Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Γκορ Βιντάλ: Ιουλιανός.


(1964, 39 χρόνων, πορτρέτο από τη φωτογράφο του Observer Jane Bown κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του συγγραφέα στο Λονδίνο με την ευκαιρία της έκδοσης του Ιουλιανού.)

Τον Ιουλιανό πρέπει να τον πρωτοδιάβασα το 2000. Δε με εντυπωσίασε λιγότερο τώρα. Έργο υψηλής ειρωνείας, συνθεμένο με κομψότητα, με ευφυΐα, με πολλή έμπνευση. Ας πούμε πως η προσοχή του συγγραφέα είναι στραμμένη στις καίριες αλλαγές του τέταρτου αιώνα και της εποχής των Φλαβίων που συντέλεσαν στο πέρασμα από τον παλιό ελληνίζοντα ρωμαϊκό κόσμο, τον αρχαίο του Ομήρου -όπως τον θέλουν οι ελληνιστές-, στον επερχόμενο της εκχριστιανισμένης αυτοκρατορίας. Από την κατάφαση στο ζωτικά ποικίλο φυσικό κόσμο, (όπου η θεότητα περίπου όπως ο μύθος νομιμοποιεί την τεράστια ποικιλότητα της φύσης, αφήνοντας στη φιλοσοφία την αποκατάσταση της όποιας ενότητας), στην αποθέωση του θανάτου, την άρνηση του φυσικού χάριν του επέκεινα, κάποιου μεταφυσικού κόσμου, ουσιαστικά στη θεραπεία της μεταθανάτιας αγωνίας που εισηγούνται γενικά οι μυστηριακές θρησκείες, και ως επίσημη αυτοκρατορική ο χριστιανισμός. Ως θρησκεία μυστηριακή προϋπήρξε ο μιθραϊσμός, και τα αρχαιοελληνικά μυστήρια. Νομίζω αποδεικνύει ο συγγραφέας την τραγική αντίφαση στο πρόσωπο του Ιουλιανού (του επονομαζόμενου Παραβάτη ή Αποστάτη), ενός κατά βάσιν χριστιανού, δηλαδή που κατατρύχεται από τη μυστηριακή σύλληψη του υπερβατικού, ο οποίος, εντούτοις, επιδίωξε την αναβίωση του «κόσμου του Ομήρου», και αυτό λιγότερο από γνήσια εσωτερική ανάγκη, περισσότερο από την αποστροφή προς τις συνθήκες εγκλεισμού και φόβου που βίωσε σ’ όλη την παιδική, εφηβική και πρώτη νεανική ζωή του υπό την απειλή του θείου του Κωνστάντιου, του συνεχιστή της φιλικής προς τον χριστιανισμό θρησκευτικής πολιτικής του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η ζωή των πριγκίπων έμοιαζε με διαρκή εγκλεισμό και διακατεχόταν από τρόμο θανάτου, στο έλεος των συνωμοσιών της αυλής του συγγενή - ηγεμόνα (εξαιρετικές ως προς αυτό οι περιγραφές των αυλικών ευνούχων του Κωνστάντιου και των τελετουργιών στις οποίες προΐσταντο). Τα παραπάνω συμπεριλαμβάνονται στους ιστορικούς προβληματισμούς του συγγραφέα, βέβαια, αλλά ο Ιουλιανός είναι μυθιστόρημα, όχι ιστορική πραγματεία, και βρίθει τόσων και τέτοιας δύναμης στιγμιότυπων, από μικρές – μικρές σκηνές γεμάτες ζωντάνια αλλά και εμπειρία ώριμου βιώματος, που όταν παρατήρησα την ηλικία του συγγραφέα – ανάμεσα στα τριάντα πέντε και τα σαράντα του χρόνια-, πραγματικά εξεπλάγην, ως αναγνώστης είχα την εντύπωση ότι παρακολουθούσα τον επιτελικό νου συγγραφέα άνω των πενήντα χρόνων.
