Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Ἄχεος νεφέλη μέλαινα / μαύρο της λύπης σύννεφο (Ιλ. Σ. 20 – 31).

«Αλί σε μένα, γιε του συνετού Πηλέα, αληθινά πολύ θλιβερή αγγελία θ' ακούσεις για όσα μακάρι να μην είχανε συμβεί. Ο Πάτροκλος κείτεται νεκρός κι οι άντρες μάχονται γύρω απ' το γυμνό κουφάρι του, κι ακόμα ότι τα όπλα του τα έχει στην κατοχή του ο Έκτορας, αυτός που η περικεφαλαία του στραφταλίζει.»
Αυτά είπε ο Αντίλοχος και τον Αχιλλέα τον πλάκωσε το μαύρο της λύπης σύννεφο∙ πήρε και με τα δυο του χέρια σκόνη γεμάτη στάχτη και την έχυσε πάνω στο κεφάλι του κι ασχήμυνε το όμορφο πρόσωπό του∙ κι η μαύρη στάχτη κάθισε στο λαμπρό καθαρό χιτώνα του κι ο ίδιος κυλίστηκε όλος και κειτόταν φαρδύς πλατύς στα χώματα, και με τα ίδια του τα χέρια χάλαγε ξεριζώνοντας τα μαλλιά του. Κι οι σκλάβες που ο Αχιλλέας κι ο Πάτροκλος είχανε πάρει σαν λάφυρα στον πόλεμο μέσ’ απ’ την ψυχή τους οδύρονταν με δυνατές κραυγές, βγήκαν απ’ την πόρτα κι έτρεξαν γύρω απ’ τον Αχιλλέα, τον έμπειρο πολεμιστή, κι όλες χτυπιούνταν στα στήθια με τα χέρια τους και λύνονταν καθεμιάς τα γόνατα.
  
[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Σ, στίχοι 20 - 31]