Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 9) Όταν γίναμε τρεις.


[Οι τρεις μας, ο Λάμπρος, εγώ, ο Θανάσης, το πιθανότερο το 1973 ή 1974. Στο φωτογραφείο του Ζαχαρία Παπαζαχαρίου.]

Στις 14 Μαΐου του 1964, μας πήρε ο παππούς Θανάσης, εμένα, ούτε τεσσάρων, απ' το ένα χέρι, και την κόρη του μικρού του αδελφού Γιώργου, τη Νίτσα, απ' το άλλο, εκείνη τριών και κάτι, να πάμε στον Πέρο, την κλινική του αείμνηστου Θεόφιλου Πέρου, όπου γεννούσε η μαμά. Είχε γεννηθεί ήδη; το είχε πληροφορηθεί ότι ήταν αγόρι, άρα θα έπαιρνε κατά το έθιμο το όνομά του; (γεννούσε, βέβαια, η κόρη του, δεν χρειαζόταν κάτι επιπλέον για να ζει δυνατά συναισθήματα) –αλλά και πώς να θυμάμαι τέτοια πράγματα. Το λαμπερό πρωινό θυμάμαι, τη χαρά και την έξαψή μου, να κατηφορίζουμε το φαρδύ πεζοδρόμιο της Βασιλέως Παύλου από το εμπορικό του παππού και θείου Γιώργου, το σημερινό φαρμακείο της Νίτσας, και λίγα βήματα παρακάτω τους πολλούς θαμώνες και την πυκνή αγράμπελη που σκίαζε το τότε καφενείο του Κενενούνη, στα μαγαζιά του Χρήστου Κουλούρα αυτό, και στο πέταλο του λιμανιού συνεχίζοντας, χεράκι με τον παππού οι τρεις μας, ακόμα μία στιγμή, να κοιτάζω από χαμηλά τον εύσωμο και ψηλό παππού, βρισκόμαστε στη γωνία με το σουβλατζίδικο του Μωρέ. Ύστερα, το κρεβάτι στο νοσοκομείο, η μαμά ήσυχη χαμογελαστή, από παντού εκτυφλωτικός ήλιος –η εικόνα στη μνήμη μου-, θυμάμαι τη γιαγιά Καλλιόπη, ποιος ξέρει πώς συμφύροντας εικόνες, λογικά θα έπρεπε να είναι η μητρική γιαγιά Σεβαστούλα δίπλα στη λεχώνα, ή μήπως έλειπε προσωρινά, τον Θανασάκη βέβαια, να κοιμάται, ένα όμορφο βρέφος, και μεταγενέστερη κουβέντα σίγουρα ότι τι ωραίο μωρό, σε αντίθεση με μένα που γεννήθηκα με εμβρυουλκό, με πρωτοείδε η μαμά με πρησμένο κεφάλι, και τρόμαξε. Είναι επίσης πολλές οι εικόνες, από τις εβδομάδες που είχαν προηγηθεί, με τη γιαγιά Σεβαστούλα στο σπίτι να βοηθάει την κόρη της στις δουλειές, μνήμες που καταγράφουν το αίσθημα της προσμονής, παρακολουθώ τις δυο γυναίκες που προετοιμάζουν κάτι πολύ σημαντικό, τον ερχομό του αδελφού μου.
Στη γέννηση του Λάμπρου, 26 Ιουνίου του 1967, στα επτά πια, ο Θανάσης τριών, δεν ξέρω γιατί είμαστε στο σπίτι της γιαγιάς Σεβαστούλας –νοίκιαζαν ακόμα οι παππούδες στην Πλατεία του Πλατάνου- και μάλιστα στις έξι το πρωί, η μαμά καθιστή στο κρεβάτι, ετοιμάζονται να φύγουν για το νοσοκομείο. Αργότερα, στο νοσοκομειακό δωμάτιο της λεχώνας πια -και εδώ οι εκδοχές είναι δύο, είτε γιατί ήτανε τόση η κοιλιά της μαμάς που πολλοί έλεγαν θα κάνει δίδυμα, είτε γιατί στους δρόμους και τις αλάνες (στον κήπο της Χάβρας ή στα Αρχαία του Φόρου ή στο δασάκι του Ηρώου, μπορεί και πενήντα στρέμματα… παιδότοπος) που μεγαλώναμε λυτοί εκείνα τα χρόνια, παρατηρούσαμε τα γεννητούρια γατιών ας πούμε, και εν τινι τρόπω αφομοιώναμε… εμπειρική βιολογία-, ο Θανασάκης έκανε την ερώτηση: «Μαμά, μόνο ένα;»
Γίναμε, λοιπόν, τρεις. Και μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα, και όλα τα συναφή, δεμένοι και αγαπημένοι αληθινά.

