Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Διονυσία / Μαζί με τον Νίκο στο κρεβάτι - μικρό απόσπασμα, επετειακό: πάνε κιόλας τρία χρόνια.


(...) Μαζί με τον Νίκο στο κρεβάτι άσχετα από το τι και πώς στη φαντασία της διέσχιζαν το κεντρικό κλίτος μιας ψηλοτάβανης αίθουσας με τρούλο, με βιτρό φεγγίτες και παράθυρα, άδεια και ατέλειωτη, ν’ ακούει τις ανάσες και τα ξυπόλυτα ποδοβολητά τους, έπειτα το ’σκαγαν από πλαϊνή πόρτα σε σκιερό κήπο με εκατοντάφυλλα παλιές ποικιλίες, μ’ εξίσου μυρωδάτα μαγιάτικα, με βυσσινιές, με νεραντζιές, με κίτρα, με περγαμόντα, με δαμασκηνιές, να τρέχει σέρνοντας από το χέρι τον άντρα με το καστανό αραιό χνούδι, σ’ εκείνην να ταλαντεύονται τα βυζιά σωστά μαστάρια, σ’ εκείνον, καμιά φορά συντονισμένες οι ταλαντώσεις στα δύο κορμιά η ροδαλή ευρύχωρη αρχιδοσακούλα, σκαρφάλωναν στο στηθαίο μιας χαβούζας, πήδαγαν μέσα, όρθιοι, με το νερό περισσότερο την εικόνα του υγρού, όχι την αίσθησή του ως τη μέση ή ως το λαιμό, τα μικρά χρυσόψαρα να τσιμπολογούν τη βάλανο σ’ εκείνον ή τις θηλές στα δικά της στήθη, κι είναι στη σκιά μιας καρυδιάς, και τα καρύδια είναι πράσινα χλωρά, ό,τι πρέπει για γλυκό του κουταλιού. (...)
[Απόσπασμα, σελίδα 203, από το μυθιστόρημα Διονυσία, εκδόσεις Το Ροδακιό. Πρώτο δεμένο αντίτυπο, 19 Μαρτίου 2012.]
   

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Κριτικό σημείωμα της Πηνελόπης Πετράκου για τον Δανιήλ [Με την υπογραφή του Έναστρον (βιβλιοκαφέ) / στο Diavasame.gr].




Ο Έλληνας στην παλαιότερη εκδοχή του, ειδικά ο κάτοικος της επαρχίας, δε λογάριαζε τίποτα, παρά μόνο τη ζωή. Όλες του οι συμφορές ήταν μες στο πλαίσιο της κανονικότητας της φύσης και ως τέτοιες τις αντιμετώπιζε. Ακόμη και την ύστατη συμφορά, τον θάνατο. Αυτό ήταν το εφόδιό του ενώ, πια, η επιστήμη έχει διαγνώσει, για να μην πω επινοήσει, σύνδρομα και φοβίες που απορρέουν από την ανικανότητά μας να εμπεδώσουμε το Δίκαιο που υπάρχει εκεί έξω.

Ο Αντώνης Νικολής στο νέο του βιβλίο παρουσιάζει τον τύπο αυτού του ανθρώπου μέσα από την αφήγηση του Μιχάλη, ενός μεσόκοπου οικογενειάρχη που επιστρέφει στο νησί του για δουλειές και περιδιαβαίνει τις γειτονιές των εφηβικών του χρόνων με τελικό προορισμό τα λουτρά του Δανιήλ. Ο Δανιήλ, κλειδοκράτορας του χαμάμ που άφησε εποχή, αποτελεί έναν άξονα στον οποίο στηρίζονται και συνδέονται μεταξύ τους το ξέγνοιαστο και γεμάτο ερωτηματικά παρελθόν και το κουραστικό και απαντημένο παρόν. Είναι μια μορφή εξωτική για τα σημερινά δεδομένα, ως ρυθμιστής κι «αρχιερέας» μιας ιδιόμορφης κοινωνίας αφενός και ως οντότητα αυθεντική αφετέρου, φτιαγμένη από απολύτως φυσικά συστατικά. Μαζί του κι άλλοι άνθρωποι, επίσης ευανάγνωστοι και αποφορτισμένοι, μας συστήνονται και μας γοητεύουν ή μας κάνουν να θυμόμαστε αντίστοιχους γνωστούς μας. Ο συγγραφέας βάζει τον ήρωά του να παρατηρεί το γήρας και να βιώνει το πέρασμα του χρόνου, άλλοτε αυτοσαρκαζόμενος κι άλλοτε με κάποια αναπάντεχη όσο και δικαιολογημένη ματαιοδοξία. Ωστόσο, επιχειρεί να απεμπλακεί απ’ την εμμονή και ως τούτου πράττει κάτι ηρωικό.

Η αναπόληση γίνεται με γλώσσα που διατηρεί τους τοπικούς ιδιωματισμούς, είναι χρωματισμένη συναισθηματικά και σχηματίζει γρήγορα εικόνες. Κυριαρχούν οι περιγραφές της γης, των οικημάτων και των ανθρώπινων χαρακτηριστικών εμπλουτισμένες με χρώματα και μυρωδιές, κι όλα αυτά με τρυφερότητα και με νοσταλγία για τη νιότη και το κάλλος. Η επιστροφή στην ηθική της απλότητας ίσως είναι το ζητούμενο του σύγχρονου ονειροπαρμένου ανθρώπου, που αφομοιώνεται επιτυχώς στην πραγματικότητα αλλά εξαντλείται και παρακμάζει με παράπονο. Το βιβλίο συγκινεί, κατευνάζει το θυμό και διεγείρει το πάθος, το αναζητά και το φέρνει στον αναγνώστη, το θυμίζει και το απενοχοποιεί. Ο αισθησιασμός στις σκηνές των λουτρών απηχεί την ανάγκη για βαθιά επικοινωνία και εξομολόγηση ανασφαλειών κι αγωνιών που πραγματοποιείται καθώς οι θαμώνες ανταλλάσσουν λατρευτικές προσφορές, δηλαδή άγγιγμα και φιλί.

                                                                                                                            Πηνελόπη Πετράκου

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Ο Δημήτρης Φύσσας για τον Δανιήλ.

Ο φίλος και πολύ καλός συγγραφέας Δημήτρης Φύσσας έγραψε για τον Δανιήλ ένα κείμενο κριτικής ανάλυσης υψηλού επιπέδου. Τον ευχαριστώ ιδιαίτερα.
Ευγνώμων ακόμα μια φορά και στον Στράτο Φουντούλη, το περιοδικό Στάχτες.

