Δεν είναι πολύς καιρός, που φίλος, ειλικρινής φιλαναγνώστης, με παρακάλεσε να διαβάσω "αυτόν τον παράξενο Εβραίο, τον Σίνγκερ", να του εξηγούσα ίσως τι -κατά τη γνώμη μου- του συνέβη και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τα βιβλία του. Πώς και ένας κόσμος κατά βάσιν μη οικείος στη νεοελληνική τωρινή εμπειρία, τον απορροφούσε τόσο.
Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010
Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010
Κριτικές / Το Σκοτεινό Νησί
Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010
Η προσωπική μας «σπηλιά»
Από τον Παναγιώτη Νούτσο
Αντώνης Νικολής
Το σκοτεινό νησί
Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2008, σ. 172
1. Εισαγωγή: Η γείωση του νόστου
Ο Αντώνης Νικολής, ύστερα από μία ευδόκιμη θητεία ως συγγραφέας της θεατρικής σκηνής, προσέρχεται στο πεδίο της πεζογραφίας. Ακριβέστερα, το παρόν βιβλίο αποτελεί μία εκτενή νουβέλα που μεταγράφει το ομώνυμο θεατρικό έργο τού 2001.
Σε κάθε, σχεδόν, κείμενο του Νικολή υπονοείται το νησί όπου ο ίδιος μεγάλωσε κι έζησε τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια ή στο οποίο ζει μεγάλα χρονικά διαστήματα ανά έτος. Γι' αυτό οποιαδήποτε προϊδέαση, ιδίως τώρα στο Σκοτεινό νησί, είναι μάλλον απαραίτητη ως αναφορά στην Κω των δεκαετιών του '60 και του '70. Αλλωστε, η ίδια βεβαιότητα ότι «θα πάμε και φέτος στην Κω» δύο φορές ενυπάρχει και στο Σπίτι φεύγει (Αθήνα 2002, 55, 69). Πρόκειται για ένα διαρκές συγκριτικό πεδίο, ζώντας «νοερά» κάθε φορά στο νησί όπου συνυπήρχαν «πολλοί κόσμοι σε μία συλλαβή» (βλ. Μ. Χατζηγιακουμή-Π. Νούτσος, Η Κως στη λογοτεχνία, Αθήνα 2008, σ. 274-274). Ο Νικολής, επιπλέον, ως συντοπίτης του Ιπποκράτη, είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει νωρίς τον περίβολο της Ιατρικής και να σταθεί ως δόκιμος του λογοτεχνικού λόγου σε ένα πλαίσιο βιοηθικής, που με τη σειρά του συνοψίζεται στον πρώτο ιπποκρατικό αφορισμό:
«Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρά».
2. Για το σημαίνον
Τα μορφικά γνωρίσματα του κειμένου δένουν απρόσκοπτα με το περιεχόμενό του και γι' αυτό συμπορεύονται. Δηλαδή, η αβίαστη θεατρική διαλογικότητα, οι κοφτές προτάσεις που συγκρατούν κοφτερό σημαινόμενο, τα υπομειδιάματα που εκπέμπουν ειρωνικό τόνο, ο εμποτισμός στην καθημερινότητα και τον τρέχοντα λόγο χωρίς πυλωρό και ιδίως η αλληγορική και η μεταφορική περιένδυση της ροής του κειμένου.
Τόσο η ειρωνεία όσο και η μεταφορά λειτουργούν ως κύριοι αγωγοί της αφήγησης.
Η προσωπική μας «σπηλιά»
Από τον Παναγιώτη Νούτσο
Αντώνης Νικολής
Το σκοτεινό νησί
Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2008, σ. 172
1. Εισαγωγή: Η γείωση του νόστου
Ο Αντώνης Νικολής, ύστερα από μία ευδόκιμη θητεία ως συγγραφέας της θεατρικής σκηνής, προσέρχεται στο πεδίο της πεζογραφίας. Ακριβέστερα, το παρόν βιβλίο αποτελεί μία εκτενή νουβέλα που μεταγράφει το ομώνυμο θεατρικό έργο τού 2001.
Σε κάθε, σχεδόν, κείμενο του Νικολή υπονοείται το νησί όπου ο ίδιος μεγάλωσε κι έζησε τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια ή στο οποίο ζει μεγάλα χρονικά διαστήματα ανά έτος. Γι' αυτό οποιαδήποτε προϊδέαση, ιδίως τώρα στο Σκοτεινό νησί, είναι μάλλον απαραίτητη ως αναφορά στην Κω των δεκαετιών του '60 και του '70. Αλλωστε, η ίδια βεβαιότητα ότι «θα πάμε και φέτος στην Κω» δύο φορές ενυπάρχει και στο Σπίτι φεύγει (Αθήνα 2002, 55, 69). Πρόκειται για ένα διαρκές συγκριτικό πεδίο, ζώντας «νοερά» κάθε φορά στο νησί όπου συνυπήρχαν «πολλοί κόσμοι σε μία συλλαβή» (βλ. Μ. Χατζηγιακουμή-Π. Νούτσος, Η Κως στη λογοτεχνία, Αθήνα 2008, σ. 274-274). Ο Νικολής, επιπλέον, ως συντοπίτης του Ιπποκράτη, είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει νωρίς τον περίβολο της Ιατρικής και να σταθεί ως δόκιμος του λογοτεχνικού λόγου σε ένα πλαίσιο βιοηθικής, που με τη σειρά του συνοψίζεται στον πρώτο ιπποκρατικό αφορισμό:
«Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρά».
