Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Όταν ο Δίας κουνάει το κεφάλι σύννους (Ιλ. Ρ. 194 - 208).



(Και μη μας διαφύγει η έξοχη προοικονομία, η σχετική με τον Αχιλλέα: αλλά δε γέρασε μέσα στα όπλα του πατέρα του ο γιος.)
 
Κι ο Έκτορας φόρεσε τα αθάνατα όπλα του Αχιλλέα, του γιου του Πηλέα, που οι θεοί, οι απόγονοι του Ουρανού, τα δώρισαν στον αγαπημένο πατέρα του∙ κι αυτός με τη σειρά του τα ’δωσε σαν γέρασε στο παιδί του∙ αλλά δε γέρασε μέσα στα όπλα του πατέρα του ο γιος… 
Αυτόν πάλι όταν τον είδε από ψηλά ο Δίας που αθροίζει τις νεφέλες να οπλίζεται με τα όπλα του θεϊκού γιου του Πηλέα, αφού κούνησε το κεφάλι, μονολόγησε: «Αχ, καημένε, ούτε που ψυλλιάζεσαι ο θάνατος πόσο κοντά σου ήρθε, εσύ, αντίθετα, φοράς τ’ αθάνατα όπλα ενός πολύ γενναίου άντρα που οι άλλοι τον τρέμουν. Δε φτάνει που του σκότωσες το σύντροφο τον προσηνή και το δυνατό, μόνο του άρπαξες κατά τρόπο άπρεπο και τα όπλα που φόραγε στο κεφάλι και στους ώμους του. Παρ’ όλ’ αυτά, προσώρας θα σου δώσω μεγάλη δύναμη, σαν ανταπόδοση για το ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις απ’ τη μάχη στο σπίτι σου ούτε να δεχτεί η Ανδρομάχη από σένα τα περίφημα όπλα του γιου του Πηλέα.» 

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ρ, στίχοι 194 - 208]