Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Τα δώρα για τον Αχιλλέα∙ ο Πρίαμος έξαλλος με τους παρατρεχάμενους, μα και με τους γιους του (Ιλ. Ω. 228 – 267).


(Ο Πρίαμος πείθει τη γυναίκα του, την Εκάβη, να κατεβεί ο ίδιος ικέτης στα καράβια των Αχαιών και στον Αχιλλέα, να ανταλλάξει με λύτρα το κουφάρι του Έκτορα, κάτι που άλλωστε του υπέδειξε ο Δίας μέσω της αγγελιοφόρου του, της Ίριδας.)

Άνοιξε τα ωραία επικαλύμματα των κιβωτίων, κι από μέσα τους διάλεξε δώδεκα πολύ όμορφα σκεπάσματα, δώδεκα μονές χλαίνες, άλλα τόσα χαλιά, κι άλλα τόσα άσπρα πανωφόρια, κι επιπλέον άλλους τόσους χιτώνες. Επίσης ζύγισε κι έφερε συνολικά δέκα τάλαντα χρυσού και δύο αστραφτερούς τρίποδες, τέσσερα καζάνια, κι ένα πολύ όμορφο ποτήρι, που του το ’χαν δώσει οι Θρακιώτες όταν πήγε εκεί σε αποστολή πρεσβείας, που ήτανε μεγάλο δώρο -και δεν το λυπήθηκε να μείνει στο μέγαρό του ο γέροντας, απ’ την επιθυμία της ψυχής του ν’ απολυτρώσει τον αγαπημένο γιο.
Ύστερα έδιωξε όλους τους Τρώες από τη στοά του προστώου βρίζοντάς τους με βαριές κουβέντες: «Πηγαίνετε στ’ ανάθεμα, θλιβεροί και ξεφτιλισμένοι άνθρωποι, δεν έχετε άραγε σπίτι σας λόγο να κλάψετε, μόνο ήρθατε σε μένα, και με στενοχωρείτε; Ή μήπως υποτιμάτε το ότι ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, μου έδωσε βάσανα, να χάσω τον πιο γενναίο απ' τους γιους μου; Αλλ’ αυτό θα το νιώσετε κι εσείς! Γιατί θα 'ναι ευκολότερο τώρα που εκείνος πέθανε να σας ξεκάνουν οι Αχαιοί. Εγώ τουλάχιστον εύχομαι προτού δω με τα μάτια μου την πόλη να καταστρέφεται και να λεηλατείται να κατεβώ στον Άδη.»
Είπε και με το μπαστούνι του έδιωχνε τον κόσμο. Κι αυτοί μπροστά στον εκνευρισμένο και βιαστικό γέροντα έβγαιναν έξω. Εκείνος φώναζε έπειτα και ντρόπιαζε τους γιους του, τον Έλενο, τον Πάρη, τον θεϊκό Αγάθωνα, τον Πάμμονα, τον Αντίφονο, τον Πολίτη με τη βροντερή φωνή, τον Δηίφοβο, τον Ιππόθοο και τον ευγενή Δίο. Ο γέροντας φώναζε και πρόσταζε και τους εννέα: «Τρέξτε να βάλετε ένα χέρι, κακά παιδιά, ντροπή του σπιτικού μου! Μακάρι να είχατε σκοτωθεί όλοι εσείς κάτω στα γρήγορα καράβια αντί για τον Έκτορα. Αλί σε μένα, τον πιο άτυχο άνθρωπο, που γέννησα πους πιο γενναίους γιους στην ευρύχωρη Τροία, κι απ’ αυτούς λέω δεν έχει μείνει ούτε ένας, και τον ισόθεο Μήστορα και τον Τρωίλο που έδινε τις μάχες απ’ το άρμα του, και τον Έκτορα, που ήταν θεός ανάμεσα στους άντρες, και δεν έμοιαζε θνητού άντρα γιος, αλλά θεού, αυτούς τους σκότωσε ο Άρης, και μου έχουν απομείνει όλοι οι ξεφτιλισμένοι και οι ψεύτες και οι χορευταράδες, οι πρώτοι να χτυπούν τα πόδια τους στη γη χορεύοντας, οι κλέφτες των αρνιών και των κατσικιών του κόσμου. Δε θα τσακιστείτε, λοιπόν, να μου ετοιμάσετε το συντομότερο την άμαξα και να τα φορτώσετε όλ’ αυτά, να πάρουμε κι εμείς το δρόμο μας;»
Αυτά είπε, κι οι γιοι του φοβισμένοι από τις φωνές του, σήκωσαν μια άμαξα με όμορφους τροχούς, άμαξα για μουλάρια, όμορφη και καινούρια, κι έδεσαν πάνω της μεγάλο τετράγωνο πλεκτό καλάθι.  
      
[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ω, στίχοι 228 – 267]