2. Για το σημαίνον
Τα μορφικά γνωρίσματα του κειμένου δένουν απρόσκοπτα με το περιεχόμενό του και γι' αυτό συμπορεύονται. Δηλαδή, η αβίαστη θεατρική διαλογικότητα, οι κοφτές προτάσεις που συγκρατούν κοφτερό σημαινόμενο, τα υπομειδιάματα που εκπέμπουν ειρωνικό τόνο, ο εμποτισμός στην καθημερινότητα και τον τρέχοντα λόγο χωρίς πυλωρό και ιδίως η αλληγορική και η μεταφορική περιένδυση της ροής του κειμένου.
Τόσο η ειρωνεία όσο και η μεταφορά λειτουργούν ως κύριοι αγωγοί της αφήγησης.
Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010
Hermann Broch: Οι Υπνοβάτες ΙΙ, 1903, ΕΣ ή Η ΑΝΑΡΧΙΑ.
Στο δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας "Οι Υπνοβάτες", ο Μπροχ μετακινεί την αφήγησή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα, από το 1888 στο 1903, και παρακολουθεί τα βήματα ενός τριαντάχρονου λογιστή, του Αύγουστου Ες. Παρόλο που δεν κοινωνιολογεί, ως ένα βαθμό καταγράφει τον αναδυόμενο και ανασφαλή κόσμο των μικροαστών της κεντρικής Ευρώπης, την αδυναμία του γενικότερου προσανατολισμού και τη συγκεχυμένη ταυτότητα των εν λόγω στρωμάτων του πληθυσμού.
Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010
HERMANN BROCH: Οι Υπνοβάτες Ι, 1888, ΠΑΣΕΝΟΒ ή Ο ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ.

Ο Χέρμαν Μπροχ, γεννημένος στη Βιέννη το 1886, εβραϊκής καταγωγής, εργάζεται μέχρι τα σαράντα του σχεδόν στο υφαντουργείο του πατέρα του, όταν το 1925 αποφασίζει να σπουδάσει μαθηματικά, φιλοσοφία και ψυχολογία. "Οι Υπνοβάτες" είναι η μυθιστορηματική τριλογία, με την οποία πρωτοεμφανίζεται (εκδίδεται το 1932) και η οποία συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες κατακτήσεις της σύγχρονης λογοτεχνίας. Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τους ναζί, ο Μπροχ συλλαμβάνεται από την γκεστάπο, για να αποφυλακιστεί με τις ενέργειες φίλων του, ιδίως του Τζόυς. Στην Αμερική θα ολοκληρώσει το μεγαλύτερο έργο του, "Το Θάνατο του Βιργιλίου". Πεθαίνει το 1951 στο Νιου Χέηβεν.
Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010
ROBERT MUSIL: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ χωρίς ιδιότητες.
(Τόμοι Ι και ΙΙ, αντίστοιχα 792 και 769 σελίδες, μετάφραση Τούλα Σιετή, εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, 1992.)
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζουμε σποραδικά και λίγο, που μένουν στοιβαγμένα για καιρό στο κομοδίνο μας. Ο Προυστ, ο Τζόυς, ο Μούζιλ, ο Μπροχ, ο Πεσσόα κ.ά. Αλλόκοτη, δυνατή, γοητευτική αφήγηση -και άλλα, κάθε φορά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά-, βεβαίως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιστρέφουμε στις ρηξικέλευθες, -από επιλογή- μοναχικές μεγαλοφυΐες του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Αν και πρωταρχική αρετή της αφήγησης στην επική ή τη δραματική ποίηση ή στην πεζογραφία ανέκαθεν θεωρείται η προοικονομία / το σασπένς, οι δημιουργοί αυτοί, διερευνούν στα όρια της λογοτεχνίας και άλλα, ιδίως όμως τη χειραφέτηση της αφήγησης από την ανέλιξη της πλοκής. Μετατοπίζουν το κέντρο από το τι στο πώς, με ποια υλικά, το αφηγούμαστε. Είναι παραπάνω από σίγουρο ότι οι ίδιοι βιώνουν ελευθερία και καθαρή δημιουργική απόλαυση, πολύ συχνά εξάλλου αδιαφορούν ακόμα και για τον τελικό τους προορισμό, αφήνοντας πίσω τους έργα ανολοκλήρωτα, περίπου σαν ανοιχτές διόδους προς τα εργαστήριά τους. Γιατί -ας μου επιτραπεί- αυτό κυρίως κληροδοτούν οι εν λόγω (ίσως και συνολικότερα η νεωτερικότητα): τολμηρά διαβήματα ελευθερίας και ενίοτε επισκέψιμα πολύ πλούσια (σε εργαλεία, τεχνικές και μυστικά) εργαστήρια.
