Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Φιλόστρατος: Ἐπιστολαί.



Πρόκειται για corpus 73 επιστολών, στην πλειονότητά τους ερωτικών, κατά το συνήθειο των σοφιστών να απευθύνουν κείμενα σε επιστολικό ύφος ερωτικού χαρακτήρα σε υπαρκτούς ή και φανταστικούς αποδέκτες. Ο Φιλόστρατος (προηγούμενες αναρτήσεις 1, 2) απευθύνει τις επιστολές του τόσο προς άντρες (εφήβους ερωμένους) όσο και προς γυναίκες. Στις πρώτες, που θυμίζουν την κομψή ειρωνεία του Στράτωνα (Στράτωνος Μοῦσα Παιδική), συνήθως προσπαθεί να κάμψει τους δισταγμούς του ποθούμενου καλοῦ μειρακίου / όμορφου αγοριού, προειδοποιώντας τον πόσο γρήγορα θα τον αφήσει η τρυφερή του νιότη, θα βγάλει γένια δηλαδή, και μαζί θα τον εγκαταλείψουν και οι εραστές, και στις δεύτερες, ομολογώντας την άλωσή του από τον ερωτικό πόθο προς τα γυναικεία θέλγητρα. 
Τα συχνότερα μοτίβα του είναι τα ρόδα (το άρωμα, τα πέταλα, τα σέπαλα, τ’ αγκάθια∙ η συναγωνιστική σχέση της ομορφιάς τους με του ποθούμενου προσώπου), επίσης η σχέση όρασης – ματιών και έρωτα: η ψυχή είναι μία ακρόπολη, η πύλη της είναι τα μάτια, μέσ’ απ’ τα μάτια εισβάλλει ή και τρυπώνει λάθρα ο πολιορκητής, και πια ο ερωτευμένος θρηνεί την απώλεια της ελευθερίας του. Και ένα ακόμα, και μάλιστα με εμμονή, σχεδόν στα όρια του φετίχ, τα ξυπόλυτα (αδιακρίτως φύλου) πόδια.
Προσεγμένη αττικίζουσα γλώσσα και ύφος (Δεύτερη Σοφιστική).

Μερικά παραδείγματα:

(ιγ’ / προς άντρα) (…) Έρπουν τα πρώτα γενάκια στους κροτάφους σου, στα μάγουλά σου φύτρωσε πια χνούδι, ολόκληρο το πρόσωπό σου ετοιμάζεται να παραδοθεί στις τρίχες. Προτού, λοιπόν, φύγει από πάνω σου ολότελα η άνοιξη, πριν έρθει και σταθεί ο χειμώνας, παραδώσου -στο όνομα του Έρωτα- σε τούτα δω τα γένια μου, στα οποία θα πρέπει εγώ αύριο να δίνω όρκους.


(ιζ’ / προς άντρα) Υπάρχει ο καιρός της άνοιξης και στην ομορφιά και στα τριαντάφυλλα, κι όποιος δεν απολαμβάνει όσα τού βρίσκονται είναι ανόητος, αναβάλλει χαρές που δε διαρκούν για πολύ, και καθυστερεί για πράγματα που ήδη κινούν να φύγουν. Γιατί ο χρόνος είναι φθονερός, αφανίζει την εποχή της ανθοφορίας, διώχνει μακριά το αποκορύφωμα της ομορφιάς. Καθόλου μη χρονοτριβείς, εσύ, ένα ρόδο με λαλιά, αλλ' ωσότου ευχερείς όλος ζωντάνια, δώσε και σε μας απ’ την πραμάτεια σου.

(ιη’ / προς άντρα) (…) Γιατί δεν περπατάς ξυπόλυτος; Γιατί, άραγε, φθονείς τη γη; Τις παντόφλες, τα σανδάλια, τα παπούτσια με τις ψηλές σόλες, τα πέδιλα, τα φοράνε οι άρρωστοι ή οι γέροι. (…) Μην επιτρέπεις να υπάρχει τίποτε ανάμεσα στο πόδι σου και στη γη. Μη φοβηθείς: η σκόνη θα δεχτεί το πέλμα σου σαν να ήτανε χορτάρι. Ω ρυθμοί ποδιών πολυαγαπημένων, ω φρέσκα ζωηρά λουλούδια, ω που φυτρώσατε από τη γη, ω φιλήματα που πατάτε στέρεα στο χώμα.

(ιθ’ / προς πόρνη) Πουλάς τον εαυτό σου∙ όπως και οι μισθοφόροι. Ανήκεις σ’ όποιον σού δίνει∙ όπως και οι κυβερνήτες των πλοίων. Είναι κι ο λόγος που πίνουμε από σένα σαν απ’ τα ποτάμια, που σε αγγίζουμε όπως αγγίζουμε τα ρόδα. Πάψε λοιπόν να ντρέπεσαι για την ευκολία σου, αντίθετα, να είσαι υπερήφανη για την ετοιμότητά σου, γιατί και το νερό χύνεται στην πηγή για όλους, και η φωτιά δεν ανήκει σε έναν μόνο, και ο ήλιος είναι θεός δημόσιος. Είναι το σπίτι σου ακρόπολη της ομορφιάς, όσοι το επισκέπτονται ιερείς, αυτοί που στεφανώνονται ιεροί πρεσβευτές, και τα χρήματα που σου δίνουν φόροι. Βασίλευε ηδονικά και πάντοτε να σε προσκυνούν όσοι υποτάσσονται σε σένα.

(λστ’ / προς γυναίκα) (…) Μη βασανίζεις, όμορφή μου, τα δυο σου πόδια, ούτε να τα κρύβεις, γιατί δεν έχουν κανένα ψεγάδι μην και το δουν οι άλλοι, μόνο βάδιζε μαλακά κι άφηνε τα ζάλα σου στο χώμα, σαν που είναι γραφτό να δώσεις μια χαρά και στη γη.

(νστ’ / προς άντρα) Σε έκλεισα έξω από τα μάτια μου. Πώς το έκανα; Θα σου πω. Όπως κλείνουν τις πύλες οι πολιορκούμενοι. Εσύ όμως ξεγέλασες τη φρουρά και τώρα να που βρίσκεσαι μέσα. Λέγε ποιος σ’ έμπασε, εκτός κι αν είναι τα ίδια μου τα μάτια που κάνανε πως δε σε είδανε. (…)

(ξ’ / προς γυναίκα) Όλα επάνω σου μ’ αιχμαλωτίζουν, και ο λινός χιτώνας σου, ίδιος με της Ίσιδας, και το καπηλειό σου, σαν να ’τανε ναός της Αφροδίτης, και τα ποτήρια, μεγάλα σαν τα μάτια της Ήρας, και το κρασί σαν τον ανθό, και η λαβή από τα τρία σου δάκτυλα με τα οποία μεταφέρεται το ποτήρι, σαν από τα σέπαλα τα πέταλα των ρόδων, όμως εγώ φοβάμαι μήπως πέσει, εκείνο εντούτοις στέκεται στέρεο, λες και κρατιέται εκεί με τη θέλησή του κι έχει γίνει η επέκταση των δακτύλων σου. Κι όποτε πίνεις λιγάκι, ό,τι απομένει γίνεται θερμότερο με την αναπνοή σου, κι επιπλέον, γλυκύτερο κι από νέκταρ. Κατεβαίνει δίχως εμπόδιο στο φάρυγγα σαν να μην είναι ανακατεμένο με κρασί αλλά με φιλιά.