Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Νεοϋορκέζος στην Καμπούλ.


Andro, 03.11.2017, http://www.andro.gr/apopsi/newyorker-kabul/ 
Γράφει ο Αντώνης Νικολής.

Μπορεί ένας Αφγανός που ζει σήμερα στην Καμπούλ να είναι κάποιος σύγχρονος στην αντίληψη, στις κεραίες του, πολίτης, άρα και δημιουργός; Κάποιος Νεοϋορκέζος, ας πούμε –αν θεωρήσουμε τη Νέα Υόρκη ακόμη κέντρο του κόσμου όσο και κατ’ αναλογία την Καμπούλ ακραίο σημείο στην περιφέρειά του; Το αντιθετικό ζεύγος του τίτλου, Νεοϋορκέζος στην Καμπούλ, για να καταστήσω πιο εύληπτο, πιο αδρό, το Νεοϋορκέζος στην Αθήνα. Μπορεί ένας Νεοέλληνας σήμερα να νιώσει, άρα και να εκφράσει ό,τι ονομάζουμε σύγχρονο ρίγος;
Η παραπάνω και οι συναφείς με αυτήν ερωτήσεις μάλλον απαιτούν για να απαντηθούν πολλές πραγματείες μαζί, που ούτε προτίθεμαι ούτε είναι δουλειά μου. Μερικές σκέψεις μόνο καταχωρίζω εδώ, περισσότερο ιδιοσυγκρασιακού χαρακτήρα και λιγότερο προϊόντα επισταμένης ανάλυσης.
Μία εύλογη απάντηση θα ήταν: «Ε, και τι τον μέλει έναν Νεοέλληνα το ρίγος της Νέας Υόρκης, ας αρκεστεί στο δικό του, το τωρινό αθηναϊκό, και μάλιστα το φοβερό της κρίσης, κι εδώ που τα λέμε ποιος ο λόγος να τον ενδιαφέρει ή και πώς θα μπορούσε να καταπιαστεί με κάτι πέρα από την εμπειρία του.»
Πράγματι. Με τη διαφορά πως, ενώ δε βιώνει την πραγματικότητα της Νέας Υόρκης, όμως ούτε περιμένει για να την πληροφορηθεί με καθυστέρηση μηνών, εβδομάδων, ημερών επιλεγμένες ειδήσεις, ή έως ότου υποτιτλιστούν ή μεταφραστούν τα πλέον συζητημένα αμερικανικά μυθιστορήματα ή ταινίες∙ βλέπει και μάλιστα ταυτόχρονα τις ίδιες σειρές, περιδιαβάζει τους ίδιους ειδησεογραφικούς ιστότοπους με τους σύγχρονούς του Νεοϋορκέζους, και το κυριότερο, το ίδιο κάνει εκείνο το κρίσιμο ποσοστό γύρω του, οι ευαίσθητοι στους δέκτες τους Νεοέλληνες, οι συντονισμένοι με τους καιρούς τους, οι οποίοι, μολονότι ευάριθμοι, είναι και οι σημαίνοντες, οι επιδραστικοί όπως πια τους λέμε, αυτοί που καθορίζουν τις τρέχουσες αξίες και τρόπους της ζωής και εδώ, στην Αθήνα –βέβαια με κάποια διαφορά φάσης.
Δε ζει στη Νέα Υόρκη, όμως οι κεραίες οι δικές του και των συγκαιρινών του είναι σε μεγάλο βαθμό συγχρονισμένες με τα διαδραματιζόμενα εκεί. Άρα;
Για να αντιληφθούμε την αντίφαση, ας προσπαθήσουμε να δούμε τις διαφορές των δύο κοινωνιών: ώριμη μετανεωτερική δυτική η αμερικανική, με πολλή προνεωτερική βαλκανική καθυστέρηση η νεοελληνική. Εδώ, φέρ’ ειπείν, ακόμα και σε τουριστικούς τόπους τις Κυριακές οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπάνε επτά η ώρα το πρωί και οι λειτουργίες από τα μεγάφωνα στη διαπασών ακούγονται δεκάδες μέτρα γύρω από τους ναούς, λες και απευθύνονται σε πληθυσμό που ζει με λάμπες και ξυπνά από τα άγρια χαράματα για τις εργασίες στο χωράφι, που αν συνυπολογίσουμε και τα μεγάφωνα, να το πάλι το γνωστό νεοελληνικό τουρλού, όλες οι εποχές ανάκατες, το τέλειο άλλοθι και η χαρά του κάθε αντιδραστικού.