[Τον Απρίλιο του 1982. Δεξιά ο Θανάσης.]

Ο παππούς Θανάσης Χατζημάρκος (1902-1985) καταγόταν από το Μπόντρουμ, το Πετρούμι όπως το έλεγαν οι ίδιοι οι Μικρασιάτες, την αρχαία Αλικαρνασσό, ο μισός μάλιστα από τον Γέροντα, Γεροντιανή ήταν η μητέρα του, η προγιαγιά Παγώνα, το γένος Τζόγια. Έξι παιδιά, ένας, ο τρίτος επιστρατευμένος της οικογένειας, χάθηκε στην Καταστροφή, ο παππούς είχε καταταγεί στα 18 του ως χριστιανός σ’ ένα απ’ τα πολλά επικουρικά τάγματα (καταναγκαστικής εργασίας / τα εμελέ ταμπουρού), μία Κάθοδος των μυρίων η περιπέτειά του, επέζησε χάρη στο πολύ ισχυρό ένστικτό του της αυτοσυντήρησης, και γιατί προτού βρεθεί εκεί έχοντας μαθητεύσει κουρέας, κάπως τα κατάφερε να γίνει ο προσωπικός κουρέας του τσαούση διοικητή του. Οι στρατευμένοι, με κακουχίες και υποσιτιζόμενοι, πεζοπόρησαν για πολλές μέρες μέχρι το Ερζερούμ, όπου τους ανατέθηκε η συντήρηση και η επισκευή των σιδηροδρομικών γραμμών σε μήκος πολλών χιλιομέτρων, έπειτα, μετά την Ανταλλαγή, ο παππούς ταξίδεψε οδικώς ως την Τραπεζούντα, ύστερα με πλοίο ως τη Θεσσαλονίκη, πληροφορήθηκε εκεί ότι κάποιοι απ' τους συγγενείς του βρίσκονταν στην Κάλυμνο, στην Κάλυμνο ότι η χήρα ήδη μάνα του με τ’ αδέλφια του συναριθμούνταν σ’ όσους κατέφυγαν απέναντι ακριβώς από το Πετρούμι, στην Κω. Αυτά γύρω στο 1923, και όσοι απ' τους Πετρουμιανούς είχαν περάσει εντωμεταξύ στα ιταλικά τότε Δωδεκάνησα, αντί ακολουθώντας τις ρυθμίσεις της Ανταλλαγής να εγκατασταθούν στη Νέα Αλικαρνασσό στο Ηράκλειο της Κρήτης, δεν δικαιούνταν κάποιο κλήρο, η επιβίωσή τους έγινε με όρους επαχθέστερους όπως είναι ευνόητο, όμως απ’ την άλλη θα ζούσαν στην κοντινότερη δυνατή απόσταση από τον τόπο τους. Στις γιορτές και τις χαρές τους, η πάγια ευχή ήτανε “Και του χρόνου στο Πετρούμι”, οι περισσότεροι, ανάμεσά τους κι ο παππούς, δεν άντεξαν καν να επιβιβαστούν κάποτε στο καραβάκι της γραμμής, να πάνε μια βόλτα απέναντι. Ο παππούς μίλαγε άπταιστα τα τουρκικά, είχε φίλους Τούρκους απ' το Μπόντρουμ, όποτε έφταναν στην Κω, πέρναγαν από το μαγαζί να τον ενημερώσουν -ήταν ο τρόπος του να κρατάει ζωηρές τις εικόνες του από το Πετρούμι.