Υπ' αυτήν την έννοια, λοιπόν, έργα που απαιτούν από τον αναγνώστη τους ή την ωριμότητα της λογοτεχνικής κατάρτισης ή το ειδικό ενδιαφέρον του τεχνίτη ή του ερευνητή. Ή ίσως και τα δυο. Αν συνυπολογιστεί μάλιστα και μια ισχυρή τάση φυγής, ας πούμε από το ζόρι των καιρών (να ζεις σε μια γλώσσα κι έναν τόπο, όπου από τον πολύ λαϊκισμό είναι αδύνατον πια να αρθρωθεί το στοιχειώδες), τι άλλο από το να καταφύγεις ικέτης στην ελευθερία (την εσωτερική) εκείνων των ανθρώπων.
Το "Ο Άνθρ. χ. ιδ." είναι το έργο ζωής του Μούζιλ. Αρχίζει να το γράφει το 1919, στα 39 του, και όσο ζει δε θα προλάβει να το ολοκληρώσει. Τελευταία σημείωσή του, τη μέρα του θανάτου του, 15 Απριλίου 1942.
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζουμε σποραδικά και λίγο, που μένουν στοιβαγμένα για καιρό στο κομοδίνο μας. Ο Προυστ, ο Τζόυς, ο Μούζιλ, ο Μπροχ, ο Πεσσόα κ.ά. Αλλόκοτη, δυνατή, γοητευτική αφήγηση -και άλλα, κάθε φορά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά-, βεβαίως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιστρέφουμε στις ρηξικέλευθες, -από επιλογή- μοναχικές μεγαλοφυΐες του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Αν και πρωταρχική αρετή της αφήγησης στην επική ή τη δραματική ποίηση ή στην πεζογραφία ανέκαθεν θεωρείται η προοικονομία / το σασπένς, οι δημιουργοί αυτοί, διερευνούν στα όρια της λογοτεχνίας και άλλα, ιδίως όμως τη χειραφέτηση της αφήγησης από την ανέλιξη της πλοκής. Μετατοπίζουν το κέντρο από το τι στο πώς, με ποια υλικά, το αφηγούμαστε. Είναι παραπάνω από σίγουρο ότι οι ίδιοι βιώνουν ελευθερία και καθαρή δημιουργική απόλαυση, πολύ συχνά εξάλλου αδιαφορούν ακόμα και για τον τελικό τους προορισμό, αφήνοντας πίσω τους έργα ανολοκλήρωτα, περίπου σαν ανοιχτές διόδους προς τα εργαστήριά τους. Γιατί -ας μου επιτραπεί- αυτό κυρίως κληροδοτούν οι εν λόγω (ίσως και συνολικότερα η νεωτερικότητα): τολμηρά διαβήματα ελευθερίας και ενίοτε επισκέψιμα πολύ πλούσια (σε εργαλεία, τεχνικές και μυστικά) εργαστήρια.
Υπ' αυτήν την έννοια, λοιπόν, έργα που απαιτούν από τον αναγνώστη τους ή την ωριμότητα της λογοτεχνικής κατάρτισης ή το ειδικό ενδιαφέρον του τεχνίτη ή του ερευνητή. Ή ίσως και τα δυο. Αν συνυπολογιστεί μάλιστα και μια ισχυρή τάση φυγής, ας πούμε από το ζόρι των καιρών (να ζεις σε μια γλώσσα κι έναν τόπο, όπου από τον πολύ λαϊκισμό είναι αδύνατον πια να αρθρωθεί το στοιχειώδες), τι άλλο από το να καταφύγεις ικέτης στην ελευθερία (την εσωτερική) εκείνων των ανθρώπων.
Το "Ο Άνθρ. χ. ιδ." είναι το έργο ζωής του Μούζιλ. Αρχίζει να το γράφει το 1919, στα 39 του, και όσο ζει δε θα προλάβει να το ολοκληρώσει. Τελευταία σημείωσή του, τη μέρα του θανάτου του, 15 Απριλίου 1942.
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010
Τῇ ἐμῇ Πιπίτσῃ / στην Πιπίτσα μου.
Παλαιός και σπουδαίος πανεπιστημιακός, όταν ακόμα τα συγγράμματα γράφονταν "με την οικονομία και την ακρίβεια" της αρχαΐζουσας, αφιερώνει το πόνημά του στην καλή του σύντροφο, την Πιπίτσα.
Τῇ ἐμῇ Πιπίτσῃ. (Με υπογεγραμμένες και οι τρεις δοτικές, οι δύο πρώτες με περισπωμένη.)
Στην Πιπίτσα μου.
Ένα πρώτο γελάκι, ναι.