Δημήτρης Φύσσας: Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα

Επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου
Επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου
fav-3
Κριτική παρουσίαση του Δημήτρη Φύσσα
Από την πρώτη στιγμή που διάβασα το «Δανιήλ» (το Νοέμβρη που μας πέρασε), ήξερα ότι ήθελα να γράψω γι΄ αυτόν. Το πρόβλημά μου συνοψιζόταν στο εξής:  Πώς γράφεις για ένα βιβλίο πολύ ψηλής ποιότητας, όταν οι σκέψεις που σου γεννιούνται στο μυαλό είναι όσο πολλές, ώστε να μην ξέρεις από πού ν΄ αρχίσεις και πώς να το πιάσεις; Μετέωρος μπροστά σ΄ ένα τέτοιο πρόβλημα, δεν έγραφα λέξη.
Κέρδιζα, ωστόσο, σε νέες αναγνώσεις. Προσπαθώντας να βρω τον τρόπο να καταπιαστώ μαζί του, γύρναγα και ξαναγύρναγα στο βιβλίο. Μέχρι τώρα, στο έβγα του Φλεβάρη,  το διάβασα τέσσερις φορές- και δεν είναι κοινότοπο να πως, κάθε φορά, έβρισκα και καινούργια στοιχεία. Πώς μπορούσε το μικρό αυτό βιβλίο  να γεννάει ξανά και ξανά νέο διανοητικό υλικό για το αναγνώστη, παραμένει για μένα μυστήριο, που σπάνια το ΄χω ξανανιώσει- μα όποτε ισχύει, ξέρω, βέβαια, ότι προσεγγίζω τη μεγάλη πεζογραφία.
Ας είναι, παρατράβηξα το ξεκίνημά μου- και φοβάμαι πως τον ανυπόκριτο θαυμασμό μου, ήδη προοιμιακά, πολύ αμήχανα μόνο τον έδωσα.
Η ιστορία
Η ιστορία διαδραματίζεται στις μέρες μας και μοιάζει,  στη βάση της, πολύ απλή. Ένας άντρας λίγο πριν τα 50 του, ονόματι Μιχάλης, παντρεμένος και με δυο μεγάλα παιδιά, κάτοικος Αθήνας, γυρνάει στο νησί του για ν΄ ασχοληθεί με την πώληση κάποιου κληρονομικού μεριδίου- συνήθεις «ουρές» που αφήνουνε οι θάνατοι των γονιών. Αυτός είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Μένοντας  για λίγες μέρες στο νησί, επισκέπτεται τόπους που του γεννάνε μνήμες της εφηβείας του, αρκετές δεκαετίες πριν, και σμίγει με τους δυο καλύτερους φίλους της παλιάς εποχής. Ζώντας ταυτόχρονα στο σήμερα και στο χτες, προχωρεί στις (αναπόφευκτες) συγκρίσεις, επανερχόμενος σε ανθρώπους και τόπους παλιούς «που ήταν μια φορά» και σε μνήμες που «χάνονται σ΄ ένα σκοτάδι εβένου».
Κλειδί για το τελικό ξεκλείδωμα της αναπολητικής διαδικασίας είναι το παλιό χαμάμ τού τόπου, τώρα κλειστό και μερικά διαλυμένο, και ο άνθρωπος που το λειτουργούσε, ο Δανιήλ, τώρα πεθαμένος.
Ωστόσο, η επάνοδος ειδικά στο συγκεκριμένο χώρο επαναφέρει στη μνήμη, μέσα σ΄ ένα κλίμα ηδονικής συντριβής κάτω από το βάρος των αναμνήσεων, την ουσιαστική σεξουαλική του μύηση, τη δική του κι όλης της τοτινής εφηβικής τριάδας,  όπως την είχαν ζήσει σ΄ ένα διονυσιακό όργιο τού τότε, με τελετάρχη ακριβώς το Δανιήλ. Το όργιο αυτό, που αποτελεί την κορύφωση της ιστορίας, δεν κρατάει παρά ελάχιστες  σελίδες της αφήγησης.
Εμπλουτισμένος αλλά και ξαλαφρωμένος μετά την εναργή, και συμφιλιωτική με το παρελθόν, αναβίωση εκείνης της εμπειρίας και φυσικά καθώς η διεκπεραίωση της κληρονομικής εκκρεμότητας έχει λήξει, ο Μιχάλης φεύγει από το νησί (που συγγραφική αποφάσει δεν κατονομάζεται ρητά, αλλά από χίλιες μπάντες βγαίνει πως είναι η Κως) και παίρνει το καράβι για να επισκεφτεί το στερνοπαίδι του που σπουδάζει στην Κρήτη.  Στον πλου, μετά από συγκεκριμένη αφορμή που φέρνει έναν απόηχο από τον «Καισαρίωνα», ο αφηγητής έχει μια σύντομη παραίσθηση όπου ο Δανιήλ επανέρχεται ως επικεφαλής μύστης μιας γιορταστικής πορείας που θα μπορούσε να είναι αρχαιοελληνική, και που κατεβαίνει προς τη θάλασσα.
Αυτά.
Θα ΄λεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα πεζό «μαθητείας» /  κέμενο «ενηλικίωσης»  για  «εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής» και τώρα «είν΄ ανοιχτά, φανερωμένα εμπρός του». Ισχύει προφανώς, μα το κείμενο είναι πολλά περισσότερα απ΄ αυτό. Γιατί ένα βιβλίο δύσκολα καταλήγει να γίνει σημείο αναφοράς  από ένα μόνο καλό στοιχείο, όσο σπουδαίο κι αν  είναι.  Γι΄ αυτό, αφήνοντας έξω το θέμα του χρόνου στο οποίο ήδη αναφέρθηκα,  θα προσπαθήσω να εμβαθύνω στα σημαντικότερα από τα υλικά  που συναποτελούν την αναγνωστική γοητεία του προϊόντος «Δανιήλ»- και δεν είναι λίγα.
Μερικά υλικά
Αφηγηματική πολλαπλότητα. Φαινομενικά, ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο. Σ΄ ένα δεύτερο κοίταγμα όμως, έχει τουλάχιστον τρεις «εαυτούς» που εναλλάσσονται: ο έφηβος που ζει στην αναδρομία,  ο ώριμος που ζει αυτά που ζει στη συγχρονία και ένας ακόμα ώριμος, που σχολιάζει κατά καιρούς τον τοτινό εαυτό του.
Πυκνότητα. Εφτά, όλα κι όλα, τα  σύντομα κεφάλαια του βιβλίου,  120 μονάχα σελίδες κειμένου κι αυτές με μεγάλη γενναιόδωρη γραμματοσειρά, δηλαδή λίγες χιλιάδες λέξεις συνολικά. Εκεί που άλλος θα ξέντωνε την ιδέα και θα ΄φτιαχνε μυθιστόρημα, ο Νικολής συμπυκνώνει σε νουβέλα (όρος που στην ελληνική Γραμματολογία έχει να άνει αποκλειστικά με το μήκος και μόνο του πεζογραφήματος, και που εδώ βρίσκει ακριβή ανταπόκριση),  Τον φαντάζομαι να γράφει και να κόβει, να γράφει και να ενώνει, ωσότου πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σπόντες. Προοικονομία πείτε το, πρόμνηση πείτε το, πρόληψη πείτε το,  (ποσώς μ΄ ενδιαφέρει η επακρίβεια των φιλολογικών όρων), οι υπαινιγμοί γι΄ αυτό που τελικά θα ΄ρθει  στο προτελευταίο κεφάλαιο έρχονται και ξανάρχονται στις προηγούμενες σελίδες σε μια σοφή διασπορά: άλλοτε σα διερώτηση των εφήβων, άλλοτε σαν καταγραφή τού τι λέει η κοινωνία (που «συσχέτιζε κουτά») για το χαμάμ και το Δανιήλ- άλλοτε σαν προειδοποιήσεις του ίδιου του Δανιήλ προς το νεαρό αφηγητή.
Κορύφωση. Παρτούζα πέστε το, όργιο πέστε το, εδώ αντανακλάται η χαρά της ζωής- κι έχει κι ένα απίστευτο εύρημα, για το οποίο θα γράψω μια μονάχα λέξη, επειδή δε θέλω να στερήσω τη χαρά της παρθενικής ανάγνωσης που ελπίζω να προκαλέσω:  εκμαγείο.  Αν νομίζει κανείς ότι οι  ερωτικές σελίδες στη λογοτεχνία είναι υποχρεωτικά είτε αποστειρωμένες, είτε γαργαλιστικές, δείτε το μάστορα σ΄ αυτές τις λίγες σελίδες. Θα πρέπει να ήταν οι δυσκολότερα γραμμένες.
(Μη) ρεαλισμός. Η νουβέλα κυριαρχείται από το «ρεαλισμό» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό): οι λεπτομέρειες είναι όλες αληθινές ή αληθοφανείς (ακόμα και τα περίφημα εκμαγεία!), η ιστορία «κουμπώνει» πλήρως, οι τόποι και οι χρόνοι προσδιορίζονται σαφώς. Αλλά υπάρχουν και δύο ακαριαία σημεία, εντελώς αξιοσημείωτα, στα οποία ο  ρεαλισμός αποτραβιέται υπέρ των στιγμιαίων παραισθήσεων. Το ένα το προανάφερα, είναι η τελετουργική πομπή – πορεία. Το άλλο είναι λίγες φράσεις στην πολύ-ερωτική πράξη, όπου ο μυούμενος έφηβος «ζει» με αταβιστικό τρόπο σεξουαλικές εμπειρίες που δε θα μπορούσαν να είναι αληθινές, οι οποίες συμφύρονται με τις «κανονικές» που ζει «πραγματικά». 
Κλιμάκωση και δευτερεύοντες ήρωες. Η κορύφωση της αναπολητικής διαδικασίας έρχεται λίγο λίγο μέσα από πολλά αφηγηματικά επεισόδια που την προετοιμάζουν, διατηρώντας όμως το καθένα την αυτονομία του. Οι δε δευτερεύοντες ήρωες (το προσωπικό του χαμάμ, η οικογένεια του Δανιήλ, οι άνθρωπο που τελικά θα συμμετάσχουν στο όργιο κλπ) δίνονται με σύντομες, χαρακτηριστικές καταγραφές, που εντυπώνονται στο μυαλό του αναγνώστη.
Ερωτικός ανθρωπισμός. Έλληνες και Τούρκοι (εδώ αναφέρονται όπως λέγονταν στο νησί: μωαμεθανοί, γκέι και στρέιτ, άντρες και γυναίκες, μαύροι και άσπροι, πλούσιοι και φτωχοί, χωραΐτες και χωριάτες, «μορφωμένοι» και «αμόρφωτοι», θαρρετοί και φοβισμένοι, φαντάροι και βαθμοφόροι, Ανατολίτες και Δυτικοί, όλοι είναι εδώ, σ΄ ένα σοφό παζλ συγγραφικής ισοτιμίας, που τίποτα δεν καταφρονάει αλλά και τίποτα δεν το ανεβάζει σε δυσθεώρητα ύψη. Και το αμάλγαμα που τους ενώνει όλους αυτούς ποιο άλλο θα μπορούσε να είναι παρά ο ερωτισμός;- έστω κι αν εδώ η ανατολίτικη  ατμόσφαιρα κυριαρχεί.
Επιγραμματική – φιλοσοφίζουσα διάσταση. Παρόλο που το βιβλίο δε γράφτηκε για να κουνήσει το δάχτυλο με διδακτισμό στον αναγνώστη, κάθε άλλο μάλιστα, δεν μπορείς να μη σταθείς ξανά και ξανά σε παρατηρήσεις που απηχούν βάθος σκέψης,  ανθρωπιά, στωικότητα.
Έκφραση φθοράς. Σπάνια έχω δει καλύτερα αποτυπωμένο τον καημό για το χάσιμο των παλιών ανθρώπων  που ζούσανε μετρημένα κοντά στη φύση, για το ερείπωμα των χώρων,  το χαμό της αθωότητας. Κι  ας μη φανταστεί φυσικά κανείς ότι  τα παραπάνω γράφονται πουθενά κατά τον απλοϊκό τρόπο που τα συνοψίζω εδώ εγώ.
Αυτοϋπονόμευση. Ούτε στις πιο σημαντικές στιγμές του το βιβλίο δε μοιάζει να παίρνει τον εαυτό του και την ιστορία του πλήρως και αδιάλειπτα στα σοβαρά. Σου κλείνει το μάτι και σου λέει: «Εγώ αυτά σού γράφω, αλλά συνάμα κοροϊδεύω και υπονομεύω τον εαυτό μου σαν αφηγητή. Εγώ αυτά σου λέω, τι θα δεχτείς εσύ –μάλλον τι θα δέχεσαι την καθεμιά από τις φορές που το διαβάζεις–  είναι δικό σου θέμα. Κόφ΄ το λαιμό σου να βγάλεις άκρη».  Κι αυτό ξεκινάει ήδη από το εμπνευσμένο μότο, δικής του έμπνευσης, που ο συγγραφέας προτάσσει στο βιβλίο του και που αφορά τη σχέση πραγματικότητας, ζωής και λογοτεχνίας.
Ντοπιολαλιά. Ο  Νικολής δε φοβάται ν΄ αναπαράγει την τοπική λαλιά, το νησιώτικο αυτό ιδίωμα, μουσικότατο και γλυκύτατο άλλωστε, σε σημεία του  βιβλίου όπου μιλάνε οι ντόπιοι «απλοί» άνθρωποι. Ταιριάζει μια χαρά και συμβάλλει στον αφηγηματικό ρεαλισμό, όπως άλλωστε και η αναφορά σε μερικά έθιμα της εποχής- ειδικά το πώς ξενυχτάνε το νεκρό στο σπίτι. Εδώ συγγραφέας ακολουθεί τον τρόπο των παλιών ηθογράφων. Κι αυτό είν΄ όλο, η ομοιότητα σταματάει, γιατί κανένα από τ΄ άλλα (και άκρως απωθητικά) στοιχεία της παλιάς ηθογραφίας δεν εμφανίζεται εδώ.  Αλλά είπαμε να μη φιλολογίσουμε.
Γαστριμαργία. Ουδέποτε συμπάθησα της μόδα των τελευταίων 10 ή 20 ετών, να χώνονται φαγητά και συνταγές ακριβείς περιγραφές πιάτων και αφηγήσεις γευμάτων μέσα στη λογοτεχνία. Μου μοιάζει ότι ανακατεύει στοιχεία ανόμοιων απολαύσεων (το φαϊ είναι φαϊ και η λογοτεχνία είναι λογοτεχνία), για να μην πω ότι ψαρεύει ευθέως αναγνώστριες. Και στο «Δανιήλ» υπάρχουν τέτοιες αναφορές, αλλά, προσοχή: είναι μετρημένες και είναι ενταγμένες στην αφηγηματική οικονομία, συμβάλλοντας στην εξέλιξη του μύθου. Ας πούμε, η παρτούζα θα ήταν λειψή ή μάλλον δε θα υπήρχε καν, αν δεν είχε προηγηθεί γεύμα συγκεκριμένης σύνθεσης. Και θα είχε  μικρότερο βάρος αν, μετά το γλυκοξύπνημα, δεν έπονταν το πρωινό.
Τίτλος. Πέρα από την πομπή που καταλήγει στη θάλασσα, ο τίτλος μπορεί και να ερμηνευτεί και ως σπαρακτική φράση. Δηλαδή τι (θα) σήμαινε το «πάει στη θάλασσα» για το χαματζή Δανιήλ, ποια σχέση (δεν) είχε η θάλασσα με το χαμάμ. Αλλά για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να διαβαστεί το βιβλίο .
Έκδοση. Διόλου τυχαία, «Το Ροδακιό» λογαριάζεται σαν ένας από τους αρτιότερους εκδότες. Πολύ δίκαια, νομίζω, και το ανά χείρας βιβλίο το επιβεβαιώνει: γενική όψη, στήσιμο, ευανωγνωσία, εξώφυλλο, επιμέλεια. Τόσο, που του συγχωρώ το αχώνευτο πολυτονικό.
*
©Δημήτρης Φύσσας – d.fyssas@gmail.com
fav-3
nikolis-bkΑντώνης Νικολής
Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα
Εκδόσεις «To Ροδακιό»
Αθήνα 2014





