο κείμενο που εκφώνησε στη Μακεδονία, σε ακροατήριο Μακεδόνων, συνδέει συνειρμικά το μεγάλο ιστορικό από την Αλικαρνασσό Ηρόδοτο με το ζωγράφο Αετίωνα, διότι με τον τρόπο που ο πρώτος σκέφτηκε να γνωστοποιήσει το έργο του, να το παρουσιάσει δηλαδή στο πανελλήνιο κοινό των Ολυμπιακών Αγώνων, έτσι κι ο Αετίωνας τον σπουδαίο πίνακά του που απεικόνιζε τους γάμους του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τη Ρωξάνη, τον εξέθεσε και αυτός στη διάρκεια των Ολυμπιακών, και έκανε τόση εντύπωση, που ένας από τους Ελλανοδίκες, ο Προξενίδας, τον πήρε για γαμπρό του, του έδωσε την κόρη του.
Ο Αετίωνας υπήρξε διάσημος ζωγράφος και γλύπτης κατά τον 4ο αι. π.Χ., όμως δε γνωρίζουμε τίποτε άλλο για το έργο του πάρεξ την περιγραφή αυτού του πίνακα, που όπως μάλιστα μαρτυρεί ο Λουκιανός βρισκόταν, και ο ίδιος τον είδε εκεί, στην Ιταλία. Ορμώμενος από αυτή την περιγραφή, πολλούς αιώνες αργότερα, γύρω στο 1517, και σε σύνθεση του Ραφαήλ Σάντσιο (1483-1520) θα προσπαθήσει να αποδώσει τον πίνακα του αρχαίου ζωγράφου ο Τζοβάνι Αντόνιο Μπάτσι, ο επονομαζόμενος Ιλ Σοντόμα (1477-1549), σε τοιχογραφία της βίλας Φαρνεζίνα στη Ρώμη.

Το απόσπασμα από την έκφραση του Λουκιανού «Ἡρόδοτος ἢ Ἀετίων», παρ. 5-6.

«(…) Ο πίνακας βρίσκεται στην Ιταλία, εγώ τον είδα και γι’ αυτό μπορώ να σ’ τον περιγράψω. Δείχνει ένα πολύ όμορφο δωμάτιο και κρεβάτι νυφικό, και τη Ρωξάνη, ένα ωραιότατο κορίτσι, να κάθεται με το βλέμμα χαμηλωμένο γιατί ντρέπεται τον Αλέξανδρο που είναι κι αυτός παρών εκεί. Υπάρχουν και διάφοροι Έρωτες χαμογελαστοί. Ένας που βρίσκεται πίσω της και τραβάει από το κεφάλι της το πέπλο, για να δείξει στο γαμπρό τη Ρωξάνη, ένας άλλος όπως ακριβώς κάποιος δούλος βγάζει το σανδάλι από το πόδι της, για να πλαγιάσει πια, άλλος έχει τυλιχτεί τη χλαμύδα του Αλέξανδρου, Έρωτας κι αυτός, και τον τραβολογάει προς τη Ρωξάνη σέρνοντας με πολλή δύναμη. Και ο ίδιος ο βασιλιάς προσφέρει στο κορίτσι στεφάνι, ενώ μαζί τους βοηθός και οδηγός της νύφης παραστέκει και ο Ηφαιστίωνας κρατώντας αναμμένη δάδα, ο οποίος στηρίζεται σε πολύ όμορφο έφηβο –ο Υμέναιος υποθέτω είναι (γιατί δεν ήτανε γραμμένο το όνομά του). Σε άλλο σημείο του πίνακα άλλοι Έρωτες παίζουν με τα όπλα του Αλέξανδρου, δύο κουβαλώντας την λόγχη του, μιμούμενοι τους αχθοφόρους που όποτε σηκώνουν δοκάρι λυγάνε από το βάρος του, άλλοι δυο μεταφέρουν έναν τρίτο ξαπλωμένο στην ασπίδα, ότι τάχα είναι βασιλιάς, και τον σέρνουν κρατώντας την ασπίδα από τις λαβές της. Ένας πάλι χώθηκε στο θώρακα τον ακουμπισμένο χάμω στο πάτωμα ανάσκελα και μοιάζει να παραφυλάει πότε θα φτάσουν οι προηγούμενοι σέρνοντας την ασπίδα κοντά του να τους τρομάξει. Δεν είναι παιχνίδια γενικά όλ’ αυτά ούτε κόπιασε μάταια να τα ζωγραφίσει ο Αετίωνας, αλλά φανερώνουν τον έρωτα του Αλέξανδρου για τα στρατιωτικά έργα, και το ότι ενώ ήτανε ερωτευμένος με τη Ρωξάνη, συνάμα όμως δεν ξεχνούσε ούτε τα όπλα του. (…)»

[Τζοβάνι Αντόνιο Μπάτσι, ο επονομαζόμενος Ιλ Σοντόμα, σε σύνθεση του Ραφαήλ, Οι γάμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τη Ρωξάνη, τοιχογραφία, γύρω στο 1517, στη βίλα Φαρνεζίνα, στη Ρώμη.]