Αλλά είναι και ένα αισθηματικό χνάρι, η χροιά μιας οικείας προσφώνησης: ο κύριος καθηγητής, ο οποίος, κλείνοντας πίσω του την εξώπορτα, πριν κρεμάσει καπέλο και πανωφόρι στον καλόγηρο, θα φωνάξει ένα ήσυχο "Πιπίτσα μου", για να τον ακούσει εκείνη από τα εσωτερικά δωμάτια, να του απαντήσει εξίσου καθησυχαστική, "ήρθες;".
Τῇ ἐμῇ Πιπίτσῃ. (Με υπογεγραμμένες και οι τρεις δοτικές, οι δύο πρώτες με περισπωμένη.)
Στην Πιπίτσα μου.
Ένα πρώτο γελάκι, ναι.
Αλλά είναι και ένα αισθηματικό χνάρι, η χροιά μιας οικείας προσφώνησης: ο κύριος καθηγητής, ο οποίος, κλείνοντας πίσω του την εξώπορτα, πριν κρεμάσει καπέλο και πανωφόρι στον καλόγηρο, θα φωνάξει ένα ήσυχο "Πιπίτσα μου", για να τον ακούσει εκείνη από τα εσωτερικά δωμάτια, να του απαντήσει εξίσου καθησυχαστική, "ήρθες;".
Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010
Ευχές.
Τι άλλο;
Μακάρι ν' αρχίσει να μειώνεται ο λαϊκισμός (πολιτικών, δημοσιογράφων, καλλιτεχνών, επιστημόνων).
Είναι ο μόνος τρόπος -τέρμα τα λογής ψέματα- για ν' αρχίσουν να μειώνονται ελλείμματα και χρέη.
Καλό κουράγιο να φωνάζουμε ο ένας στον άλλο, και για το δρόμο, για ...αλεξίλυπο, να πάρουμε μαζί μας πολλή και καλή λογοτεχνία.
Μακάρι ν' αρχίσει να μειώνεται ο λαϊκισμός (πολιτικών, δημοσιογράφων, καλλιτεχνών, επιστημόνων).
Είναι ο μόνος τρόπος -τέρμα τα λογής ψέματα- για ν' αρχίσουν να μειώνονται ελλείμματα και χρέη.
Καλό κουράγιο να φωνάζουμε ο ένας στον άλλο, και για το δρόμο, για ...αλεξίλυπο, να πάρουμε μαζί μας πολλή και καλή λογοτεχνία.
Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009
Ο δυσανάλογος πλούτος.
Ελληνιστής από τις χώρες τις πρόσφατα ενταγμένες στην Ε.Ε., προσκεκλημένος από συναδέλφους του Έλληνες πανεπιστημιακούς, περιηγείται τις διάφορες αρχαιότητες εντός και εκτός Αττικής, άρα μέσ' απ' τα τζάμια του αυτοκινήτου που τον μετακινεί έχει όλη την άνεση να περιεργαστεί ύπαιθρο, οικισμούς, χωριά, κωμοπόλεις, πόλεις, τις εικόνες-μνημεία του σύγχρονου νεοελληνικού κόσμου, για να μην πω βίου: το ασφυκτικό από την έλλειψη δημόσιου χώρου αστικό τοπίο, το σχεδόν άναρχα δομημένο, τα κτίσματα, τα ιδιωτικά αλλά και τα δημόσια, να αμιλλώνται σε νεοπλουτισμό και σε επιθετική ασχήμια.
Στις αρχαιότητες ο ελληνιστής προσηλώνεται εκστατικός, στις ενδιάμεσες διαδρομές σουφρώνει τα βλέφαρα όπως κάποιος δίχως γυαλιά στο δυνατό ήλιο του μεσημεριού.
Όταν την τελευταία μέρα τού ζητιέται να εκφράσει τις εντυπώσεις του, ο άνθρωπος, καλλιεργημένος και ευγενής και άλλωστε καταδικασμένος ισοβίως, ως ελληνιστής, να αγαπά την Ελλάδα, λέει και ξαναλέει, κάπως κουρασμένα βέβαια, τις κοινότοπες αβρότητες, για την Ελλάδα - τον κόσμο του φωτός, για το έξοχο, το πολυποίκιλο φυσικό τοπίο, όμως από τους ακροατές του δε διαφεύγει κι ένα άηχο "αλλά" στην άκρη κάθε του φράσης, τον ρωτούν, επιμένουν, εκείνος ωστόσο τους απαντάει με υπεκφυγές, σχεδόν τους πείθει ότι διατελεί συγκινημένος και μαγεμένος εξίσου από την αρχαία όσο και από τη σύγχρονη Ελλάδα.
Μόνο κάποια στιγμή, ζαρωμένο και συνοφρυωμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, θα τον ακούσουν να μουρμουρίζει την απορία του:
"Τόσος πολύς πλούτος σε τόσο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο..."
Στις αρχαιότητες ο ελληνιστής προσηλώνεται εκστατικός, στις ενδιάμεσες διαδρομές σουφρώνει τα βλέφαρα όπως κάποιος δίχως γυαλιά στο δυνατό ήλιο του μεσημεριού.