vintage_under2

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Στο πιθάρι του λαϊκισμού τελευταία η ελπίδα.

Στο πιθάρι του λαϊκισμού τελευταία η ελπίδα

image

















Athens Voice, 7-3-2015.
Στο πιθάρι, το γνωστότερο ως κουτί, της Πανδώρας το τελευταίο από τα δεινά ήταν η ελπίδα. Μου το υπενθύμισε προεκλογικά φίλος. Ο τίτλος εδώ δεν αναφέρεται στο σχήμα και την αισθηματολογία του συνθήματος «η ελπίδα έρχεται», -περασμένα, ξεχασμένα. Νομίζω πως, ανάμεσα σε άλλα μετά την 25η Ιανουαρίου του 2015, επίκειται και το να ζήσουμε το τελευταίο στάδιο του δικού μας ακραίου λαϊκισμού, αυτού που γιγαντώθηκε σταδιακά μετά το 1981. Δεν πρέπει να μας ξενίζει που τώρα μοιάζει όσο ποτέ φουντωμένος, -συμβαίνει στις κακοδαιμονίες λίγο πριν από το τέλος τους.
Αν ο λαϊκισμός, γενικά, είναι οι διάφορες μορφές κολακείας των ισχυρών κάθε εξουσίας προς τα υποδεέστερα οικονομικά στρώματα του πληθυσμού, το λαό, αυτός εδώ, ο δικός μας, μετερχόμενος τις… παραδοσιακές παθογένειες της πολιτικής τάξης, απέβη κυριολεκτικά ένα πολιτικό, οικονομικό, ευρύτερα κοινωνικό καθεστώς. Ας αναλογιστούμε μονάχα πόσο αφελείς μοιάζουν οι φιλανθρωπίες βιτρίνας της Φρειδερίκης ή τα λαμπερά φορέματα και ο ολίγος σοσιαλισμός της Εβίτα Περόν, του ινδάλματος του Ανδρέα Παπανδρέου, μπροστά στο απίθανο αλισβερίσι του τελευταίου με το «λαό» του, στο πλιάτσικο των ευρωπαϊκών κονδυλίων, των δανείων, στη δίχως προηγούμενο διάχυση της διοικητικής ασυδοσίας και διαφθοράς.
Αλισβερίσι που μ’ ένα - δυο μικρά διαλείμματα δε σταμάτησε έκτοτε, αντίθετα παγίωσε την προνομιακή θέση των λίγο ως πολύ παρασιτικών ομάδων του πληθυσμού τις οποίες το ίδιο εξέθρεψε (συντεχνίες προστατευόμενες από το κράτος, κρατικοδίαιτους «επιχειρηματίες», υπεράριθμους δημόσιους υπαλλήλους, εν ενεργεία ή πρόωρα συνταξιοδοτημένους). Ένα είδος παρασιτικής γραφειοκρατίας που ιδίως μετά τη χρεωκοπία έχει μετατραπεί στη μοιραία -κατά τα φαινόμενα- δύναμη αδράνειας ενάντια στην όποια ουσιαστική μεταρρύθμιση, και η οποία σε μια τελευταία κίνηση απελπισίας επένδυσε την εσχάτη «ελπίδα» της σ’ ετούτη την «πρώτη φορά αριστερά».
Μου έλεγε φίλος -γεννημένος το 1964 αυτός- για συμμαθήτριά του, υπάλληλο τραπέζης, από τα 33 της συνταξιούχο, παντρεμένη με υπάλληλο της ΔΕΗ, εκείνος στα 55 του στη σύνταξη, αμφότεροι απόφοιτοι λυκείου με το ζόρι, διορισμένοι με «μέσον», αδιάφοροι στις υπηρεσίες τους, τις περιουσίες που έκαναν, το σύνολο των ευρώ που ακόμα και σήμερα η χρεωμένη χώρα συνεχίζει να τους καταβάλλει μηνιαίως. Ύστερα, σχολίασε: «Μπορώ να φανταστώ και σ’ άλλα πολλά διεφθαρμένα και υπανάπτυκτα κράτη τέτοιες περιπτώσεις ευνοιοκρατίας, όμως σε τόσο μεγάλους αριθμούς και το κυριότερο, αμειβόμενους σε σκληρό νόμισμα, πουθενά αλλού!»
Ο λαϊκισμός ο δικός μας, ο μετά το 1981, όπου να ’ναι τελειώνει. Θα συρρικνωθεί σ’ εκείνον τον εύλογο, τον κανονικό, που παντού και πάντοτε ευδοκιμεί, τον πολύ μικρότερης έντασης και έκτασης, ας πούμε όχι περισσότερο απ’ όσο τον χρειάζεται η συλλογική ανοησία. Ωστόσο, ας μη χάσουμε και την πολύ σπάνια ιστορική εμπειρία να απολαύσουμε ολόγυρά μας αυτό το μοναδικά ακραίο φαινόμενο. Δείτε τι γκροτέσκα, τι φαιδρή ή, το αντίθετο, υστερόβουλη χαρά είναι η χαρά αυτής της έσχατης ελπίδας: μια κοινωνία - απέραντη βουλή των εφήβων, ίσαμε και καθηγητάδες πανεπιστημίου να συνορίζονται μεταξύ τους σε αγραμματοσύνη και ανοησία, κόσμος, και εξηντάρηδες ακόμα, στο δρόμο, στα καφενεία, να αμιλλώνται σε φληναφήματα και αυτά τα δωδεκάχρονα, αλλά και πολύ συχνά, μάτια γεμάτα εύγλωττη ιδιοτέλεια κόντρα στις γλυκερές ρητορείες που ξερνάνε τα στόματά τους, -άραγε, οι λέξεις και οι σημασίες των λέξεων βρέθηκαν ποτέ άλλοτε ή κάπου αλλού σε μεγαλύτερη μεταξύ τους διάσταση;
Όμως, ο δικός μας, αυτός ο λαϊκισμός, τρέφεται με κονδύλια και δάνεια απ’ έξω. Κι αυτά τελείωσαν. Ποιο λαϊκισμό να διακινήσεις και μάλιστα σ’ έναν τόσο πονηρό λαό δίχως λεφτά. Τα λεφτά πλέον είναι κυρίως φόροι. Οσονούπω θα μας υπόσχεται ο κύριος Τάδε τη δείνα παροχή κι εμείς, όπως οι πολίτες στα «εθνικά κυρίαρχα κράτη» αυτουνού του πλανήτη, θα απαντάμε, ναι, αλλά με ποιους φόρους, που θα τους πληρώσουν ποιοι. Είτε στο ευρώ και στην Ευρωζώνη με αιματηρές μεταρρυθμίσεις είτε στη δραχμή σε μια χώρα κατεστραμμένη, και τότε και ιδίως τα παρασιτικά αυτά στρώματα να τα δείτε οι πολιτικάντηδες με τι λύσσα θα σηκώσουν τις πέτρες, (είναι -να μην ξεχνιόμαστε- ο ίδιος «λαός» που επιφύλαξε τον ατιμωτικό αφανισμό ακόμα και στο δημιουργό του, το ΠΑΣΟΚ), ο λαϊκισμός, όπως τον ξέρουμε, θα τελειώσει.
Από την άλλη, ό,τι και να συμβεί πια, κατεστραμμένοι λιγότερο ή ολοσχερώς, υπάρχει κι ένα καλό να περιμένουμε: που τουλάχιστον θα ξαναβρούμε το αληθινό κόστος των πραγμάτων. Που θα επανασυνδέσουμε τις λέξεις με τα νοήματά τους, να μιλάμε όταν πρέπει και να λέμε αυτά που θέλουμε να πούμε. Που θα ξαναγίνει ο χρόνος και ο τόπος που μας περιέχουν αληθινοί, να μην τους μπερδεύουμε με τους σκιώδεις των φαντασιώσεών μας. Που θα βγούμε από τη θολούρα στο φως.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Τα λιθαράκια του σπιτιού μας.