Το 1965, το καλοκαίρι, γιατί ανακαινίζαμε το πατρικό μας, το προικώο της μαμάς, μέναμε μαζί με τους παππούδες στο σπίτι που εκείνοι νοίκιαζαν στην Πλατεία του Πλατάνου. Ο παππούς Θανάσης, γιατί ποτέ του δεν ξεπέρασε πραγματικά την πείνα και τις στερήσεις του εμελέ ταμπουρού, ήτανε πάντοτε 120 κιλά (παρότι κανένα απ’ τα παιδιά ή τ’ αδέλφια του παχύσαρκος), συνήθιζε, για λόγους υγείας έλεγε, να ξυπνάει στις πέντε τα χαράματα, κι εφόσον το επέτρεπε ο καιρός, με το πρωινό του στο σακούλι (μουσκεμένος (ν)τάκος και κρασοτύρι, καμιά ντομάτα ή αγγούρι), -όσο μείναμε στο σπίτι τους με έπαιρνε και μένα καθημερινά μαζί του- κινούσαμε για τον λοφίσκο του Χριστού, πάνω απ’ τον μεταγενέστερο Άγιο Νεκτάριο, ο λόγος βέβαια για ν’ ατενίζει το Πετρούμι από ψηλά. Ξαποσταίναμε και τρώγαμε εκεί, στο πεζούλι της αυλής του ναΐσκου, κι εκείνος μου αφηγούνταν τις ιστορίες του.
Ο παππούς με τ’ αδέλφια του, τους Χατζημαρκαίους, κυρίως με τον θείο Γιώργο, έγιναν έως και βιομήχανοι, έμποροι, μεγαλέμποροι για τα δεδομένα του νησιού, εργάζονταν μέχρι βαθέος γήρατος, επτώχευσαν κιόλας, άνθρωποι κατά βάσιν λαϊκοί, οικονόμοι, συντηρητικοί και δεξιοί στα πολιτικά τους φρονήματα.
Όταν προξένεψαν στη γιαγιά Σεβαστούλα (1907-1989) τον παππού, της φάνηκε λέει μαύρος και Τούρκος, που δεν ήταν επίσης καμιά όμορφη, συν τα χρονάκια της -για την εποχή-, (τυπικά ο γάμος τους είχε οριστεί για τις 23 Απριλίου, Κυριακή του Θωμά, μέρα του μεγάλου σεισμού του 1933), την πήρε ο πατέρας της, ο προπαππούς Μιχαήλος Γεωργιάδης, την έκανε σαράντα μέρες γύρους στο περβόλι τους, της έδωσε να καταλάβει πως και θα παντρευόταν τον Θανάση Χατζημάρκο με τις πολλές αρετές, κι αν δεν της άρεσε, πίσω στο πατρικό της δε θα τη δεχόταν ξανά ποτέ. Και παρόλο που φρεσκοπαντρεμένη αναγκάστηκε να συγκατοικήσει στο προσφυγόσπιτο με την πεθερά και τα τέσσερα αδέλφια του άντρα της, εκείνη μια καλομαθημένη να σκληραγωγηθεί πολύ τον πρώτο καιρό του γάμου της, όπως έλεγε η αδελφή της, η νονά Φροσύνη, ήτανε τόσο καλό ζευγάρι με τον παππού (ποτέ φωνή στο σπίτι τους, ποτέ αδιάκριτοι μεταξύ τους ή προς τα παιδιά τους), που το βράδυ της κηδείας του παππού, με τρόπο συνταρακτικό έχασε τα λογικά της, τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια της ζωής της τα πέρασε με σταδιακά επιδεινούμενη άνοια.
Η γιαγιά η Σεβαστούλα μού έμαθε τη μαγεία της πυκνής τυπωμένης σελίδας, έχω μιλήσει γι’ αυτό. Έφτιαχνε γλυκό βύσσινο και βυσσινάδα, γλυκό βερίκοκο, καϊσί για την ακρίβεια, μια φορά το χρόνο ρόμβους τραγανό παστέλι πολλές λαμαρίνες, τα πιο αρωματικά γεμιστά στην κατσαρόλα. Ιδρωμένη, με το φακιόλι της, στην κουζίνα της, γλιστράει συχνά σε κείμενά μου*.