Όταν την τελευταία μέρα τού ζητιέται να εκφράσει τις εντυπώσεις του, ο άνθρωπος, καλλιεργημένος και ευγενής και άλλωστε καταδικασμένος ισοβίως, ως ελληνιστής, να αγαπά την Ελλάδα, λέει και ξαναλέει, κάπως κουρασμένα βέβαια, τις κοινότοπες αβρότητες, για την Ελλάδα - τον κόσμο του φωτός, για το έξοχο, το πολυποίκιλο φυσικό τοπίο, όμως από τους ακροατές του δε διαφεύγει κι ένα άηχο "αλλά" στην άκρη κάθε του φράσης, τον ρωτούν, επιμένουν, εκείνος ωστόσο τους απαντάει με υπεκφυγές, σχεδόν τους πείθει ότι διατελεί συγκινημένος και μαγεμένος εξίσου από την αρχαία όσο και από τη σύγχρονη Ελλάδα.
Μόνο κάποια στιγμή, ζαρωμένο και συνοφρυωμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, θα τον ακούσουν να μουρμουρίζει την απορία του:
"Τόσος πολύς πλούτος σε τόσο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο..."
Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009
ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΟΥΖΙΛ: Ο νεαρός Τέρλες.

Ο νεαρός Τέρλες είναι το πρώτο βιβλίο του μεγάλου Αυστριακού συγγραφέα, του Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942). Το κυκλοφορεί στα 26 του, το 1906, και ήδη περιέχει εν σπέρματι το ώριμο και τελευταίο του, το "Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες". Γι' αυτόν που δεν έχει διαβάσει Μούζιλ, ο Τέρλες είναι ο προσιτός, ένας φιλόξενος χώρος υποδοχής.
Η γραφή του Μούζιλ μού θυμίζει πίνακες του συμπατριώτη και περίπου σύγχρονού του, του Egon Schiele (1890-1918). Και ειδικά στον Τέρλες, σκεφτόμουν συχνά τη ζοφερή αφύπνιση της εφηβείας στο θεατρικό "Το ξύπνημα της Άνοιξης" του (Γερμανού) Φρανκ Βέντεκιντ (1864-1918). Πρώιμος, αλλά και εκεί δυνατός εξπρεσιονισμός.
Μην του κατεβάζετε το βρακί.
Αιφνιδίως κάτι πάθαν όλοι κι αρχίσαν να ξεβρακώνουν το "πόσο" στο "πόσο μάλλον". Το γράφουν πλέον: πόσω.
Συγχωρήστε μου την αρμοδιότητα, την ιδιότητά μου του κλασικού φιλολόγου εννοώ.
Στην κλασική αττική υπάρχει η δοτική του ποσού (του μέτρου ή της διαφοράς). Με την εν λόγω δοτική συντάσσονται λέξεις με παραθετική σημασία, κυρίως επίθετα ή επιρρήματα στο συγκριτικό βαθμό. Π.χ.: Τοσούτω ήδιον ζω, όσω πλείω κέκτημαι. (Τόσο πιο ευχάριστα ζω, όσο περισσότερα αποκτώ.) Πολλώ κρείττον εστιν εμφανής φίλος ή χρυσός αφανής. (Πολύ καλύτερος ο φανερός φίλος από το κρυφό χρυσάφι.)
Αργότερα τη δοτική του ποσού υποκατέστησε η αιτιατική του ποσού ή το ποσοτικό επίρρημα, π.χ.: πολύ, ολίγον, πλέον, όσον. Έτσι και στην ομιλουμένη σήμερα: Πολύ / λίγο χειρότερα ή καλύτερα, είναι λίγο πιο ψηλός από μένα, κ.τ.ό.. Όλο το ζήτημα είναι η φράση - αρχαϊκό κατάλοιπο: πολλώ μάλλον (πολύ περισσότερο), που βέβαια είναι δοτική, δεν μπορεί παρά να γράφεται με ωμέγα. Αλλά το πόσο μάλλον, γιατί; Να γράφουμε μήπως και πόσω περισσότερο; Και (ο)λίγω καλύτερα; Και όσω πιο αγράμματος ο Νεοέλληνας τόσω περισσότερο και γλωσσαμύντορας;
Θυμάμαι, κάποια στιγμή, τηλεοπτικός αστήρ της δημοσιογραφίας, πάνε χρόνια, εκστομίζει το "εις επίρρωσιν". Λέω, αμάν, τώρα τη βάψαμε. Δε θα περάσει έτος και θα καταντήσει τσίχλα η επίρρωσις. Ποιο έτος; Ούτε μήνας κι άλλο από το "εις επίρρωσιν" δεν άκουγες. Τόσα χρόνια, κι ακόμα να ξεθυμάνει.
Συγχωρήστε μου την αρμοδιότητα, την ιδιότητά μου του κλασικού φιλολόγου εννοώ.