Αντώνης Νικολής, Τα λιθαράκια του σπιτιού μας

Περιοδικό Στάχτες, Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015.

Στη Βουλιαγμένη, την άνοιξη του 1963. Με τη μητέρα μου Καλλιόπη (Πόπη), το γένος Χατζημάρκου. Μας φωτογραφίζει ο πατέρας μου Χαράλαμπος. Έως και το φθινόπωρο του 1963 ζούσαμε στα Ιλίσια, στην οδό Γουναροπούλου, ο πατέρας μου ειδικευόταν στην ακτινολογία, στο Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, εγκαταστημένοι πια στον τόπο της καταγωγής μας, στην Κω, θα γεννιόντουσαν και οι αδελφοί μου, ο Θανάσης (1964) και ο Λάμπρος (1967), για να συμπληρωθεί η πενταμελής πατρική οικογένεια.
Στη Βουλιαγμένη, την άνοιξη του 1963. Με τη μητέρα μου Καλλιόπη (Πόπη), το γένος Χατζημάρκου. Μας φωτογραφίζει ο πατέρας μου Χαράλαμπος. Έως και το φθινόπωρο του 1963 ζούσαμε στα Ιλίσια, στην οδό Γουναροπούλου, ο πατέρας μου ειδικευόταν στην ακτινολογία, στο Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια, εγκαταστημένοι πια στον τόπο της καταγωγής μας, στην Κω, θα γεννιόντουσαν και οι αδελφοί μου, ο Θανάσης (1964) και ο Λάμπρος (1967), για να συμπληρωθεί η πενταμελής πατρική οικογένεια.
fav-3
“Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του.” (Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος[*])
Είχα και άλλες ευκαιρίες να αναλογιστώ την παραπάνω ρήση, αλλά συχνότερα παρακολουθώντας αναρτήσεις είτε σε ιστολόγια (blogs) είτε σε χρονολόγια (τοίχους) στο facebook, από τη θέση αυτού που παρατηρεί μία σχεδόν ασύγγνωστη σπατάλη: «μα τι το δημοσιοποιεί τώρα αυτό, τόσο ωραίο κομμάτι», είναι η σκέψη μου συνήθως, «γιατί δεν το κρατάει για τον εαυτό του;». Για ένα συγγραφέα, ιδίως μυθιστοριογράφο, τα βιώματα, μικρά – μεγάλα, καθετί που αποθησαυρίζει η μνήμη, είναι το πολύτιμο υλικό της δουλειάς του. Μερικοί, κιόλας, αυτά τα λογής στιγμιότυπα τα καταγράφουν σε μπλοκάκια, τα καταχωρίζουν ή τα αποδελτιώνουν περίπου όπως οι ερευνητές επιστήμονες. Προσωπικά, κι όχι από φυγοπονία ή από έλλειψη οργάνωσης, τα ρίχνω ατάκτως, το προτιμώ να μεταβολίζονται μόνα τους, ν’ αφομοιώνονται εν αγνοία μου, εκεί κάτω στις γαλαρίες του ασυνειδήτου –ας μου επιτραπεί το σχήμα.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε (2014), στη βεράντα του σπιτιού μου στην Κω. Με φωτογραφίζει ο Δημήτρης Μποσνάκης.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε (2014), στη βεράντα του σπιτιού μου στην Κω. Με φωτογραφίζει ο Δημήτρης Μποσνάκης.
Οι ιστορίες που αφηγούμαστε, τα λογοτεχνικά κείμενα καθαυτά, νομίζω είναι όντα φυσικά, όντα πέρα από μας, και τόσα όσες και οι πιθανές δυνατότητες της ύπαρξης. Ανάμεσα στα πολλάκις εκατομμύρια σπερματοζωάρια και τα εκατοντάδες ωάρια των γονιών μας, η ύπαρξή μας ήταν ήδη μία απειροστή πιθανότητα, όμως και μία φυσική δυνατότητα. Το ίδιο ισχύει για κάθε λογοτεχνικό έργο. Η συμβολή των συγγραφέων, αυτό που λέμε και ταλέντο, δεν είναι παρά η ικανότητα να φέρουμε από κείνους τους αφανείς τόπους τις σκιώδεις αυτές οντότητες, να τους δώσουμε ύλη από τη δική μας υπόσταση, (από το νου τα απαυγάσματα, από τα κιβώτια της μνήμης ανασύροντας συνειρμικά τις ακολουθίες και τις εκλάμψεις, από τη γλωσσική δεξαμενή την ιδιόλεκτο, από την αισθητική αγωγή τους ρυθμούς, τις μορφές του λόγου), και όλ’ αυτά σε ακέραια οικονομία, στη δική τους οικονομία. Έτσι, όντας απέριττα, -άρα, τι άλλο από αυθεντικά-, πάντως ποτέ με λογική επεξεργασία κατασκευασμένα, είναι αληθινά, και πια δεν είναι δικά μας. Όπως δεν ανήκουν σε κανένα γονιό τα παιδιά του, κι ας πήραν από τις σάρκες του για να γεννηθούν.
Μ’ άλλα λόγια, η δημιουργικότητά μας οικονομεί από τα βιώματα, από τα λιθαράκια του σπιτιού μας, γκρεμίζοντάς το, τα δομικά υλικά των αφηγήσεών μας. Να εικάσω, επιπλέον, ότι όλα τούτα εξατομικεύονται στον καθένα μας κατά τον τρόπο του, κατά το ύφος της δικής του τέχνης.
Ωστόσο, από την εμπειρία μου μιλώντας, η εν λόγω δημιουργική αποδόμηση των βιωμάτων, (όταν δε γίνεται επί τούτω, γιατί ειρωνεύομαι ή παίζω με φιλολογικές ευκολίες), μου είναι όχι μόνο ασύνειδη, αλλά κι όποτε τυχόν συμβεί να τη συνειδητοποιήσω, αυτό γίνεται δύσκολα και πολύ αφότου έχω τελειώσει τη δουλειά, το γράψιμο. Όταν διάβασε τη Διονυσία στενός από χρόνια φίλος -όχι κανένας πουριτανός-, σοκαρισμένος από το επεισόδιο με την ηρωίδα και τον άγνωστό της μετανάστη που συναντιούνται σε παγκάκι στην Αγίας Ζώνης και αμέσως έπειτα καταλήγουν για σεξ σε υπόγειο στη Μηθύμνης, περισσότερο από τη «ρεαλιστική σφοδρότητα» του επεισοδίου (σελ. 140 – 146), περίπου μου επέρριψε: «Μα καλά, είναι δυνατόν να ζεις τέτοια πράγματα!», καθώς θεωρούσε απίθανο τέτοιας έντασης αφήγηση να αντλούσε μόνο από στοιχεία μυθοπλασίας. Ξαναδιάβαζα το απόσπασμα και μπορεί επηρεασμένος από την άποψη του φίλου σοκαριζόμουν κι εγώ. Και, ειλικρινά, χρειάστηκα καιρό για να εξιχνιάσω ή καλύτερα να ξεδιαλύνω ποιο κομμάτι της αφήγησης ανήκε όντως στα «λιθαράκια του σπιτιού μου». Για καλή τύχη, ο φίλος θα μαρτυρούσε κι ο ίδιος ως αυτόπτης όσα θα ανακαλούσα. Στο απόσπασμα το μεταναστόπουλο πλησιάζει τη Διονυσία κρατώντας μια νάιλον με τρία – τέσσερα άδεια μπουκάλια μπίρας. Αυτά τα μπουκάλια θα γινόντουσαν ο μίτος που με οδήγησε στο έναυσμα.
Το μυθιστόρημα Διονυσία κυκλοφόρησε στις 19 Μαρτίου 2012 από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.
Το μυθιστόρημα Διονυσία κυκλοφόρησε στις 19 Μαρτίου 2012 από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.
Και πράγματι, μερικά χρόνια πριν, με τον ίδιο φίλο και μια ξαδέλφη του, μεσημέρι Κυριακής στο Γκάζι, παντού κόσμος πολύς, βρήκαμε να καθίσουμε σε γωνιακό εστιατόριο, στην απόμερη πρόσοψή του, κι όπου τα τραπέζια ίσα χώραγαν στριμωγμένα το ένα πίσω από το άλλο, κι από ένα μόνο κατά πλάτος στο στενό πεζοδρόμιο. Μπροστά μας είχε σερβιριστεί ήδη μια συντροφιά, νεαροί πολύ σύγχρονοι στην εμφάνισή τους. Είχαμε παραγγείλει κι εμείς, όταν λίγο αργότερα θα εμφανιζόταν από τα νώτα μας ένα ισχνό μεταναστόπουλο, Πακιστανός ή Ινδός, κρατούσε σφιχτά στο δεξί μία νάιλον (ο μίτος που έλεγα παραπάνω) με τρία – τέσσερα μπουκάλια μπίρας, περπάταγε στο ρείθρο του πεζοδρομίου, μας προσπέρασε, στάθηκε δίπλα στο τραπέζι των νεαρών. Όρθιος και κοίταζε μπροστά του, παράλληλα προς το δρόμο και το πεζοδρόμιο, όμως σε σωματική σχεδόν επαφή με τον ακριανό της συντροφιάς. Περνούσαν τα λεπτά, εκείνοι λοξοκοίταζαν κατά την πλευρά του, παρατηρούσαμε το ασυνήθιστο του πράγματος και εμείς. Υπήρχε κάτι πολύ αμήχανο στην περίσταση. Ο ακριανός κάποτε δεν άντεξε, ζήτησε απ’ τον Πακιστανό να μετακινηθεί, να πάει παρακεί. Εκείνος δεν αντέδρασε. Ο ένας μετά τον άλλο τού απευθύνονταν και οι υπόλοιποι, το γκαρσόνι υστερότερα, ο ιδιοκτήτης ή υπεύθυνος του καταστήματος στο τέλος, και όλοι τους κάθε άλλο παρά επιθετικοί. Ο μετανάστης, αντίθετα, είχε στυλώσει τα ποδάρια, αρνιόταν πεισματικά να κουνηθεί, κι όταν πια τον μετακινούσαν κι εντέλει τον έσερναν, αυτός φώναζε κι έκλαιγε. Περίπου σαν αν είχε ορίσει -άραγε μετά από πόση απελπισία- ως έσχατο όριο της αντοχής ή του ζωτικού του χώρου το να παραμείνει όρθιος κι αμετακίνητος σ’ εκείνο εκεί το σημείο του ρείθρου. Εννοείται σταδιακά μάς είχε κοπεί η όρεξη, χάσαμε το κέφι μας. Το πράγμα δε χώραγε ίχνος αισθηματολογίας. Παρόλο τον πόνο που προξενούσε, τίνος το μέρος να πάρουμε, ποιος έφταιξε, σε ποια μεριά βρισκότανε το δίκιο; Κι όσο διήρκεσε όλο αυτό, το μεταναστόπουλο κρατούσε με δύναμη σφιχτά τη νάιλον σακούλα, «Τα άδεια μπουκάλια, τι τα θέλει, άραγε, τι τα κουβαλάει», είπα χωρίς να σκέφτομαι τι λέω, πιο πολύ για να μιλήσω, να εκτονωθώ.
Θύμισα στο φίλο το περιστατικό, τη φράση μου. «Τα άδεια μπουκάλια στη νάιλον σακούλα, άραγε, τι τα κουβαλούσε συνέχεια μαζί του;» αναρωτιέται η Διονυσία στο μυθιστόρημα. Στην αφήγηση το μεταναστόπουλο δεν είναι Πακιστανός -η ιστορία διαδραματίζεται περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα-, αλλά Αλβανός, οι δυο τους θα πάνε για σεξ σε παλιά πολυκατοικία στη Μηθύμνης, όπου στο χτύπημα του κουδουνιού, «ακούσανε τον ήχο όπως και το άνοιγμα της εισόδου που θύμιζε τράβηγμα σύρτη». Εδώ κι αν σκίρτησα: μα αυτό δεν ήτανε παρά το σπίτι του Σαχτούρη! Στη δεκαετία του ’80, φοιτητές και τα τρία αδέρφια (με την αλλαγή της σχολής, από την Ιατρική στη Φιλοσοφική, είχα χάσει τρία χρόνια κι έτσι συμπέσαμε), και γιατί μας βόλευε στου Ζωγράφου ή Ιλίσια, βρήκα δίχως να το ξέρω και νοίκιασα –από σύμπτωση ίδια με αφηγηματική πύκνωση- το σπίτι όπου ζούσαμε με τους γονείς μου από το ’60 που γεννήθηκα έως το ’63, στη οδό Γουναροπούλου. Φοιτητής μετακινούμουν με παπί και, γιατί μετά την εξαγορά του τότε από την Goody’s είχε ανακαινιστεί ο Φλόκας της Φωκίωνος, πολύ εντυπωσιακός –πρόκειται για την εποχή που είναι πια σε παρακμή οι καφετέριες του ’70, τα δερμάτινα καθίσματα και οι τσίγκινες ταπετσαρίες στους τοίχους, οι θαμώνες να χτυπούν με το κουταλάκι στο φλιτζάνι εωσότου ασπρίσει τη ζάχαρη με τους κόκκους του στιγμιαίου και μια κουταλιά νερό για το ζεστό νες με γάλα-, πεταγόμουν για καφέ, λοιπόν, στο Φλόκα της Φωκίωνος, όπου σύχναζε και ο Σαχτούρης, κι αφότου συνδεθήκαμε, καθώς ο ποιητής δεν είχε τηλέφωνο για προηγούμενη συνεννόηση, είχα ανοιχτή πρόσκληση, μπορούσα να τον επισκέπτομαι, όποια μέρα ήθελα, τα απογεύματα στις επτά. Ο φίλος, που έλεγα παραπάνω, έλειπε στην Ελβετία για τη διατριβή του εκείνα τα χρόνια, και όποτε κατέβαινε Αθήνα με συνόδευε σε μία τουλάχιστον από τις επισκέψεις μου στον Σαχτούρη, θέλω να πω ήξερε και αυτός το σπίτι στη Μηθύμνης, ήτανε τι ευρύχωρη εμπειρία το δυάρι του ποιητή, νόμιζες είχε ταξιδέψει σ’ όλο τον πλανήτη, κι αυτός είχε πάει μέχρι τα σύνορα σαν φαντάρος και με έξοδά του ίσαμε τον Πόρο μόνο. Θύμισα στο φίλο τον ήχο του σύρτη, σκίρτησε κι εκείνος.
Ώστε, να τι είχε συμβεί: η Διονυσία, αυτή που παραιτημένη άφησε το κλαδί απ’ όπου κρεμιόταν, για να μετεωριστεί με τα ένστικτα παραλυμένα σ’ ένα θολό σαν σκέψη κόσμο, πήρε στο κατόπι το μεταναστόπουλο του μεσημεριού στο Γκάζι, έφτασαν στο σπίτι της ποίησης, κι εκεί του πρόσφερε τη δική της παρηγορητική συμπάθεια, την ηδονή.
Και δυο μικρές, ακόμα, λεπτομέρειες. Το σπίτι στη Μηθύμνης όπου ο μετανάστης και η Διονυσία κάνουν σεξ είναι σκοτεινό, με μυρωδιές αντρικής απλυσιάς και υπόγειο∙ το σπίτι του ποιητή, παρόλο που χαμηλότερα από την είσοδο, ήτανε ισόγειο, έβλεπε πίσω στον ακάλυπτο, επίσης με τη μέριμνα και της συντρόφου του, της Ιωάννας Περσάκη, ζωγράφου, που αν θυμάμαι καλά έμενε δυο – τρία τετράγωνα ψηλότερα επί της Φωκίωνος, ήτανε νοικοκυρεμένο. Επιπλέον, στην αφήγηση το έχω κατεβάσει χαμηλά στο ύψος της Δροσοπούλου, -να υποθέσω πως ετούτη η αφηγηματική… μετατόπιση δεν είναι άσχετη με το αλισβερίσι των ναρκωτικών που αντιλήφθηκα αρκετές φορές ή με την πορνεία που δεν είδα ποτέ αλλά φημολογείται στη Δροσοπούλου. Αυτές τις ασύνειδες διεργασίες μπόρεσα να ξεδιαλύνω (και το πιθανότερο θα είναι χωνεμένες πολύ περισσότερες), προκειμένου να αιτιολογήσω την ένταση ή την προέλευση ενός φαινομενικά μη βιωμένου περιστατικού.
Αυτή είναι και η τέχνη μου. Το δικό μου υλικό συντίθεται και από βιώματα, δεν ξέρω να πω αν μόνο από βιώματα, όμως και αυτά όχι προτού μεταβολιστούν, μεταπλαστούν, κυλήσει ο καιρός και γίνουν ιλύς, ύλες φερτές που κουβαλάει στην κοίτη της ανυποψίαστη και ως αν ήτανε δικά της πλάσματα η φαντασία μου.
*
©Αντώνης Νικολής: (1960-). Συγγραφέας, μυθιστοριογράφος. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Το Σκοτεινό Νησί» (2008) και «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» (2014), νουβέλες, και το μυθιστόρημα «Διονυσία» (2012). Από τις αρχές του 2013 δημοσιεύει άρθρα του στην ηλεκτρονική Φωνή της Αθήνας (Athens Voice).
*
______________________
[*] Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153.
vintage_under2

