Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Ο Ιππόθοος και ο Υπεράνθης, ο Αιγιαλέας και η Θελξινόη∙ δυο ερωτικές ιστορίες.


(Δύο άρτιες και αυτοτελείς διηγήσεις, εγκιβωτισμένες στο αρχαίο μυθιστόρημα του Ξενοφώντα Εφέσιου Ἐφεσιακά (Οἱ κατ’ Ἀνθίαν καὶ Ἁβροκόμην Ἐφεσιακοὶ λόγοι), το μυθιστόρημα για τις περιπέτειες της Ανθίας και του Αβροκόμη, το πιθανότερο του 2ου αι. μ.Χ.. Ειδικά για την ιστορία του Αιγιαλέα και της Θελξινόης ο Τόμας Χαιγκ (Το αρχαίο μυθιστόρημα, σελ. 47) θεωρεί πως αποτελεί σύμπτυξη της υπόθεσης ενός άλλου μυθιστορήματος, και, εάν συμφωνήσουμε, γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο και με την ιστορία του Ιππόθοου και του Υπεράνθη, σε μοτίβο μάλιστα συγγενικό με το (προγενέστερο) Σατυρικό του Πετρώνιου.)

Ιππόθοος και Υπεράνθης.

(Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος Αβροκόμης στις περιπλανήσεις του συναντήθηκε με το ληστή Ιππόθοο, τώρα βρίσκονται στη Μάζακο της Καππαδοκίας και καταλύουν κάπου κοντά στις πύλες της πόλης.)