Στην κλασική αττική υπάρχει η δοτική του ποσού (του μέτρου ή της διαφοράς). Με την εν λόγω δοτική συντάσσονται λέξεις με παραθετική σημασία, κυρίως επίθετα ή επιρρήματα στο συγκριτικό βαθμό. Π.χ.: Τοσούτω ήδιον ζω, όσω πλείω κέκτημαι. (Τόσο πιο ευχάριστα ζω, όσο περισσότερα αποκτώ.) Πολλώ κρείττον εστιν εμφανής φίλος ή χρυσός αφανής. (Πολύ καλύτερος ο φανερός φίλος από το κρυφό χρυσάφι.)
Αργότερα τη δοτική του ποσού υποκατέστησε η αιτιατική του ποσού ή το ποσοτικό επίρρημα, π.χ.: πολύ, ολίγον, πλέον, όσον. Έτσι και στην ομιλουμένη σήμερα: Πολύ / λίγο χειρότερα ή καλύτερα, είναι λίγο πιο ψηλός από μένα, κ.τ.ό.. Όλο το ζήτημα είναι η φράση - αρχαϊκό κατάλοιπο: πολλώ μάλλον (πολύ περισσότερο), που βέβαια είναι δοτική, δεν μπορεί παρά να γράφεται με ωμέγα. Αλλά το πόσο μάλλον, γιατί; Να γράφουμε μήπως και πόσω περισσότερο; Και (ο)λίγω καλύτερα; Και όσω πιο αγράμματος ο Νεοέλληνας τόσω περισσότερο και γλωσσαμύντορας;
Θυμάμαι, κάποια στιγμή, τηλεοπτικός αστήρ της δημοσιογραφίας, πάνε χρόνια, εκστομίζει το "εις επίρρωσιν". Λέω, αμάν, τώρα τη βάψαμε. Δε θα περάσει έτος και θα καταντήσει τσίχλα η επίρρωσις. Ποιο έτος; Ούτε μήνας κι άλλο από το "εις επίρρωσιν" δεν άκουγες. Τόσα χρόνια, κι ακόμα να ξεθυμάνει.
Ο Αδαμάντιος Πεπελάσης.
Είπε ο σπουδαίος αυτός Έλληνας, ο Αδαμάντιος Πεπελάσης, σε συνέντευξή του σε εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης ("Στα άκρα"):
"Το μόνο πράγμα που εκσυγχρονίζεται σταθερά στην Ελλάδα είναι ο λαϊκισμός."
"Το μόνο πράγμα που εκσυγχρονίζεται σταθερά στην Ελλάδα είναι ο λαϊκισμός."
Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009
Ο καημός της δημοφιλίας.
Από το πρωτοσέλιδο του βραζιλιάνικου "O Globo", Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009:
Σε γηροκομείο στη Βραζιλία. Μία ενενηνταοκτάχρονη (98) τρόφιμος σκότωσε μία συνάδελφό της, εκατοντάχρονη (100). Ο λόγος; Η εκατοντάχρονη δεχόταν περισσότερες επισκέψεις.
Σε γηροκομείο στη Βραζιλία. Μία ενενηνταοκτάχρονη (98) τρόφιμος σκότωσε μία συνάδελφό της, εκατοντάχρονη (100). Ο λόγος; Η εκατοντάχρονη δεχόταν περισσότερες επισκέψεις.
Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009
GUSTAVE FLAUBERT: Μπουβάρ και Πεκυσέ.

Από τα έργα του, μόνο το "Μπουβάρ και Πεκυσέ" είχα αφήσει τσαλακωμένο κάπου στη μέση, πρέπει λίγο πριν από το '90. Πρώτα τη Σαλαμπώ, έπειτα τη Μαντάμ Μποβαρύ, τα Τρία Διηγήματα, την Αισθηματική Αγωγή (μ' αυτήν άντεξα το κέντρο νεοσυλλέκτων, και ολόκληρα κομμάτια της μου ανακαλούν σκοπιές στο στρατόπεδο και σ' ένα φυλάκιο έξω από την Κόρινθο, δε θυμάμαι πού ακριβώς), τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου, προτελευταίο. Για το "Μπ. και Πε." δεν είχα την ηλικία ή την ωριμότητα (αυτού που μπορεί να διαβεί το κατώφλι ενός τόσο απαιτητικού εργαστηρίου). Όμως, ένα - ένα, με τη σειρά.
Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009
Οι Deolinda.
Σημείωνα σε ανάρτηση του Σεπτεμβρίου ότι φέτος στη Λισαβόνα ανάμεσα σε άλλους άκουσα και είδα, στο φεστιβάλ του Delta Tejo, τους Deolinda, γκρουπ, με την έξοχη Ana Bacalhau στα φωνητικά, μία πολύ γοητευτική σύγχρονη εκδοχή του fado. Ένα cd έχουν κυκλοφορήσει, το πρώτο τους, το "Cancao ao lado", και γι' αυτό διάβασα προχτές (στην Publico της Τετάρτης) ότι οι βρετανικοί Sunday Times το κατέταξαν τρίτο καλύτερο του κόσμου στην κατηγορία world music. Αν δεν ήμουν ανάμεσα σε πολλές εκατοντάδες όρθιους να παραληρούν, νεαρόκοσμο, αν μόνο τούς είχα ακούσει, θα νόμιζα ότι απευθύνονταν ή ότι θα ικανοποιούσαν πολύ λίγους και μυημένους.