Σε μία από τις παλιότερες σπουδαίες τηλεοπτικές σειρές των τελευταίων δύο δεκαετιών, στο Six Feet Under / Γραφείο Κηδειών Φίσερ (2001-2005), του Alan Ball, μεταξύ των βασικών χαρακτήρων ο David, ο δευτερότοκος της οικογένειας των εργολάβων κηδειών, είναι ομοφυλόφιλος, από τις πρώτες φορές που με πολλή τόλμη και σοβαρότητα προβάλλεται ένας τέτοιος ήρωας –να θυμίσω ο Άλαν Μπολ (1957-) είναι επίσης ο σεναριογράφος της εμβληματικής πια ταινίας «American beauty» (1999)-, στα extras της σειράς εκπρόσωπος του Συλλόγου Ομοφυλόφιλων Εργολάβων Κηδειών ΗΠΑ (ναι, αυτό σημαίνει ώριμη δυτική κοινωνία) συγχαίρει τους συντελεστές, γιατί μέσω του χαρακτήρα του David εξαίρεται το κύρος των μελών του εν λόγω συλλόγου. Σε αντιδιαστολή, μη φτάσουμε μέχρι την Καμπούλ, ήδη εδώ, στο ένδοξο λίκνο της δημοκρατίας, δεν υπάρχει ακόμη καν αποτεφρωτήριο, δεν υπάρχει καν ένα τζαμί, και τα λείψανα των μουσουλμάνων συμπολιτών, για να ταφούν σε ομόθρησκά τους νεκροταφεία, χρειάζεται να μεταφερθούν στη Δυτική Θράκη...  
Οι ελευθερίες του ατόμου, οι θεσμοί που αέναα εκσυγχρονίζονται, αποτελούν τις θεμελιώδεις αξίες των δυτικών όπως ονομάζονται οι κοινωνίες που γέννησε ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός. Σ’ εμάς όλα ετούτα παραμένουν συνήθως αναφομοίωτοι εισαγόμενοι εκμοντερνισμοί, κάπως σαν καινούργια επεισόδια σ’ έναν ασθμαίνοντα, μάλλον στα όρια της παρωδίας εξευρωπαϊσμό. Περισσεύει η ανάλυση, αρκεί να ρίξουμε ένα ψυχρό βλέμμα στη μετωνυμία – τέλεια απεικόνισή του: τις νεοελληνικές πόλεις.
Ανάλογα και στις τέχνες δεν ολοκληρώθηκε ποτέ το αστικό δράμα ή το μυθιστόρημα, παρά τις όποιες ιδιοφυείς εξαιρέσεις, ενώ αντίθετα γόνιμα και συστηματικά υπηρετήθηκε ό,τι προϋπέθετε σχηματικούς κοινωνικούς τύπους και το άτομο μόνο υποτυπωδώς διακριτό: η ηθογραφία στην πεζογραφία και στο σινεμά ή η επιθεώρηση στο θέατρο.
