Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Στράτωνος Μοῦσα Παιδικὴ σε μετάφραση Γιώργου Ιωάννου.

Ο συνειρμός από τις Επιστολές του Φιλόστρατου με οδήγησε ακόμα μια φορά στη Μούσα (σε μετάφραση) του Γιώργου Ιωάννου. Η Μούσα Παιδική αποτελεί το δωδέκατο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας. Την Παλατινή απαρτίζουν συνολικά περί τα 3700 ποιήματα (από τον 7ο π.Χ αι. έως τον 6ο μ.Χ.) που κατάρτισε στις αρχές του δέκατου αιώνα επί Λέοντος Σοφού στην Κωνσταντινούπολη ο πρωθιερέας των ανακτόρων Κωνσταντίνος Κεφαλάς, και μοναδικό αντίγραφο της οποίας βρέθηκε το 1606 στην Παλατινή Βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης. Από τους 26 ποιητές που ανθολογούνται στη Μούσα, και από τα εν συνόλω 258 ποιήματα, κυρίως λογοτεχνικά επιγράμματα, τα 94, τα περισσότερα απ' όποιον άλλον της συλλογής, ανήκουν στον Στράτωνα τον εκ Σάρδεων, ποιητή του 2ου αι. μ.Χ., της εποχής της Δεύτερης Σοφιστικής.
Σταχυολογώ από την εισαγωγή του Γιώργου Ιωάννου (Εκδόσεις Κέδρος 1979) αυτούσια: «Κατά μία άποψη ολόκληρο το δωδέκατο βιβλίο αποτελεί τμήμα ανθολογίας, που είχε καταρτίσει ο Στράτων, και ο Κεφαλάς το περιέλαβε μέσα στη γενικότερη, θεματικής δομής, ανθολογία του.» (σελ. 11) «Πέρα όμως από τη θεματογραφία τους, που ποιητικά δεν βαραίνει, πολλά από τα κείμενα της Μούσας αποτελούν ποιητικά αριστουργήματα εκφραστικής λεπτότητας, ανθρώπινης τρυφεράδας, αλλά και συχνά και τραγικού σπαραγμού. Η σκληράδα της ζωής στις διάφορες περιπτώσεις και φάσεις της, καθώς και το ερωτικό αδιέξοδο, δίνεται με χίλιους τρόπους, πράγμα που τους χαρίζει γενικότερο πνευματικό και ανθρώπινο ενδιαφέρον, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την ποίηση του Κ. Π. Καβάφη.» (σελ. 12)    

Ορισμένα από τα ποιήματα του Στράτωνα (με την ορθογραφία και τη στίξη της έκδοσης –άλλαξα μόνο το πολυτονικό σε μονοτονικό):

(178.)
Είχα κορώσει με τον Θεύδι, σαν έλαμπε ανάμεσα στ’
αγόρια,
όπως ο ήλιος που ανατέλλει μέσα στ’ άστρα.
Γι’ αυτά τα ίδια φλέγομαι και τώρα,
αν και νυχτώνει το κορμί του από το χνούδι.
Μα ο Θεύδις και στη δύση του, ήλιος ακόμα είναι.


(185.)
Αυτά τα υπεροπτικά αγόρια,
τα τυλιγμένα στις πορφύρες μέσα,
που, Δίφιλε, εμείς εκ του μακρόθεν μόνο τα κοιτάμε,
οι γύπες τα τρυγάν και τα κοράκια,
όπως τα γινωμένα σύκα,
ψηλά στα απλησίαστα τα βράχια.

(195.)
Με τόσα άνθη
ούτε οι φιλοζέφυροι λειμώνες δεν χλοάζουν,
μες στις πυκνές του έαρος λαμπράδες,
όσα καλής γενιάς θα ιδείς, Διονύσιε, αγόρια,
πλάσματα των χεριών της Κυπρογεννημένης,
καθώς και των Χαρίτων.
Κι όμως ανάμεσα σ’ αυτούς έξοχα κοίτα,
ο Μιλήσιος πώς θάλλει,
ρόδο που λάμπει με τα ευωδιαστά τα πέταλά του.
Δεν αποκλείεται και να μην ξέρει∙
όπως από το καύμα το ωραίο άνθος
έτσι και η ωραία στιγμή του βίου
απ’ των τριχών το φύτρωμα χαμένη πάει.

(217.)
Φεύγεις κιόλας για τον πόλεμο
κι είσαι παιδί ακόμα, άμαθο, τρυφερό.
Ξέρεις τι πας να κάνεις;
Τα μάτια άνοιξε κι άλλαξε γνώμη.
Αλίμονο∙ ποιος σ’ έπεισε να πιάσεις δόρυ;
Ποιος να πάρεις την πέλτη;
Ποιος το κεφάλι αυτό να κρύψεις με το κράνος;
Πάντως, μακάριος αυτός που κάποτε σαν άλλος Αχιλλέας
θα ευφραίνεται μες στη σκηνή με έναν τέτοιον Πάτροκλο.

(241.)
Αγκίστρι έφκιασες, τεκνό μου,
κι έχεις εμέ για ψάρι σου.
Τράβα με όπου θες –μην τρέχεις όμως,
μήπως και σου φύγω.


Για τον Γιώργο Ιωάννου και πέντε παλιότερες αναρτήσεις (1, 2, 3, 4, 5).

(Εικόνα: στις εσωτερικές παρειές χτιστού τάφου, Μουσείο του Paestum, στην Campania της Ιταλίας.)

[Παλατινὴ Ἀνθολογία Στράτωνος Μοῦσα Παιδική, μετάφραση - εἰσαγωγὴ Γιῶργος Ἰωάννου, δεκατρία σχέδια τοῦ Βασίλη Βασιλειάδη, ἐκδόσεις Κέδρος, Ἀθήνα 1979, σελ. 249]