Είναι κοινωνίες όπου ανθεί η τέχνη, όχι μόνο η μίμησή της.
Είναι κοινωνίες όπου ανθεί η τέχνη, όχι μόνο η μίμησή της.
Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009
Τα θεωρικά, ο Λυκούργος και οι... αποδομιστές.
Μετά το τέλος του 5ου αιώνα (τον Πελοποννησιακό και την ήττα από τους Σπαρτιάτες) η Αθήνα σταδιακά παρακμάζει και ως οικονομία και ως πολιτεία και ως πνευματικό κέντρο. Ο λαϊκισμός (ο νόμος των θεωρικών, που τον ξέρουμε μόνο για την πιο αθώα ρήτρα του), οι πολιτικάντηδες, η Αγορά που είναι περισσότερο σημείο μαφιόζικης συναλλαγής περί τα δημόσια συμφέροντα και κυριότατα το χρήμα, -στον ομώνυμο λόγο του Λυσία, φέρ' ειπείν, ο Αδύνατος ισχυρίζεται ότι είναι έντιμος πολίτης, απόδειξη ότι δε συμμετέχει στα κοινά. (Τραγική φιγούρα του 4ου αιώνα, ο νοσταλγός της παλιάς Αθήνας Δημοσθένης.) Μόνο στο τρίτο τέταρτό του, από το 338 ως το 326 π.Χ., σαν μια μικρή και έσχατη αναλαμπή, σημειώνεται η περίοδος της χρηστής διαχείρισης των οικονομικών και εν γένει των δημοσίων πραγμάτων από τον Λυκούργο.
Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Στην Αλεξάνδρεια του Αγίου Αντωνίου. Από τον GUSTAVE FLAUBERT.

"...Αγκαλιάζει με μια ματιά τα δύο λιμάνια (το Μεγάλο Λιμάνι και την Εύνοστο), κυκλικά σαν τσίρκα και χωρισμένα από ένα μώλο, που ενώνει την Αλεξάνδρεια με τ' απόκρημνο νησάκι, που απάνω του είναι σκαρφαλωμένος ο πύργος του Φάρου τετράγωνος, πεντακόσιες πήχες ψηλός, μ' εννιά πατώματα και μ' ένα σωρό μαύρα κάρβουνα στην κορφή του, που καπνίζουνε. Στα μεγάλα λιμάνια είναι ανοιγμένες μικρές πορτούλες. Ο μώλος σε κάθε άκρη τελειώνει σ' ένα μικρό σπιτάκι πάνω σε μαρμαρένιες κολόνες βυθισμένες στη θάλασσα. Από κάτω περνούν πανιά και βάρκες βαριές, που ξεφορτώνουν πραμάτειες, θαλαμηγοί με στολίδια από φίλντισι, κυρτές βάρκες σκεπασμένες με σκιάδια, τριήρεις και διήρεις, κάθε είδος πλεούμενα ανεβοκατεβαίνουν ή είναι αραγμένα στην προκυμαία.
Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009
Ο Jorge Amado.

Χαίρομαι το πρώτο σημείωμα στα "Υπομνήματά" μου να είναι για τον πολυαγαπημένο Jorge Amado (προφέρεται Ζόρζε, όχι Χόρχε). Θα μπορούσε να είναι σκόπιμα το πρώτο, απλώς συνέπεσε τώρα να τελειώσω το "Ο πρώτος και ο δεύτερος θάνατος του Κινίνου του Μπέκρου".
Τα μπινελίκια.
Μου έλεγε φίλος πνευματώδης, Ισπανοϊρλανδός, ότι στην Ισπανία και στη δεκαετία του '70 ακόμα, ήταν ένδειξη θηλυπρέπειας για έναν ενήλικο άντρα να ζητήσει έξω από το σπίτι του γλυκό (π.χ. σε ζαχαροπλαστείο ή εστιατόριο). Στα αρσενικά μωρά μόνο και στα πολύ μικρά αγόρια επιτρεπόταν. Το ανέφερα πρόσφατα σε Πορτογαλίδα φίλη, με διαβεβαίωσε το ίδιο ίσχυε και στην Πορτογαλία. Κατέληξα ότι θα επρόκειτο για στερεότυπο φυλετικό, εντοπισμένο στην Ιβηρική. (Όχι ότι με ξένιζε και πολύ. Στο χωριό του πατέρα μου, για παράδειγμα, στην ντοπιολαλιά τους, αλίμονο στον άντρα που θα πρόφερε ορισμένα σύμφωνα με τον τρόπο που τα πρόφεραν οι γυναίκες.) Αλλά, τέλος πάντων, για τα γλυκά σε σχέση με την αντρική ταυτότητα ο λόγος.