Αλλ’ ας εστιάσω στο μυθιστόρημα, και μάλιστα με φόντο την εξωτική Καμπούλ. Τι θα μπορούσαν να κάνουν εκείνη ή εκείνος οι συμπαθείς Αφγανοί μυθιστοριογράφοι, προκειμένου να «συνομιλήσουν» με τη δουλειά των συναδέλφων τους της ώριμης Δύσης; Να γράφουν για Αφγανούς της Καμπούλ απερίσπαστους σε εσωτερικά τους βιώματα; Σαν να λέμε, με την ηρωίδα βυθισμένη στο διεσταλμένο χρόνο, τη μνήμη της, αφηρημένη εκεί στην κάμαρά της, μόλο που μόλις μπήκε στο σπίτι συνοδευόμενη υποχρεωτικά από άντρα κατά την έξοδό της, και μ’ όλη την ταλαιπωρία να βγάλει από πάνω της την μπούρκα, να πάρει μια ανάσα; Ή ίσως καλύτερα, με ήρωες καθόλα δυτικόφρονες Αφγανούς, ιστορίες με κοσμοπολίτικα τρέχα γύρευε στα τέσσερα σημεία του πλανήτη; Άραγε, πόσο θα φτουρούσαν οι συμπαθείς συνάδελφοι ανταγωνιζόμενοι τα μεταφρασμένα στην αφγανική αυθεντικά δυτικά μυθιστορήματα; Ή μήπως να το επιχειρούσαν, και μόνο ευελπιστώντας να αξιωθούν, εφόσον μεταφραστούν, τον αντίστροφο δρόμο προς τη Νέα Υόρκη; Κάτι σαν τα Ελληνάκια που τραγουδάνε με αγγλόφωνο στίχο, ας πούμε.
Υπάρχει, εννοείται, και η στάση της παλιάς πλην τίμιας ηθογραφίας: να αγνοήσουν την τωρινή έλλειψη συνόρων στον πλανήτη, να εντρυφήσουν σε οικεία ήθη και πάθη, στην... αφγανικότητά τους, στην παράδοση και τα συναφή. Θα έχουν βέβαια την τύχη των Ελλήνων συναδέλφων τους που εννοούν ακόμα να σκαλίζουν τον εμφύλιο, ή ας πούμε εκείνου του βάρδου που με το λυγμικό λαρύγγι ενός Καζαντζίδη θα διεκτραγωδούσε σήμερα τον καημό του νεαροσυνταξιούχου που είδε τη συνταξάρα του να συρρικνώνεται από τα τρία χιλιάρικα στα χίλια τόσα ευρώ.
Η ελληνική κοινωνία στύλωσε τα ποδάρια απ’ την πιο πεισιθάνατη παρόρμηση: να παραμείνει, κόντρα σε κάθε λογική, κοινωνία δημοσίων υπαλλήλων. Γερασμένη, με τους αγκώνες στο περβάζι του παραθυριού της, χαζεύει την κίνηση έξω στο δρόμο: ταινίες, σειρές, λογοτεχνία, μουσική από τις κοινωνίες που δε φοβούνται την οικονομική ελευθερία.
Και ορισμένες ακόμα σκέψεις:
Όσο υπήρχαν σύνορα και σχετικά κλειστές εθνικές παραδόσεις, είχε νόημα η εισαγωγή ρευμάτων από το εξωτερικό∙ ο Ανδρέας Εμπειρίκος φερ’ ειπείν εισηγείται τον υπερρεαλισμό στα νεοελληνικά γράμματα. Η αντίληψη δηλαδή ότι καθώς συνολικά η χώρα ακολουθεί με χρονική απόσταση τις περισσότερο ανεπτυγμένες απ’ αυτήν, εύλογα επιτρέπεται και στους καλλιτέχνες της να κάνουν το ίδιο.
Άλλοτε πάλι, σε έκτακτες περιπτώσεις, σαν γιατί ο προβολέας της παγκόσμιας ιστορίας λοξεύει κατ’ εξαίρεση προς την περιφέρεια, συγκεντρώνουν τη διεθνή περιέργεια, φωτίζονται έργα και δημιουργοί στην εσχατιά μας. Μετά τη δικτατορία, το 1974, ο νέος ελληνικός κινηματογράφος, αν όχι μόνος του ο Αγγελόπουλος, όπως μετά απ’ αυτή την εντελώς weird ελληνική χρεοκοπία (πώς μπόρεσε να συμμετέχει σε ΕΕ και ευρωζώνη μια χώρα με πασιφανή καθυστέρηση σε οικονομία και θεσμούς;), μετά το 2008, αντίστοιχα ο ντόπιος weird κινηματογράφος, αν όχι και πάλι μόνος του ο Λάνθιμος.