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Ο Γιώργος Κορδομενίδης για τον Δανιήλ.


Ο Γιώργος Κορδομενίδης στο τρέχον τεύχος 106 του Εντευκτηρίου, στη στήλη του, Βιβλία στο κομοδίνο, σημειώνει: "Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα: Νουβέλα. Ψηφιακή ζωγραφική Πελαγία Κυριαζή (Το Ροδακιό, 129 σ.): γλώσσα υποδειγματικά δουλεμένη, πρόσωπα άρτια σκιαγραφημένα (ακόμη κι όσα εκ πρώτης όψεως παίζουν μικρό ρόλο στην ιστορία), μεστές περιγραφές κτισμάτων και τοπίων, δομή μελετημένη και υπηρετημένη σε κάθε λεπτομέρεια, πρωτίστως όμως η κυριαρχία του σώματος και η πανδαισία των αισθήσεων είναι τα βασικά χαρακτηριστικά και προτερήματα αυτού του νέου βιβλίου. Πρόκειται για ένα κάθε άλλο παρά "τυπικό" αφήγημα ενηλικίωσης, όπως την ανακαλεί ο μεσήλικας αφηγητής, κάνοντας μακροβούτια στο τροπικό δάσος των αναμνήσεων της εφηβείας. Δεν είχα κρύψει τον ενθουσιασμό μου για το προηγούμενο πεζογράφημά του (Διονυσία, 2012), και αισθάνομαι ότι Ο Δανιήλ... του δικαίωσε -και με το παραπάνω- κάθε προσδοκία μου."
Να υπενθυμίσω, στο τεύχος 104 του Εντευκτηρίου είχε προδημοσιευθεί απόσπασμα από τον Δανιήλ, (Το θάρρος των αισθημάτων).

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Γιώργος Ιωάννου, η ανεκτίμητη κληρονομιά.

[Φωτογραφία από το αφιέρωμα του (Underground) Εντευκτηρίου: "Ένα κεράκι στη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου" - το μνημόσυνο για τα τριάντα χρόνια από την εκδημία του (16-2-1985).]

Από τους ενοίκους της μνήμης συγγραφείς, πεζογράφους και διακόνους της ελληνικής γλώσσας, εκτιμώ και ξεχωρίζω αρκετούς, όμως δεν αγαπώ άλλον όσο τον Γιώργο Ιωάννου. Όπως και οι περισσότεροι της γενιάς μου πεζογράφοι τον λογαριάζω λογοτεχνικό πατέρα. Ανιχνεύω το υπόδειγμά του σε όλες τις επιλογές μου, από τις σπουδές (άλλωστε η διπλωματική μου σ' αυτόν) και τη θητεία μου στην εκπαίδευση ως το ύφος και τους τρόπους στην αφήγησή μου.
Δύο παλαιότερες αναρτήσεις μου, για τον Επιτάφιο θρήνο, η μία, και για τη ρυθμό της παραγράφου του, η δεύτερη.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Σε κενό πραγματικότητας.

