Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 14) Γιάννενα.



Ήμουν πια φοιτητής. Τι χαρά. Δύσκολο να βρεθεί πιο αγεωγράφητος από μένα. Αμυδρά θυμάμαι στον ενθουσιασμό μου πώς είχα φαντασιωθεί την πόλη, «Απ’ τη μια η λίμνη, απ’ την άλλη η θάλασσα!» που με τα τουριστικά μέτρα της μέχρι τότε εμπειρίας μου εννοούσα κάτι ανάμεσα σε Λουκέρνη και Σορέντο.  Με προσγείωσε πρώτος ο πατέρας μου, «Η θάλασσα είναι κάπου δυο ώρες απ’ τα Ιωάννινα», ύστερα τα ίδια τα Γιάννενα.
Βλέπω τωρινές εικόνες της πόλης, μιας ζωντανής νεαρούπολης – φοιτητούπολης, τόσο αλλαγμένης, τουλάχιστον σ’ ό,τι προσφέρει σ’ έναν φοιτητή της, σε σχέση με τα χρόνια εκεί στο τέλος του ’70. Τότε μου είχε φανεί, παρά την έκταση και τον πληθυσμό της, περίπου ένα χωριό της Κω. Υπήρχαν βέβαια και οι γειτονιές με ορισμένη προσωπικότητα, η Αγορά (όπου και τα δύο σπίτια που νοίκιαζα, η γκαρσονιέρα στην Κάνιγγος για δυο χρόνια, το δυαράκι στην Τσιριγώτη τα επόμενα δύο, στο δεύτερο συγκάτοικοι με τον πολύ στενό φίλο από το 1981 Δημήτρη Μποσνάκη), το Κάστρο, ο μόλος κάτω στη λίμνη, κι από κει σε πέντε – δέκα λεπτά με το καραβάκι στο νησάκι.
Την πρώτη χρονιά την πέρασα σχεδόν σε κατάθλιψη. Ήθελα σαν τρελός να φύγω, στην αρχή να πάρω μεταγραφή, αγοράζονταν οι μεταγραφές εκείνα τα χρόνια, πολλοί ντόπιοι δήλωναν μεγαλύτερες πόλεις, κι εφόσον πέρναγαν εκεί, ύστερα παζάρευαν την τάχα κοινή συναινέσει μεταγραφή, ξεκίναγαν τις σπουδές τους μ’ ένα είδος γενναίας παρα-υποτροφίας (από εκατό με διακόσες χιλιάδες έως μισό εκατομμύριο δραχμές, όταν ο βασικός κυμαινόταν στις δέκα με δώδεκα χιλιάδες), παρά τρίχα να τα καταφέρω, εκ των υστέρων πάλι λέω, ευτυχώς που όχι. Επί ένα έτος, από τον Σεπτέμβριο του 79 έως τον Ιούνιο του 80, αρνιόμουν να κάνω παρέες, να εγκλιματιστώ, τα πάντα. Η σχολή συνειδητοποιούσα καθημερινά πως ούτε με ήθελε ούτε την ήθελα, ρίχτηκα στη λογοτεχνία και στο Τρίτο του Μάνου Χατζιδάκι. Και βέβαια, βυθιζόμουν.
Τα Γιάννενα δεν έχουν θάλασσα. Ξεγελούσα τον εαυτό μου τα βράδια μόνος –ο μόλος εκείνα τα χρόνια έρημος-, νερό μεν, αλλά καθόλου αλμύρα. Κι ένα γύρο το λεκανοπέδιο, περίκλειστη η πόλη απ’ τα βουνά, θυμάμαι τον εφιάλτη, να τρέχω με μηχανή και στο τέλος ο δρόμος να κυρτώνει να με γυρνάει τούμπα πίσω. Η σιγανή μέρες – βδομάδες ασταμάτητη βροχή, ο ήλιος που σχεδόν δεν βγήκε ειδικά εκείνο τον χειμώνα, κι όταν άνοιξε μέσα - τέλη Μαΐου ο καιρός, τι έκρηξη οι τριανταφυλλιές -τις ευνοεί ο τόπος-, ακόμα και απεριποίητες σε δρόμους – στις νησίδες αναρριχημένες στα  φωτιστικά, σε παρτέρια, σε ακάλυπτους, μυρωδάτα εκατοντάφυλλα όλων των χρωμάτων, η πνιγηρή βίαιη άνοιξη κι αν μ’ έδιωχνε, επιπλέον οι στενάχωροι δύο όλοι κι όλοι δρόμοι, η φοιτητική ζωή που έμοιαζε λιγότερη κι από υποτυπώδης, όλα συνέβαλλαν στη μεγάλη εσωτερική κρίση. Έμεινα μόνος, έπρεπε να βρω έστω ψαχουλευτά τον εαυτό μου –και ήμουν μόλις δεκαεννέα χρόνων. Στο τέλος εκείνης της χρονιάς θα με πλάκωνε και το πιο βαρύ απ' όλα, το οριστικό κλείσιμο του Τρίτου. Το Τρίτο του Μάνου Χατζιδάκι συμβόλιζε στη συνείδηση μου, και έκτοτε τίποτε άλλο με την ίδια πληρότητα, την ελευθερία ως αίτημα και ιδίως ως αξία αισθητική. Διαισθανόμουν τι χανόταν, και που πράγματι χάθηκε για πάντα. Πένθησα τόσο πολύ αυτή την απώλεια, που νομίζω πως είναι γι’ αυτό τον λόγο που έκτοτε συστηματικά δεν ξανάκουσα ποτέ ραδιόφωνο.
Μα κι όλα, εντούτοις, θα άλλαζαν άρδην απ' την πρώτη κιόλας μέρα του επόμενου έτους.
Όμως την ώθηση, ξανά το κάλεσμα στη ζωή θα μου το 'δινε στη διαγωνίως άλλη άκρη της Ελλάδος η καταδική μου πρωτεύουσα, η Ρόδος.

(Η φωτογραφία είναι μεταγενέστερη, του ’81 ή του ’82. Σε ταβέρνα στο νησάκι.)