Δεν μπορεί εύκολα ένας… Αφγανός –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στην παγκόσμια ιστορία, να αναφέρω τρεις που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό: Λουκιανός, Θεοτοκόπουλος, Ναμπόκοφ- να βρεθεί με την τέχνη του στην πρωτοπορία… της Νέας Υόρκης. Αντίθετα, και εφόσον βέβαια διαθέτει οξυδερκή αισθητικό νου και ταλέντο παραπάνω από το συνηθισμένο, (ή τότε μοιάζει ευκολότερο) να εμβαθύνει στην οικεία του εμπειρία, την αφγανική, αλλά με τα αισθητικά εφόδια ενός Νεοϋορκέζου. Το οποίο, οικείο, εντούτοις, να καταφέρει να το δει από απόσταση, δηλαδή με ειρωνεία -η περίπτωση του Καβάφη της νεοελληνικής εμπειρίας ή του Πεσσόα της πορτογαλικής. Όταν με πολλές πομφόλυγες οι Αθηναίοι ανακήρυσσαν τον Παλαμά νέο Όμηρο, την εποχή της έξαρσης του μεγαλοϊδεατισμού, ο Καβάφης γράφει επιγράμματα στις σπασμένες πλάκες μιας ελληνιστικής νεκρόπολης. Κι ο σύγχρονός του Πεσσόα, αποκομμένος από την επίσης επαρχιακή Λισαβόνα, ανακαλύπτει σαν σε παιχνίδι με κάτοπτρα την πολυσχιδή σύγχρονη συνείδηση, τα πολλά ετερώνυμα πρόσωπα που δυνάμει κουβαλάει ο νεωτερικός δημιουργός, αλλά και την αντίστοιχη δυνατότητα για πολλαπλά ύφη.  
Τραγωδίες γράφονταν στην Αθήνα και μόνο όσο ο προβολέας της παγκόσμιας ιστορίας ήτανε στραμμένος στην απίστευτη εκείνη συνθήκη της ανθρώπινης περιπέτειας. Κι αν γράφονταν σε κάποια πόλη του Πόντου, περίπου όπως γράφτηκαν έπη στην Αλεξάνδρεια των ελληνιστικών χρόνων, θα ήτανε σαν κι εκείνα για πέταμα. Ένας όμως με την ελληνική παιδεία που ταξιδεύει και καταγράφει με το δικό του βλέμμα πόλεις, ήθη και μνημεία τότε, όπως ο Ηρόδοτος ή ο Παυσανίας πολύ αργότερα, κάνει και τις εσχατιές εκείνου του κόσμου ενδιαφέρουσες. Η πολιτιστική εξέλιξη, σκέφτομαι -ελπίζω δίχως κάποιο λογικό άλμα-, έχει την ισχύ της βιολογικής. Το ιστορικό κέντρο κάθε φορά γίνεται το εντατικό εργαστήρι όπου παράγεται η πλέον εξελιγμένη αντίληψη του είδους.
Να επιστρέψω πιο σαφής στο ζεύγος του τίτλου: Νεοϋορκέζος στην Καμπούλ. Όχι να πάει εκείνος, ένας Αφγανός, στην Νέα Υόρκη, ούτε να ψάχνει τη Νέα Υόρκη στην Καμπούλ, αλλά με το βλέμμα, τα αισθητικά εφόδια του Νεοϋορκέζου να ξαναδεί με πλήρη αισθηματική αμεροληψία το οικείο του, την Καμπούλ του καιρού του. Ο διεσταλμένος χρόνος, η μνήμη, οι ρυθμοί και οι μορφές της σύγχρονης αφήγησης δεν αποποιούνται τίποτε ζωντανό, ούτε βέβαια τις ανάσες κάτω από τις μπούρκες. Άλλωστε το πιθανότερο, ένας Αφγανός είναι καταδικασμένος να βρει το ρίγος του καιρού του μόνο εκεί: κάτω από τις μπούρκες.