Σε κενό πραγματικότητας

image















Athens Voice, 14-2-2015. 
Η άτυπη χρεοκοπία που ζούμε εδώ και πέντε χρόνια, όπως και κάθε συνθήκη, διαμορφώνει τα δικά της ήθη, τη δική της ηθογραφία κατά κάποιο τρόπο. Μέχρι πριν από περίπου ένα τρίμηνο οι αλλαγές ήτανε σχετικά αργές και καθώς συνέβαιναν γύρω μας και πάνω μας σταδιακά, μπορούσαμε ακόμα και να τις προσπερνούμε. Τους τελευταίους δύο με τρεις μήνες το πράγμα μοιάζει να αγριεύει, να αποκαλύπτονται συμπεριφορές και ήθη που δύσκολα καταχωρίζονται σε γνωστά σχήματα.
Πώς εξηγείται, φέρ’ ειπείν, τόσοι πολλοί, πριν αλλά και μετά τις εκλογές, που δεν ομολογούν ότι ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ; Από το 1974 και δώθε κάτι ανάλογο συνέβη μόνο στις εκλογές του 2012 με ελληναράδες λούμπεν που για ευνόητους λόγους απέκρυβαν την ψήφο τους προς τη Χρυσή Αυγή. Αλλά ετούτοι του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί;
Μου έκανε τόση εντύπωση, που δεν έπαψα να το συζητώ: συνταξιούχος που φρόντισε να στείλει εκτός Ελλάδος το κομπόδεμά του, που επιπλέον σήκωσε ένα δεκαχίλιαρο να βρίσκεται στο προσκεφάλι του για τυχόν ψιλά, και εντούτοις ψήφισε και αυτός ΣΥΡΙΖΑ. Δεν το ανέφερα σε κανέναν, που να μη μου αντιγυρίσει και δυο και τρία παραδείγματα συνταξιούχων, συριζαίων επίσης, με δεκαχίλιαρα σε προσκεφάλι, σε ντουλάπι, σε καταψύκτη, κάπου.
Και το άκρον άωτον, δημόσιοι υπάλληλοι στην υπηρεσία τους να ανταλλάσσουν χαμηλόφωνα χρήσιμες πληροφορίες αν και πόσα κιλά όσπρια, ρύζι κ.λπ. καλού - κακού επαρκούν αποθηκευμένα, για το -ο μη γένοιτο- …πιστωτικό, συριζαίοι και αυτοί.
Δεν είμαι ψυχολόγος και δη των μαζών, αλλά μοιάζει εκτός από οξύμωρο, άξιο σπουδής: να ψηφίζεις αυτό που ταυτόχρονα σε πανικοβάλλει. Η γλώσσα το περιγράφει με τη λέξη θρασυδειλία, αλλά το πράγμα οπωσδήποτε ξεπερνάει το απλό άθροισμα των δύο σημασιών στην εν λόγω λέξη, είναι πολύ πιο περίπλοκο και σύνθετο.
Αναλογιστείτε με τι πάθος έβριζε κόσμος πολύς τον Σαμαρά ακροδεξιό για το περιβάλλον του, τον Μπαλτάκο, τον Κρανιδιώτη κ.λπ., και δικαίως, αλλά στους ίδιους ανθρώπους μιλήστε τώρα για τους ψεκασμένους, για τον Νικολόπουλο, τον Μπαλτάκο που βαράει και ξαναβαράει προσοχές, τον Αιγιαλείας που δεν κρατιέται κι ανακράζει «λεβέντες», και δεν είναι τα μόνα κρούσματα, και όλα τούτα, πότε πρόλαβαν, ούτε δυο βδομάδες στο μεϊντάνι η νέα κυβέρνηση, τους τα απαριθμείς και δε σ’ ακούνε, ή όπως όταν τους μιλάς για υπεράριθμους δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους σαράντα κάτι, κι εκείνοι σ’ το γυρνάνε στους μεγαλογιατρούς που δεν κόβουν αποδείξεις.
Άρα και ο όποιος τάχα αναγκαστικός ιδεολογικός συγκρητισμός, (η ανάμειξη ασυμβίβαστων μεταξύ τους ιδεολογιών: ακροδεξιοί / ψεκασμένοι – ριζοσπάστες αριστεροί), είναι μόνο προσχηματικός, για ξεκάρφωμα. Και δεν κόπτονται, βέβαια, ούτε ενοχλούνται απ’ όλο αυτό το εθνικολαϊκιστικό αριστερό τουρλουμπούκι οι ψηφοφόροι τους, μα ούτε και οι άλλοι, όσοι απόμειναν πια απέναντι. Είχαν προηγηθεί άλλωστε ως συγκυβέρνηση οι –λέμε τώρα- κεντροδεξιοί αντάμα με τους… κεντροαριστερούς (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ).
Υπήρξε ακόμα ένα ρεύμα, το πιο σκοτεινό, όσοι ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ προσβλέποντας στο grexit, στην καταστροφή, όχι από υστεροβουλία, (γιατί έχουν χρήματα εκτός, σκληρό νόμισμα και πολλαπλάσιο πλούτο μετά από ενδεχόμενη επιστροφή στη δραχμή), ανήθικο πλην κατανοητό και προβλεπόμενο στην ανθρώπινη συμπεριφορά κίνητρο, αλλά από τον πιο πηχτό και συμπλεγματικό φθόνο. Πρόκειται για όσους έχασαν ή φοβούνται ότι θα χάσουν ό,τι νομίζουν ότι δικαιούνται, κι επενδύουν στην κατάσταση του χάους, σε ό,τι φαντάζει στο μυαλό τους με επανεκκίνηση, ξανά και όλοι από κοινού στην ίδια αφετηρία. Μοχθηρός παλιμπαιδισμός. Πολλαπλά νοσηρός.
Στην Ελλάδα δεν έχουμε μόνο πολύ μεγάλο κράτος – γραφειοκρατία ούτε μόνο ένα εκατομμύριο πρόωρα συνταξιοδοτημένους, έχουμε σε όλες τις δομές της μια κακώς αστικοποιημένη κοινωνία. Έχουμε πολύ περισσότερους από τους αναγκαίους δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς, ελεύθερους επαγγελματίες, εμπόρους κ.λπ., παράλληλα, υποτυπώδη βιομηχανική παραγωγή, καταφέραμε ακόμα και το ελληνικό τουριστικό προϊόν, παρόλο το τεράστιο φυσικό πλεονέκτημα των νησιών Αιγαίου και Ιονίου, σε σύγκριση με το προσφερόμενο από ανταγωνίστριες χώρες να υστερεί κατά πολύ.
Ζήσαμε για τριάντα χρόνια σε κενό πραγματικότητας. Σε μια απατηλή μεγέθυνση: τα κονδύλια της Ευρώπης που μετατρέπαμε καταχρηστικά σε κατανάλωση (δηλαδή σε μαύρο πολιτικό χρήμα, τουτέστιν διαπλοκή, πελατειοκρατία, ποικίλες παροχές), μαζί με την εύκολη πρόσβαση στις αγορές μάς επέτρεπαν να ξοδεύουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα παρήγαμε, αλλά το χειρότερο, γιατί όλο αυτό κράτησε τρεις ολόκληρες δεκαετίες, στο τέλος να το θεωρούμε και κεκτημένο και παραμόνιμο, να μην μπορούμε να αποδεχτούμε πως αναπόφευκτα κι όπως όλα τα ψέματα σ’ αυτή τη ζωή κάποτε θα τελείωνε και αυτό.
Τώρα, ό,τι και όπως και να το μηχανευτούμε, η πραγματικότητα, μας αρέσει – δε μας αρέσει, θα επιστρέψει με τους δικούς της όρους. Δε θελήσαμε να το συζητήσουμε, να το διαχειριστούμε με κάποια συναίνεση ή συνεννόηση. Διώξαμε τους προηγούμενους, όχι γιατί ήτανε διεφθαρμένοι ή ανίκανοι, (εδώ και χρόνια μόνο διεφθαρμένους και ανίκανους τους θέλουμε), αλλά γιατί το ξέραμε πως μετά από αυτές τις εκλογές και με αυτούς στα πράγματα η ακατονόμαστη (τρόικα) θα επέβαλλε πλέον τις αναγκαίες και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις τόσο σε δημόσιο όσο και σε ασφαλιστικό.
Έχει σημασία με θάρρος να ομολογούμε τις επιθυμίες και τις πράξεις μας. «Ψήφισα σύριζα μήπως και καθυστερήσω το αναπόδραστο. Μήπως και παρατείνω τη γλυκιά μετεώριση στον κενό πραγματικότητας κόσμο όπου είχα την τύχη ή την ατυχία τόσα χρόνια να συνηθίσω να ζω.»

Υ.Γ. 1: Και μέσα σ’ όλα όσα εξαγγέλλονται, (σ’ αυτό τον παλιομοδίτη και όζοντα αμφιθέατρα άλλων δεκαετιών κρατισμό), αλλά και δεν είναι και πολύ σίγουρο ότι θα εφαρμοστούν, ειπώθηκαν και γνήσια προοδευτικά πράγματα, όπως για την επέκταση του συμφώνου (εν παρόδω, δυστυχώς, και κάπως μασημένο αυτό), για την ιθαγένεια στα μεταναστόπουλα και έστω κάτι μίζερες νύξεις για το διαχωρισμό κράτους - εκκλησίας.
Υ.Γ. 2: Να σημειώσω, επίσης, στις προγραμματικές της βουλής ξεχώρισε για τη συγκρότηση και την παρρησία της η γνήσια (πολιτικά) φιλελεύθερη αγόρευση της Βασιλικής Κατριβάνου. Απορώ, όμως, όπως συχνά με ομοϊδεάτες της μέλη της λόατ κοινότητας, που δεν αντιλαμβάνεται τη θεμελιώδη αντίφαση ανάμεσα στην πρόθεση για κεντρικό, λίγο ως πολύ ολοκληρωτικό, προγραμματισμό της οικονομίας ενός νεοκομμουνιστικού κόμματος και στην υπεράσπιση ή την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων. Υπό την έννοια ότι το αναφαίρετο δικαίωμα στην έκφραση του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου ενός ατόμου δεν είναι περισσότερο αναφαίρετο ή δικαίωμα από την ελευθερία να καθορίσει το ίδιο το άτομο την οικονομική του δραστηριότητα, το πώς θα διαθέσει τις δεξιότητες ή ακόμα περισσότερο τον αποθησαυρισμένο χρόνο του, δηλαδή το νομίμως αποκτηθέντα πλούτο του. Αλλά και πάντως, η προηγούμενη ένσταση δε μειώνει καθόλου την ευγνωμοσύνη προς τη στάση της. Σημείωσα και το τρέμουλο της φωνής της. Όσοι πιστεύουν στην ελευθερία των ανθρώπων έχουν χορδές και στήθη που δονούνται από τη συγκίνηση.

image
Το τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Νικολή «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

25 Ιανουαρίου 2015.