Δυνατές περιγραφές, λεπτομέρειες που στερεώνουν τη συνολική εικόνα, δεξιοτεχνία στη χρήση του αφηγηματικού χρόνου. Αλλά η ιδιοφυΐα του Βιντάλ, η απόλυτη ειρωνεία στην απόδοση του υλικού του, βρίσκεται στην επινόηση του αφηγητή / αφηγητών του. Τυπικά διαβάζουμε τα «απομνημονεύματα» του Ιουλιανού, κείμενο που σύμφωνα με τη μυθιστορηματική σύλληψη υπαγορεύει στους γραμματείς του κατά την περσική εκστρατεία, και που δε θα προλάβει να ολοκληρώσει ή να επιμεληθεί επισταμένα, σελίδες που έκλεψε ο ελληνιστής γραμματικός και φιλόσοφος Πρίσκος, μέλος της ακολουθίας του, από τη σκηνή του αυτοκράτορα την ημέρα του θανάτου του. Τα απομνημονεύματα τα ζητάει από τον Αθηναίο Πρίσκο ο Λιβάνιος, επίσης ελληνιστής φιλόσοφος, αυτός ζει στην Αντιόχεια, για να τα επιμεληθεί και να τα εκδώσει. Έτσι έχουμε τους δύο πνευματώδεις γέρους, τον Πρίσκο και τον Λιβάνιο, συχνά βιτριολικούς σαρκαστικούς σχολιαστές, να αλληλογραφούν σχολιάζοντας ή συμπληρώνοντας τα κενά, έως και τα στενογραφικά σημειώματα του νεαρού αυτοκράτορα, που εύλογα μεροληπτεί αυτοβιογραφούμενος, και που, παρ’ όλη την αγάπη με την οποία τον περιβάλλει ο Βιντάλ, δεν εκτιμά ως επαρκή να κατανοήσει σε βάθος την ιστορία τη δική του αλλά και της εποχής του. Άλλωστε, -και εδώ πρωτοστατεί η βινταλική ειρωνεία-, ακόμα και όπου οι εκδοχές ενός συμβάντος μαρτυρούνται και από τους τρεις, ο συγγραφέας τις αφήνει να αιωρούνται αβέβαιες. Η εμπειρία είναι πολύ ρευστή, η ιστορική ή όποια άλλη πραγματικότητα αποτελούν περισσότερο κατασκευασμένες συμβάσεις, τίποτε δεν μπορεί να αποδοθεί με απόλυτο κύρος. Να σημειώσω, επίσης, (υποθέτω από τα κείμενα του ίδιου του Ιουλιανού), τις ωραίες χρήσεις: Γαλιλαίοι αντί χριστιανοί, οστεοφυλάκια αντί εκκλησίες, το τριπλό τέρας αντί η αγία τριάδα.
Αξιομνημόνευτες σελίδες: η μύηση στα μυστήρια του Μίθρα σελ. 115 – 116, στα Ελευσίνια σελ. 191 – 198, η πόλη της Αντιόχειας σελ. 408 – 411, η θυσία του ταύρου στο ναό του Φιλίου Διός και η οιωνοσκοπία από το συκώτι του ζώου σελ. 419 - 425, αλλά και πολλές άλλες, συνολικά ένα συναρπαστικότατο αφήγημα.

