Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Τα άλογα του Αχιλλέα θρηνούν τον Πάτροκλο∙ ο Δίας τα οικτίρει (Ιλ. Ρ. 426 – 450).


(Ο Όμηρος δεν αγαπάει άλλη αλήθεια από την αλήθεια της τέχνης του. Σπανίζουν τα αποφθέγματα στη ροή του κειμένου του. Ιδού ένα. Αλλά κι εδώ, καθώς το εκφέρει πρόσωπο της αφήγησης, ο Δίας, και όχι ο αφηγητής, ίσως, αν ιδωθεί στο περιβάλλον του, δεν είναι άμοιρο ορισμένης ειρωνείας: οὐ μὲν γάρ τί πού ἐστιν ὀϊζυρώτερον ἀνδρὸς  /  πάντων ὅσσα τε γαῖαν ἔπι πνείει τε καὶ ἕρπει, γιατί πουθενά και τίποτε δεν υπάρχει πιο αξιολύπητο από τον άνθρωπο ανάμεσα σε όλα όσα αναπνέουν και σέρνονται πάνω στη γη, Ιλ. Ρ. 446 - 447.
Και κάτι ακόμα. Πέρα από την επιστημονική αλήθεια για τη «συνέχεια» της ελληνικής γλώσσας, μεταφράζοντας, δε γίνεται να μη σε εντυπωσιάζουν περιπτώσεις σαν κι αυτήν: δάκρυα δέ σφι / θερμὰ κατὰ βλεφάρων χαμάδις ῥέε μυρομένοισιν / ἡνιόχοιο πόθῳ, και θερμά δάκρυα έρεαν από τα βλέφαρά τους χάμω στη γη όσο θρηνούσαν ποθώντας τον ηνίοχό τους, Ιλ. Ρ. 437 – 439.)

Τα άλογα του Αχιλλέα, του εγγονού του Αιακού, όμως, που βρίσκονταν μακριά απ’ τη μάχη, κλαίγανε από την πρώτη στιγμή που μάθανε ότι ο Πάτροκλος, ο ηνίοχός τους, έπεσε στα χώματα σκοτωμένος απ’ τον  Έκτορα, το φονιά των ανδρών. Ωστόσο, ο Αυτομέδοντας, ο γενναίος γιος του Διώρη, πολλές φορές με το γρήγορο μαστίγιό του τα χτύπαγε μ' ελαφριές καμουτσικιές, πολλά μειλίχια παραγγέλματα τούς έδινε, αλλά και πολλές απειλές. Τα δυο τους, όμως, ούτε πίσω στα καράβια στον πλατύ Ελλήσποντο ήθελαν να πάνε ούτε στον πόλεμο μαζί με τους Αχαιούς, παρά, όπως η στήλη που μένει ακίνητη στημένη πάνω από τον τάφο νεκρού άντρα ή γυναίκας, έτσι έμεναν ασάλευτα, δεμένα στο πολύ όμορφο πολεμικό άρμα, με σκυμμένα τα κεφάλια τους στο έδαφος∙ και θερμά δάκρυα έρεαν από τα βλέφαρά τους χάμω στη γη όσο θρηνούσαν ποθώντας τον ηνίοχό τους∙ κι η πυκνή χαίτη λερωνόταν καθώς έβγαινε έξω από τη ζεύγλα και από τις δυο πλευρές του ζυγού.
Κι όπως τα δυο τους θρηνούσαν, τα είδε και τα λυπήθηκε ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, και κουνώντας το κεφάλι μονολόγησε: «Αχ, καημένα μου, τι θέλαμε και σας δώσαμε στο βασιλιά Πηλέα, ένα θνητό, εσάς που δε γερνάτε και που είστε αθάνατα; Άραγε για να ’χετε πόνους ανάμεσα στους δυστυχισμένους ανθρώπους; Γιατί πουθενά και τίποτε δεν υπάρχει πιο αξιολύπητο από τον άνθρωπο ανάμεσα σε όλα όσα αναπνέουν και σέρνονται πάνω στη γη. Αλλά σε σας τουλάχιστον και στο δουλεμένο με τέχνη άρμα ο Έκτορας ο γιος του Πρίαμου δε θα επιβιβαστεί∙ γιατί δε θα τον αφήσω. Δεν του φτάνει κι αυτουνού που πήρε στην κατοχή του τα όπλα και που παινεύεται γι’ αυτό..;»    

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ρ, στίχοι 426 - 450]