[Οι παππούδες: από αριστερά η Σεβαστούλα, η Καλλιόπη, ο Αντώνης, ο Θανάσης. Σε εκδρομή, το 1959 μάλλον, κάπου στον Άγιο Φωκά.]   
      
[Με τη Νίτσα -που σαν να της έχω κάτι καμωμένο εδώ… Συνομήλικοι και συμμαθητές, περάσαμε μεγάλο μέρος της παιδικής και εφηβικής ηλικίας μαζί. Η λέξη ξαδέλφη αυτόματα ανακαλεί τη Νίτσα στη σκέψη μου, παρόλο που περισσότερο υποκαθιστούσε την αδελφή που δεν είχα. Παιδί και έφηβος επισκεπτόμουν σχεδόν καθημερινά το σπίτι του θείου Γιώργου, συναντιόμουν με τον θείο, τη θεία Δέσποινα, την άτυχη όμως εξαιρετική Ρένα (1954-1992), και βέβαια τη Νίτσα -το Νίτσα υποκοριστικό του Παγώνα, του ονόματος της προγιαγιάς.] 

[Από τα γενέθλιά μου. Μάλλον το 1965, 19 Αυγούστου. Από αριστερά η θεία Θάλεια με την πρωτοκόρη της, την ενός έτους Νίκη, η Μιρέλλα (Καλομοίρα) Κουλούρα, η καλή γειτονοπούλα, πίσω μου η Ρένα, δίπλα η Νίτσα, η μαμά με τον επίσης μονοετή Θανάση.]

[Η Ρένα, το 1962. Τη φωτογραφία με τρυφερή αφιέρωση τη στέλνει από το νησί στον Αντωνάκη στην Αθήνα. Η Ρένα με τη Νίτσα και το μίνι μπιάνκι / bianchi της πρώτης, μου μάθανε ποδήλατο στην κατηφορική πλατεία κάτω απ’ το τζαμί της Λότζιας, μπροστά από το χαμάμ. Η εκμάθηση του ποδηλάτου όπως και της κολύμβησης –κολύμπι με έμαθε ο μπαμπάς- συγκαταλέγονταν στις βασικές προσχολικές κατά κάποιο τρόπο... τελετουργίες μύησης στην κοινωνική ζωή του νησιού.] 

 [Η Νίτσα, φοιτήτρια στη φαρμακευτική του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη γύρω στο 1980.]  

(*Κι ένα σχετικό απόσπασμα -από τη Διονυσία: (...) Το φαγητό της γιαγιάς ήτανε πολύ νόστιμο. Αν υπήρχε και τόσο δα άρωμα να αναδώσουν τα υλικά της, θα το έδιναν στο έπακρο. Ακόμα και τώρα, όποτε τύχει να γευτεί ξανά εκείνη την πρώτη, την παλιά νοστιμιά των υλικών, τα λαχανικά που αφήνουν τη μυρωδιά τους στην παλάμη, τη γνήσια ντομάτα φέρ’ ειπείν, ή ζωικά, όπως τη γλίνα του χοιρινού, το βούτυρο ή το τυρί της μάντρας, τη γιαγιά την Κυδωνιά μνημονεύει. Έφτιαχνε υπέροχο γλυκό του κουταλιού καϊσί και μελιτζανάκι με άρωμα γαρύφαλλο. Ιδίως το καϊσί το θυμάται να πλαταγίζει στον ουρανίσκο της μυρωδάτο βερίκοκο, γλυκό και υπόξινο και λες και κράταγε ζωντανό ακόμα και το χνούδι του φλοιού του, αλλά και στο τέλος, το υπόπικρο μυγδαλάκι από το εσωτερικό του στα δόντια της.(...))