Και μερικά αποσπάσματα:

Σελ. 33 (ο Ιουλιανός για το θείο του): Ουδέποτε υπήρξε αληθινός Γαλιλαίος. Εκμεταλλεύτηκε απλώς το χριστιανισμό για να επεκτείνει την εξουσία του στον κόσμο. Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν ένας πονηρός επαγγελματίας στρατιώτης, με ατελέστατη μόρφωση και απόλυτα αδιάφορος για τη φιλοσοφία. Ωστόσο, κάποια διεστραμμένη ροπή του έβρισκε τεράστια ικανοποίηση στις δογματικές αντεγκλήσεις. Τον μάγευαν οι παραφρονημένες αντεγκλήσεις των επισκόπων.

Σελ. 123 – 124 (σε επιστολή του Λιβάνιου, σκηνή από το ανάκτορο του Γάλλου, του αδελφού του Ιουλιανού στην Αντιόχεια): Καθώς παρακολουθούσαμε τους ιδρωμένους και αιμόφυρτους άντρες, εκείνη φώναζε κάθε τόσο στον έναν από τους δυο: «Σκότωσέ τον!» Όποτε καταφερόταν κανένα πολύ δυνατό κτύπημα, εκείνη αγκομαχούσε με κάποιον περίεργο, άσεμνο, ιδιαίτερο τρόπο, σαν γυναίκα στη σεξουαλική πράξη. Το θέαμα της Κωνσταντίας ήταν εξαιρετικά ανησυχητικό.
Παρακολουθήσαμε τους πυγμάχους ώσπου ο ένας τους έπεσε νεκρός. Καθώς ο ηττημένος σωριαζόταν άψυχος στο πάτωμα, ο Γάλλος τινάχτηκε όρθιος από το ανάκλιντρο και αγκάλιασε τον καταματωμένο νικητή σαν να του όφειλε κάποια μεγάλη ευγνωμοσύνη. Έπειτα, άρχισε να κλοτσά το νεκρό, γελώντας και φωνάζοντας από ασυγκράτητη χαρά. Έδειχνε να βρίσκεται σε παράκρουση. Ποτέ στη ζωή μου δεν έτυχε να δω πρόσωπο ανθρώπου να αποκαλύπτει έτσι το κτηνώδες εσωτερικό του.
«Σταμάτησε, Γάλλε!» φώναξε η Κωνσταντία, η οποία συνειδητοποίησε επιτέλους την παρουσία μου. Είχε σηκωθεί κι εκείνη.
«Τι συμβαίνει;» απόρησε εκείνος και την κοίταξε με άδεια μάτια. «Α, μάλιστα», είπε όταν με είδε. Ίσιωσε το χιτώνα του. Οι σκλάβοι ήρθαν και πήραν το πτώμα του νεκρού πυγμάχου. Η Κωνσταντία με πλησίασε με ακτινοβόλο χαμόγελο. «Πόσο χαιρόμαστε που έχουμε τον περίφημο Λιβάνιο εδώ, στο ανάκτορό μας». Τη χαιρέτησα με κάθε επισημότητα, παρατηρώντας με κάποια έκπληξη πως η φυσική φωνή της ήταν χαμηλή και μουσική και ότι τα ελληνικά της ήταν άριστα. Μέσα σε μια στιγμή η μαινάδα είχε μεταμορφωθεί σε βασίλισσα.
Ο Γάλλος πλησίασε και μου έδωσε να φιλήσω το χέρι του. Τα χείλη μου γέμισαν αίματα.

Σελ. 143 (απομνημονεύματα Ιουλιανού): Μου έκανε εντύπωση επίσης το ότι, κάθε φορά που περνούσαμε μπροστά από το ομοίωμα ενός αρχαίου θεού, ο επίσκοπος δε σφύριζε και δεν έκανε το σημείο του σταυρού, όπως κάνουν οι περισσότεροι Γαλιλαίοι που φοβούνται μην τυχόν και μολυνθούν. (…) Σήμερα εκείνος ο ίδιος ο Πηγάσιος είναι ο αρχιερέας μου της Καππαδοκίας. Ουδέποτε υπήρξε Γαλιλαίος. Υποκρινόταν απλώς, νομίζοντας πως αν ανερχόταν σε κάποια σημαντική θέση μεταξύ των αχρείων, θα κατάφερνε να διαφυλάξει τους ναούς των προγόνων μας. Σήμερα, χαίρεται την ελευθερία του.
Πρίσκος: Και τώρα χαίρεται τη ζωή του στην περσική αυλή, όπου, σύμφωνα με τα κουτσομπολιά, έχει ασπαστεί την περσική λατρεία του ήλιου. Ο Ιουλιανός ανακατευόταν με τους πιο παράξενους ανθρώπους.

Σελ. 345 (απομνημονεύματα Ιουλιανού): Στην αρχή, ο τύραννος παίζει αθώα παιχνίδια, καταβρέχει συγκλητικούς στα λουτρά, προσφέρει ξύλινα ομοιώματα εδεσμάτων στους καλεσμένους του, κάνει φάρσες και, ό,τι και αν πει ή κάνει, όλοι γελούν και τον κολακεύουν για τις πιο βλακώδεις παρατηρήσεις του που θεωρούν πνευματώδεις. Μετά, τα μικρά αστεία αρχίζουν να χάνουν το ενδιαφέρον τους. Μια μέρα, το βρίσκει πολύ ενδιαφέρον να βιάσει τη γυναίκα ενός άλλου ή τον άντρα μιας γυναίκας, ενώ ο σύζυγος υποχρεώνεται να παρακολουθεί τη σκηνή. Μπορεί και να θελήσει να βασανίσει και τους δυο ή και να τους σκοτώσει.

