Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Ιλιάδα∙ λίγες αράδες για το μοναδικό ταξίδι.


Τι κρίμα να διαβάζουμε τη μεγάλη λογοτεχνία μικροί. Αρκετές από τις ραψωδίες Ιλιάδας και Οδύσσειας τις είχα εξεταστική ύλη, -και δη στα πρώτα έτη της σχολής! Τα έπη, στο σύνολό τους, μία ανάγνωση τα είχα κάνει βέβαια τότε. Δε θυμάμαι, μα δε νομίζω να είχα νιώσει και πολλά πράγματα. Αν κάπου καταλήγω τα τελευταία χρόνια είναι πως η μεγάλη αφηγηματική λογοτεχνία προϋποθέτει εμπειρία ζωής.
Τώρα η πρόθεση ήταν πολύ λίγο φιλολογική. Διάβασμα στο πρωτότυπο, όμως αποβλέποντας -για τις ανάγκες του ιστορικού μυθιστορήματος που ετοιμάζω- σε μια εποπτεία αυτού που θα συνιστούσε το υπόβαθρο της αισθηματικής αγωγής ενός αφηγητή ακόμα και κατά τους όψιμους αυτοκρατορικούς χρόνους. Τα έπη για τον αρχαίο είναι ό,τι το σινεμά, οι λοιπές λαϊκές τέχνες, η τηλεόραση για ένα σημερινό. Άλλη παρότρυνση ήτανε και η εκφρασμένη επιθυμία του Φλομπέρ (Σαλαμπώ) να είχε διαβάσει την Ιλιάδα από το πρωτότυπο.
Μελέτησα την Ιλιάδα στο εργαστήρι μου, θέλω να πω, όπως είχα κάνει νωρίτερα και με τα έξι ιστορικά μυθιστορήματα, με τρόπο κατά βάση ιδιοσυγκρασιακό, δηλαδή προσήκοντα στη δική μου τέχνη. Εξιχνίαζα τους αφηγηματικούς συνειρμούς του Ομήρου, τους αναπάντεχους και αιφνιδιαστικούς και ιδιοφυείς, παράλληλα αφηνόμουν στην οικονομία του, στην καθαρή, την ατόφια λογοτεχνία, συγκινούμουν με τις εντελείς μορφές, με την απόλυτη ένταση της τέχνης.  
Άκουσα τις καυχησιές των ηρώων, τράνταξα όρθιος σε δίφρους αμαξιών, είδα άντρες και ηίθεους να ζυγιάζουν το κοντάρι με τη χάλκινη λόγχη, έφτυσα τη σκόνη που σήκωναν οι οπλές των αλόγων και οι τροχοί των αρμάτων στην ανοιχτή πεδιάδα, μύρισα τις σάρκες στις πυρές.
Ένα μικρό διάλειμμα να πολυτονίσω το Θάνατο του μισθοφόρου, και φεύγω για Οδύσσεια. Θ’ αναρτώ εδώ στο blog μεταφραστικές δοκιμές μικρών αποσπασμάτων, σχετικώς αυτοτελών, δίκην ενσταντανέ, αναμνηστικών φωτογραφιών, όπως έκανα και με την Ιλιάδα.
Περιέγραφα σε φίλο στο skype -ποιος ξέρει σε τι έξαψη- πόσο συναρπαστικό ήτανε το ταξίδι στην Ιλιάδα, ότι ήμουνα ωσεί παρών στα κλέα Αχιλλέα, Έκτορα, Πάτροκλου, κι άλλων πολλών, ποιον να πρωτοθυμηθώ, ότι κουβαλάω ακόμα και μνήμες αισθήσεων. «Κοίτα», μου λέει κάποια στιγμή, «για όσους ξέρουμε πίσω από την επίφαση του συντηρητικού σοβαρού ανδρός ποιον μισότρελο κρύβεις, κανένας μας δε θα εκπλαγεί αν πεις πως φέτος για ταξίδι κανόνισες στην Τροία του Πρίαμου».