Έπεσα χτες πάνω στα λήμματα μπινές [για το οποίο δίνει: κίναιδος (ιδίως ο παρήλιξ)] και μπινελίκι, του Λεξικού της Πρωίας (έκδοση του 1940). Αναφέρει, λοιπόν, κατά λέξη:
μπινελίκι (το): η ιδιότης, το πάθος του μπινέ, η πράξις η εις αυτόν αρμόζουσα // εις πληθυντικόν, εδέσματα εις τα οποία αρέσκονται οι μπινέδες (γλυκά, ζαχαρωτά κ.λπ.).
Να προσθέσω απλώς, η λέξη μπινελίκι απέκτησε και άλλες σημασίες έκτοτε, όπως στις φράσεις:
Να το φέρεις (ένα φαγητό) δίχως πολλά - πολλά μπινελίκια. Ή:
Του 'ριξα κάτι μπινελίκια, δεν ήξερε από πού του 'ρχονταν.
Έπεσα χτες πάνω στα λήμματα μπινές [για το οποίο δίνει: κίναιδος (ιδίως ο παρήλιξ)] και μπινελίκι, του Λεξικού της Πρωίας (έκδοση του 1940). Αναφέρει, λοιπόν, κατά λέξη:
μπινελίκι (το): η ιδιότης, το πάθος του μπινέ, η πράξις η εις αυτόν αρμόζουσα // εις πληθυντικόν, εδέσματα εις τα οποία αρέσκονται οι μπινέδες (γλυκά, ζαχαρωτά κ.λπ.).
Να προσθέσω απλώς, η λέξη μπινελίκι απέκτησε και άλλες σημασίες έκτοτε, όπως στις φράσεις:
Να το φέρεις (ένα φαγητό) δίχως πολλά - πολλά μπινελίκια. Ή:
Του 'ριξα κάτι μπινελίκια, δεν ήξερε από πού του 'ρχονταν.
Στον Ασμοδαίο, εδώ και 135 τόσα χρόνια...
Έγραφε ο Εμμανουήλ Ροΐδης στον Ασμοδαίο, τη σατιρική εφημερίδα του, πριν από 135 (εκατόν τριάντα πέντε!) χρόνια:
"Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουσιν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν: αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία, μεθ' ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου." (Ασμοδαίος, Πολιτικόν Δελτίον, 8-6-1875)
"Τούτο όμως, κ. συντάκτα, δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, διότι πλουσιώτερον της Ελλάδος έθνος δεν πιστεύω να υπάρχη εν τη οικουμένη. Είπατέ μου, αν γνωρίζετε, εις ποίον άλλον τόπον υπάρχει τοσαύτη πληθώρα χρημάτων, ώστε προς εξάντλησιν αυτών ν' αναγκάζεται η κυβέρνησις να συντηρή δι' οκτώ στρατιώτας ένα αξιωματικόν ή δι' εν τάγμα πυροβολικού εννέα ταγματάρχας; Ποίον άλλο του κόσμου μέρος έχει αναλόγως του πληθυσμού του το δέκατον των υπαλλήλων μας;" (Ασμοδαίος, Επιστολή, 7-3-1876)
"Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν." (Ασμοδαίος, Ονολογία, Όνος πατριώτης, 11-7-1876)
"Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουσιν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν: αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία, μεθ' ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου." (Ασμοδαίος, Πολιτικόν Δελτίον, 8-6-1875)
"Τούτο όμως, κ. συντάκτα, δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, διότι πλουσιώτερον της Ελλάδος έθνος δεν πιστεύω να υπάρχη εν τη οικουμένη. Είπατέ μου, αν γνωρίζετε, εις ποίον άλλον τόπον υπάρχει τοσαύτη πληθώρα χρημάτων, ώστε προς εξάντλησιν αυτών ν' αναγκάζεται η κυβέρνησις να συντηρή δι' οκτώ στρατιώτας ένα αξιωματικόν ή δι' εν τάγμα πυροβολικού εννέα ταγματάρχας; Ποίον άλλο του κόσμου μέρος έχει αναλόγως του πληθυσμού του το δέκατον των υπαλλήλων μας;" (Ασμοδαίος, Επιστολή, 7-3-1876)
"Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν." (Ασμοδαίος, Ονολογία, Όνος πατριώτης, 11-7-1876)
Η σπατάλη.
Λίγο η φύση, λίγο οι αρχαίες πέτρες, η παράδοση επίσης, γεννιούνται ακόμα πράγματα ανάμεσά μας, εδώ σ' αυτή τη χώρα, σκόρπια, όχι συλλογικά, από άτομα, από διακεκριμένες μονήρεις ευαισθησίες, βέβαια. Αυτό από τη μια, γιατί από την άλλη δύσκολα θα βρει κανείς αλλού ή άλλοτε συνθήκη όπου να σπαταλιέται τόσο πολύ έργο, τόση πολλή ενέργεια, για να μειωθούν, να εξαφανιστούν, να σβηστούν όχι μόνο η παραγωγή ή και η δυναμική των δημιουργών, αλλά -ει δυνατόν- και τα ίχνη τους.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