Σελ. 377 (απομνημονεύματα Ιουλιανού): Καθώς οι θρησκευτικές πλευρές του κράτους έγιναν βαθμιαία όλο και πιο πολύ τυπικές και άκαμπτες, ο κόσμος πλησίασε τις μυστηριακές λατρείες, πολλές από τις οποίες έχουν ασιατική προέλευση. Στην Ελευσίνα ή στα διάφορα σπήλαια του Μίθρα, δινόταν στους ανθρώπους η ευκαιρία να έχουν ένα όραμα του τι μπορεί να είναι αυτή η ζωή και να προϊδεάζονται για τη ζωή που ακολουθεί.

Σελ. 517 (από επιστολή του Πρίσκου): Οι νεκροί Πέρσες είχαν απογυμνωθεί από τις πανοπλίες και τα τιμαλφή τους εκτός από έναν, ο οποίος φορούσε ακόμη ένα χρυσό δακτυλίδι. Αποφάσισα να το πάρω για ενθύμιο. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι την αφή εκείνου του σκληρού και κρύου χεριού που με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να ισιώσω τα δάκτυλά του που είχαν σφιχτεί σε μια καφετιά γροθιά. Κοίταξα το πρόσωπό του. Ήταν νέος άνθρωπος και δεν είχε γένι. Τον κοίταξα καλά. Με κοίταξε και εκείνος με τα μάτια του που ήταν γυαλιστερά σαν να είχαν πυρετό. Οι μύγες βούιζαν γύρω από το πρόσωπό του.
«Πολεμικά λάφυρα», είπε άνετα ο Ανατόλιος.
«Πολεμικά λάφυρα», είπα και εγώ στο νεκρό Πέρση και τον άφησα να πέσει στο χώμα με έναν υπόκωφο θόρυβο. Δεν έδειξε να πείθεται. Οι μύγες κάθισαν στο πρόσωπό του. Το δαχτυλίδι του το φορούσα μέχρι πριν από μερικούς μήνες, αλλά το έχασα στα λουτρά. Τον τελευταίο καιρό, έχω αδυνατίσει πολύ και φαίνεται πως γλίστρησε από το δάχτυλό μου. Φυσικά, οι λουτράρηδες δε συνηθίζουν να επιστρέφουν αυτά που βρίσουν κάθε τόσο.

Σελ. 569 (ο Λιβάνιος συζητώντας με τον παλιό μαθητή του και τότε απλό διάκονο Ιωάννη Χρυσόστομο):
«Όχι, όχι το θάνατο. Έχουμε διαλέξει την αιώνια ζωή, την ανάσταση του…»
«Αυτή είναι ιστορία για να τη λες στα μικρά παιδιά. Η αλήθεια είναι πως για χιλιάδες χρόνια μάς ένοιαζε αυτό που ζει. Τώρα κοιτάζετε αυτό που πέθανε, λατρεύετε ένα νεκρό και λέτε ο ένας στον άλλο πως αυτός εδώ ο κόσμος δεν είναι για εμάς και πως ο μόνος που έχει σημασία είναι ο επόμενος. Μόνο που δεν υπάρχει επόμενος κόσμος.»

Για τον Γκορ Βιντάλ και προηγούμενες αναρτήσεις: 1, 2, 3, 4.

Προσεγμένα τα ελληνικά της μετάφρασης και γενικότερα η έκδοση.

[Γκορ Βιντάλ, Ιουλιανός, μετάφραση Τάκης Κιρκής, εκδόσεις Εξάντας, 1998, σελ. 570] 


(1981. Στο γραφείο του σπιτιού του στο Λος Άντζελες. (Από τον Tony Koroby.))

(Φωτογραφήθηκε από τον Carl Van Venchten το 1948, 23 χρόνων.)