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015: μια μέρα που δε θα ξεχάσει ποτέ κανένας μας.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης για τον Δανιήλ.


Ακόμα ένας εξαίρετος συνάδελφος, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, τιμάει με σημείωμά του τον Δανιήλ. Τον διαβάζω από το πρώτο του βιβλίο και τον συγκαταλέγω στους καλύτερους Έλληνες μυθιστοριογράφους.

 
"Διάβασα με μιας χθες βράδυ το βιβλίο και ταράχτηκα. Υπάρχουν ορισμένα κείμενα που χρειάζεσαι προσπάθεια να τα δεχτείς, όμως εδώ, σκεφτόμουν, είναι ένα βιβλίο μιας μυθολογίας που μ' αφορά. Η κατάδυση του αφηγητή από το στεγνό παρόν σε ένα υγρό, ερωτικό, παρελθόν, ο περασμένος χρόνος όπως έρχεται κομματιαστά, σαν ένα ξεχασμένο τραγούδι, να μην πω  μοιρολόι της νιότης και της εποχής του. Η ανατολίτικη ερωτική -και μεσογειακή- ατμόσφαιρα σαν τοιχογραφία της Πομπηίας, σαν ελληνιστική απεικόνιση σε θρυμματισμένο αγγείο. Και πάνω απ' όλα η γλώσσα, το χτίσιμο της πρότασης, οι λεπτές αποχρώσεις ύφους και τόνου από έναν -διαβασμένο και ευαίσθητο- συγγραφέα. 
Ας πάμε λοιπόν στη θάλασσα κι εμείς, μαζί με τον Δανιήλ και τον Αντώνη."

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Αποφράδες μέρες.

1 Νοεμβρίου 1920.
25 Ιανουαρίου 2015.

Χρόνος που πυκνώνει, συστέλλεται ραγδαία,
γενιές που ωριμάζουν βίαια.

Σοφοκλής ή Σακελλάριος;

Σοφοκλής ή Σακελλάριος;

image















Athens Voice, 24-1-2015.
Η ύβρις. Θυμόμαστε, άραγε, τα κορίτσια από την ανατολική Ευρώπη στα κωλάδικα και τα πορνεία ανά την επικράτεια; Τους μετανάστες, επίσης από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες, στις πρωινές πιάτσες του μαύρου μεροκάματου; Περνάγανε οι ελληναράδες, σοσιαλισταράδες στην πλειονότητά τους βέβαια, αργοπορημένοι, προκειμένου να εκβιάσουν ακόμα χαμηλότερα ωρομίσθια, μέσα από τις τζιπάρες τους τείνοντας τα τέσσερα δάχτυλα του ενός χεριού, αν γουστάρεις δηλαδή μόνο τέσσερα χιλιάρικα (δραχμές) για το οχτάωρο, που κατέληγε και δεκάωρο και δωδεκάωρο. Ενίοτε, όντας οι ταλαίπωροι εκείνοι συνήθως δίχως νόμιμα χαρτιά, σκύβανε το κεφάλι και σε πιο γλίσχρες αμοιβές.
Τώρα, τσατισμένοι με τα μνημόνια, οι σοσιαλισταράρες μας πάλι, ψηφίζουν ριζοσπαστική αριστερά, παρόλο που εντωμεταξύ το ένα μετά το άλλο τα πρώην σοσιαλιστικά κράτη γίνονται μέλη της ΕΕ και της Ευρωζώνης, – πρόσφατα ξεκίνησε συνομιλίες ένταξης στη ζώνη του ευρώ και η Βουλγαρία.
Το τραγικό αδιέξοδο. Όταν τα πρόσωπα (της τραγωδίας) με τις επιλογές τους, είτε γιατί υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους είτε γιατί αψηφούν τη μέγγενη της πραγματικότητας, φτάνουν σε αδιέξοδο, εκεί δηλαδή απ’ όπου δεν έχουν δυνατότητα διαφυγής, εντούτοις δεν το αντιλαμβάνονται, θέλουν να τσιρίξουν τις επινίκιες ιαχές τους, όμως μοιραία παγιδευμένοι ακινητοποιούνται, οι τσιρίδες τους βραχνιάζουν. Να δώσω ένα παράδειγμα: με όποιον ευφημισμό συγκαλυμμένο ένα νέο μνημόνιο ή σύμβαση με τους δανειστές πώς θα μπορέσει να ψηφιστεί από την επερχόμενη βουλή;
Η τραγική ειρωνεία. Όταν οι θεατές ξέρουν κάτι που αφορά τα πρόσωπα (της τραγωδίας), όμως εκείνα το αγνοούν. Όταν εμείς, φέρ’ ειπείν, αποφασίζουμε να παίξουμε το «Σόιμπλε, τώρα θα τα δώσω στο κενό από τον έκτο, ή μου στέλνεις το δίχτυ ασφαλείας ή ξεφτιλίζεσαι κι εσύ και η Ευρωζώνη σου», οι θεατές, άραγε, τι ξέρουν; Την απόσταση από το στηθαίο του έκτου ορόφου ίσαμε τις πλάκες στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, αυτήν, κανονικά θα έπρεπε να τη γνωρίζουμε πρώτοι εμείς.
Ο νους μας έχει ολότελα αποσυνδεθεί από το λόγο, τη λογική. Ισχυριζόμαστε ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό στο οποίο αποβλέπουμε. Ποτέ δεν έβλαψε τόσο πολύ το σύνολο της κοινωνίας το κομμάτι της που λυσσαλέα αρνείται τις μεταρρυθμίσεις. Ούτε ζήσαμε άλλες εκλογές που τόσοι πολλοί να ντρέπονται, να κρύβουν από ντροπή την ψήφο τους. Βαρέθηκα να ακούω «Δεν το λέει, αλλά θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ». Καλά οι χρυσαυγίτες, αλλά και οι ριζοσπάστες αριστεροί; Αυτοί, γιατί;
Τι μας έμεινε, άραγε; Η τίσις (η άρση της ύβρεως, η τιμωρία); Ή μήπως παραείναι μακρινά πράγματα οι τραγωδίες, εδωπέρα και τώρα μας αναλογεί πολύ λιγότερη ιστορία, οι Σοφοκλήδες δεν είναι πια για τα μούτρα μας, μα ούτε κι εμείς πρόσωπα τραγωδίας, ένα χιλιοστό, μάλιστα, πριν από το κενό θα κάνουμε όλο τσαχπινιά, λεβέντικη τσαχπινιά κιόλας, τη στροφή των 180 μοιρών στη μύτη του ενός ποδιού, χα, χα, σιγά που θα πέφταμε, θα το στρίψουμε άλλοις λόγοις στην οικεία φαρσοκωμωδία, στον Σακελάριο και στον Δαλιανίδη, στα δικά μας νεοελληνικά γέλια; Ξανά μανά περίπου εκεί που ήμασταν, δηλαδή, στην παράταση της ακυβερνησίας, στην άτυπη, μίζερη χρεοκοπία. Κι όσο αντέξουμε. Όπως και να ’ναι, πάντως, αυτά τα τελευταία εικοσιτετράωρα πριν από την Κυριακή 25 Ιανουαρίου του 2015, άλλη ατάκα από το «Σοσιαλισταράδες μου, πάμε!», νομίζω, δε χωράει.

image
* Το τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Νικολή «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Δυο αράδες για τον Δανιήλ σε χρονολόγιο στο facebook.

 

Ο Νίκος Κουρμουλής την περασμένη Τρίτη σημείωσε για τον Δανιήλ στον τοίχο του δυο αράδες: "Εφόδιο σπασμένης μνήμης. H κατάβαση στους πόθους του παρελθόντος. Η ζάλη από φευγαλέα σημάδια. Όλα στη θάλασσα καταλήγουν. Πνιγμός ή θαλπωρή; Ένα βιβλίο μέθεξη για όσους και όσες τυραννιούνται από την λησμονιά. Αντώνης Νικολής ("Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα"-εκδ Το Ροδακιό), αγγίζει του σώματος τις ρωγμές."

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Ο βασιλιάς βάρεσε ντάγκλα.

Ο βασιλιάς βάρεσε ντάγκλα

image















Athens Voice, 10-1-2015
Ως βασιλιάς ας εννοηθεί η ημεδαπή πολιτική τάξη. Στην αργκό των τοξικομανών, ντάγκλα είναι το αποκάρωμα από τη χρήση ουσιών, ηρωίνης κυρίως. Εξέλιπε η νηφαλιότητα, η λογική, ο ορθός λόγος στην αντίληψη και διαχείριση των πραγμάτων.
Ήταν πολύ σημαντικό τα πέντε τελευταία χρόνια, όταν πολλοί ή ίσως όλοι οι «κόμποι» της νεοελληνικής κοινωνίας «έφτασαν στο χτένι», να αντιληφθούμε τα θεμελιώδη αιτήματα του σύγχρονου κόσμου, αντί να τα προσπερνάμε ή να τα μιμούμαστε επιπόλαια όπως οι επαρχιώτες τις μόδες των πρωτευουσιάνων. Ευνοημένοι από μια δίχως ιστορικό προηγούμενο ευρωπαϊκή και διεθνή καλή συγκυρία, μετά το 1980 κυρίως και για 30 περίπου χρόνια, καταναλώναμε στο έπακρο αγαθά και υπηρεσίες του αναπτυγμένου κόσμου, ενώ τα παρήγαμε (είχαμε τους θεσμούς ή το βαθμό ανάπτυξης για να τα παράγουμε) μόνο υποτυπωδώς. Ένα οξύμωρο, ορατό σε κάθε ιδιωτική ή δημόσια εκδήλωση της ζωής μας: ευμάρεια σαν σε οποιαδήποτε ώριμη δυτική κοινωνία, αλλά και παράλληλα επίσημη κρατική θρησκεία, συντεχνίες, πελατειοκρατία, γραφειοκρατία σοβιετικού τύπου, διάχυτη σ’ όλη τη διοίκηση διαφθορά, κρατικοδίαιτη… ελεύθερη οικονομία, και πολλά, πολλά άλλα.
Δεν είμαι δημοσιογράφος, δεν είμαι οικονομολόγος. Διδάχτηκα (δευτερευόντως) ιστορία, τη δίδαξα κιόλας. Η Ελλάδα δε θα υπήρχε δίχως τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, μα ούτε και ο κόσμος όπως τον ξέρουμε σήμερα, με δυο λόγια δίχως το μεγάλο κίνημα που θεμελίωσε ότι το δίκαιο και οι θεσμοί πηγάζουν, διέπονται και ελέγχονται μόνο από τον ορθό λόγο, τη λογική ικανότητα του ανθρώπου. Κανένας μεταφυσικός ή πέρα από την κοινωνία θεσμός ή πηγή δικαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρος. Ούτε ελέω Θεού κανείς ούτε κληρονομικώ δικαιώματι. Τα προβλήματα έχουν αιτίες φυσικές και οι λύσεις τους δεν είναι παρά οι άρσεις αυτών των αιτιών.
Φτάσαμε στη χρεοκοπία. Ασχέτως τι ισχυρίζεται ο καθένας μας, άλλος κάτι φοβούμενος, άλλος κάτι υπερασπιζόμενος, στη συντριπτική πλειονότητά μας, νομίζω, ξέρουμε και τις αιτίες και τις λύσεις. Αντλώ από πρόσφατο, καίριο όπως πάντοτε, άρθρο του Στέφανου Μάνου («Η δραματική πραγματικότητα», Καθημερινή, 4-1-2015): «Στα χρόνια της κρίσης προστέθηκαν 234.000 συνταξιούχοι του Δημοσίου με μέση ηλικία 56,7 χρόνια», όταν, -ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω-, η ηλικία συνταξιοδότησης στη Γερμανία της Μέρκελ και του Σόιμπλε είναι τα 67. Δεν υπάρχει Έλληνας που, αν του δώσεις αυτή την πληροφορία ή άλλη σχετική, θα την αμφισβητήσει, απλώς, αν ανήκει στο λεγόμενο «αντιμνημονιακό μπλοκ», κάνει ότι δε σε ακούει ή αρχίζει τα χαοτικά δικά του.
Είμαστε ίσως στις κρισιμότερες εκλογές της μεταπολεμικής Ελλάδας, (δεν αποκλείεται κρίσιμες όσο του Νοεμβρίου του 1920), και μία από τις αιτίες, αν όχι η κυριότερη της κρίσης, το ασφαλιστικό, δε συζητιέται καν. Όπως δε συζητιέται η διάλυση και η ισοπέδωση στη διοίκηση, το τεράστιο, αντιπαραγωγικό και φαύλο κράτος που απομυζά και την τελευταία πια ικμάδα, -άραγε, να υπάρχει άλλη επικράτεια όπου φύλακας με απολυτήριο λυκείου εισπράττει μισθό μεγαλύτερο από καθηγητή πανεπιστημίου; (είναι που θα την απέφευγα τη ρητορική ερώτηση).
Το κράτος χρεοκόπησε, συμπαρέσυρε την κοινωνία στο σύνολό της, και εμείς, παρόλο που σε ιδιωτικό επίπεδο το γνωρίζουμε, το συζητούμε, δημοσίως απαγορεύουμε έστω και το να περιγραφεί ως πρόβλημα. Με κραυγές όχλου ή με μικροπολιτικές υπεκφυγές κατονομάζουμε εξωτερικά αίτια (μνημόνιο, τρόικα, εταίρους, γερμανική ευρωπαϊκή πολιτική, καπιταλισμό, διεθνή λαίλαπα νεοφιλελευθερισμού και λοιπά συναφή τέρατα). Νομίζω πως και τούτη η αντίφαση ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο αποτελεί ακόμα μια έκφραση αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε νεοελληνικό δυτικό παράδοξο, παράδοξο που όμως, -αν εκτιμώ σωστά-, αυτή τη φορά δε θα αποφύγει τη σκληρή αναμέτρηση με την πραγματικότητα. Να εξηγηθώ.
Ο Στέφανος Μάνος, βέβαια, όπως και του λόγου μου, είμαστε φιλελεύθεροι. Ως προς τα δημόσια οικονομικά, δηλαδή, σε αδρές γραμμές, πρεσβεύουμε ότι τα έξοδα του κράτους όπως αντίστοιχα και τα έσοδα, οι φόροι, πρέπει να είναι κατά το δυνατόν λιγότερα. Αντίθετα, ένας αριστερός, επιθυμεί περισσότερα έσοδα, φόρους, όπως και κρατική παρέμβαση στην οικονομία. Αλλά, επιτρέψτε μου και πάλι, πριν από το φιλελεύθερος ή το αριστερός, προτού αποφασίσουμε αν το κράτος, η δημόσια δαπάνη, θα είναι μεγάλη ή μικρή, θα πρέπει κατ’ αρχάς να… έχουμε κράτος. Το υπάρχον νεοελληνικό, είτε το επεκτείνουμε είτε το μικρύνουμε, δε θα πάψει να είναι και αντιπαραγωγικό και παρασιτικό. Όπως το κάθε φυσικό ον, πρέπει και αυτό με ορθολογική διαχείριση να αποκτήσει τη λειτουργική οικονομία του. Ύστερα, θα αποφασίζαμε να είναι μικρό, οι φιλελεύθεροι, ή μεγαλύτερο, οι αριστεροί. Ίσαμε τότε, λυπούμαι, αγαπητοί, όσοι βιάζεστε, δεν είμαστε παρά αναγκασμένοι να επιλέγουμε κάτι προγενέστερο, είτε να είμαστε με το Διαφωτισμό, με τον ορθό λόγο, είτε με την ύστερη οθωμανική ή όπως αλλιώς ονομάστε την, πάντως με την υπανάπτυξη.
Γι’ αυτό μην προτρέχετε. Και το ζήσαμε ήδη. Σε συνθήκες χρεοκοπίας όποιος αναλαμβάνει κυβερνητική ευθύνη ή βάζει τάξη στα δημόσια οικονομικά ή εξαφανίζεται. Μετράτε ήδη εξαφανισθέντες: ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ, ΔΗΜΑΡ, και μην απατάστε, μόνο ο φόβος του ΣΥΡΙΖΑ συγκρατεί στη ζωή τη ΝΔ. Το πραγματικό της ποσοστό δεν υπερβαίνει το 6%. Κι ό,τι κι αν συμβεί, ακόμα και το καλό για τους νεοδημοκράτες σενάριο, ας μην τους διαφεύγει ότι ποτέ δε θα έχει ψηφιστεί κόμμα από τόσους πολλούς που το σιχαίνονται. Γνωρίζω αριστερό που έκανε στη Γυάρο και που πρόκειται από το φόβο των «φαιδρών αριστεριστών» -κατά τη δική του διατύπωση- να ψηφίσει ΝΔ, -μου το ψέλλιζε με σκυμμένο το κεφάλι και αναστενάζοντας.
Ο ίδιος όχλος που αλαφιασμένος φωνάζει και δε θέλει καμιά αλλαγή, ει δυνατόν επιστροφή στο 2008, ο ίδιος, ύστερα, απαυδισμένος εκστομίζει το «ανίκανοι»! Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ, αν βρεθεί σε θέση μερικής ή ολικής κυβερνητικής ευθύνης και δε βάλει τάξη στο ταμείο, που σημαίνει, αρέσει - δεν αρέσει στους επιτελείς του, περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, μεγάλες περικοπές μάλιστα, άλλη προοπτική από τον πολιτικό αφανισμό δε θα έχει. Δεν ξέρω με ποιες ερωτήσεις των δημοσκόπων μπορεί να ανιχνευτεί, όμως, οι Έλληνες, μνημονιακοί τε και μη, τις νύχτες τους, στον ύπνο τους, κλαίνε, κλαίει η ψυχή τους, περπάτησαν όλο το δρόμο του λαϊκισμού πια, έφτασαν στο τέλος, κουράστηκαν, θέλουν να γυρίσουν πίσω, ας ήτανε ξανά ένας Καραμανλής (ο γέρος), ας ήτανε και ανυπόφορος, μονάχα να ξένοιαζαν. Σιχάθηκαν ν’ ακούνε για προϋπολογισμούς, για ελλείμματα, για πλεονάσματα -τρομάρα τους.
Αλλά για να επιστρέψω και στο σχήμα του τίτλου, μάλλον δεν ξανάγινε τόσοι πολλοί συγγραφείς να ζητάμε δημοσίως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η πολιτική τάξη να επιδείξει σύνεση. Η δουλειά η δικιά μας είναι οι ρωγμές και το πέρα από τον ορθό λόγο, είναι το ασυνείδητο, το αληθινό, δεν είναι η ρητορική, η αγορά, οι εκδοχές του πραγματικού. Είμαστε οι αοιδοί, οι παραμυθάδες, οι γελωτοποιοί ακόμα. Αλλά ο βασιλιάς έπεσε κάτω λιώμα, βάρεσε ντάγκλα, κείτεται κατάχαμα, με τον αυχένα άνευρο, άτονο, τα μάτια κλειστά, το στόμα ανοιχτό. Κι εμείς, -τι κατάντια-, από πάνω του, να του πετάμε νερό, να του κουνάμε το κεφάλι. Ν’ ανανήψει, να σηκωθεί, να σφίξει το στομάχι, να πάει να κυβερνήσει.
Η εικόνα της απόλυτης παρακμής.

Υ.Γ. Χαίρομαι που η Δράση, το κόμμα του οποίου αποτελώ μέλος, αποφάσισε να συνεργαστεί με το Ποτάμι. Κάθε μέρα που περνά το νεοσύστατο αυτό κίνημα εκφράζει και περισσότερο όσους επικαλούνται τη λογική.

image
Το τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Νικολή «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».