Κι ενώ τρώγανε και πίνανε, ο Ιππόθοος αναστέναξε και δάκρυσε∙ κι ο Αβροκόμης τον ρώτησε ποια ήτανε η αιτία για τα δάκρυά του. Κι εκείνος είπε, «Η ιστορία μου είναι μεγάλη και πολύ τραγική». Ο Αβροκόμης τού ζήτησε να του την αφηγηθεί, υποσχόμενος πως έπειτα, με τη σειρά του, θα του ιστορήσει και ο ίδιος τη δική του. Κι εκείνος πιάνοντας το νήμα από την αρχή (συνέβαινε να είναι και μόνοι τους) του διηγείται τα βάσανά του. «Εγώ», είπε, «κατάγομαι από την πόλη της Περίνθου (πόλη που βρίσκεται κοντά στη Θράκη) και η οικογένειά μου συγκαταλεγόταν στις πιο εύπορες του τόπου. Θα έχεις ακουστά την Πέρινθο και πόσο πλούσιοι είναι οι κάτοικοί της. Εκεί στα νιάτα μου ερωτεύτηκα ένα ωραίο αγόρι∙ ήτανε συντοπίτης μου το αγόρι αυτό, ονόματι Υπεράνθης. Τον ερωτεύτηκα με το που τον είδα στο γυμναστήριο να ασκείται στην πάλη, και πια δεν μπορούσα να κρατηθώ. Σε μια γιορτή της πόλης μας και στη διάρκεια της θρησκευτικής ολονυκτίας πλησιάζω τον Υπεράνθη και τον ικετεύω να με οικτίρει στο πάθος μου. Το αγόρι με άκουσε, συναίνεσε και μου υποσχέθηκε τα πάντα. Και βάζουμε μπροστά τον έρωτά μας με φιλιά και με αγγίγματα και με πολλά δάκρυα από την πλευρά μου∙ και τελικά στην πρώτη ευκαιρία μπορέσαμε να μείνουμε οι δυο μας μόνοι –δεν έδινε υποψία και το ότι ήμαστε συνομήλικοι. Και η σχέση μας κράτησε για πολύ καιρό, και με πολλή αγάπη ο ένας για τον άλλον, εωσότου κάποιος δαίμονας μας έβαλε στο μάτι. Και έρχεται από το Βυζάντιο (το Βυζάντιο βρίσκεται κοντά στην Πέρινθο), ένας άντρας από τους πιο εύπορους εκεί, και λόγω του πλούτου και των χτημάτων του με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του∙ ονομαζόταν Αριστόμαχος. Αυτός αμέσως μόλις πάτησε το πόδι του στην Πέρινθο, λες και σταλμένος από κάποιο θεό εναντίον μου, βλέπει τον Υπεράνθη μαζί μου κι ευθύς τον ερωτεύεται, γιατί τον θάμπωσε η ομορφιά του αγοριού, που άλλωστε μπορούσε να σαγηνέψει τον καθένα. Κι ερωτευμένος, δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει τον έρωτά του∙ στην αρχή έστελνε στο αγόρι μεσολαβητές, αλλά καθώς δεν κατάφερνε τίποτε (γιατί ο Υπεράνθης λόγω της αγάπης του για μένα δεν επέτρεπε σε κανέναν να τον πλησιάσει), πείθει τον πατέρα του, άνθρωπο πονηρό και φιλοχρήματο, κι αυτός τού παραδίδει τον Υπεράνθη, με την πρόφαση της διδασκαλίας –ισχυριζόταν πως ήταν δάσκαλος της ρητορικής. Κι αφότου παράλαβε το αγόρι, αρχικά το φύλαγε κλειδωμένο, ύστερα το πήρε μαζί του στο Βυζάντιο. Τους ακολούθησα κι εγώ παρατώντας όλες τις δουλειές μου, και όσο μπορούσα συναντιόμουνα με το αγόρι. Αλλά δε γινόταν για πολύ, σπάνια ανταλλάσσαμε ένα φιλί και δύσκολα μια κουβέντα -εμένα με είχαν υπό την παρακολούθησή τους πολλοί. Εντέλει και γιατί δεν άντεχα άλλο, βρήκα μέσα μου τη δύναμη κι επέστρεψα στην Πέρινθο, πούλησα ό,τι είχα και δεν είχα, μάζεψα χρήματα, πηγαίνω στο Βυζάντιο και με όπλο ένα μικρό ξίφος (είχε συμφωνήσει σ’ αυτό κι ο Υπεράνθης) γλιστράω νύχτα στο σπίτι του Αριστόμαχου, τον βρίσκω πλαγιασμένο δίπλα στο αγόρι, τυφλώνομαι απ' την οργή μου και του καταφέρνω το καίριο χτύπημα.
Επικρατούσε ησυχία κι όλοι κοιμούνταν, και βγαίνω από το σπίτι χωρίς να με δει κανείς, μαζί μου και ο Υπεράνθης, κι οδεύοντας ολονυχτίς φτάνουμε στην Πέρινθο, κι από κει επιβιβαζόμαστε σε πλοίο για την Ασία δίχως να μας πάρει είδηση κανείς. Και μέχρις ενός σημείου το ταξίδι μας ήτανε μια χαρά∙ στο τέλος όμως, ενώ πλησιάζαμε στη Λέσβο, ξεσπάει σφοδρή ανεμοθύελλα κι αναποδογυρίζει το καράβι. Κολυμπούσα μαζί με τον Υπεράνθη και τον βάσταγα από κάτω και τον ελάφραινα το κολύμπι, αλλά σαν νύχτωσε δεν άντεξε πια το αγόρι, σταμάτησε να κολυμπά και πνίγηκε. Εγώ τόσο μόνο μπόρεσα, να μεταφέρω στην ξηρά το σώμα του και να το θάψω. Κι έκλαψα πολύ, με δάκρυα και με στεναγμούς, κράτησα ενθύμιο [τούφες από τα μαλλιά του], και σε μια κατάλληλη πέτρα που μπόρεσα να βρω κάπου εκεί έστησα στήλη πάνω στον τάφο και χάραξα στη μνήμη του άτυχου αγοριού επίγραμμα που το επινόησα εκείνη τη στιγμή:

Ο Ιππόθοος έφτιαξε αυτό το μνήμα στον ξακουστό Υπεράνθη,
τάφο όχι αντάξιο για το θάνατο ενός ελεύθερου ανθρώπου πάνω στην ακμή του,
βαθιά στη γη κείτεσαι, λαμπρό άνθος, που κάποτε ένας θεός
με βίαιη πνοή ανέμου σε άρπαξε μέσα στο πέλαγος.
   
Από τότε κι ύστερα είπα να μην ξαναπάω στην Πέρινθο, πήρα τους δρόμους της Ασίας προς τη μεγάλη Φρυγία και την Παμφυλία, κι εκεί οι ανάγκες του βιοπορισμού και η μελαγχολία από τη συμφορά με κάνανε να γίνω ληστής.»

[Ξενοφῶν Ἐφέσιος, Ἐφεσιακά, λόγος Γ’, Ι (4-5), ΙΙ (1-140)] 



Αιγιαλέας και Θελξινόη.

(Ο Αβροκόμης, στην αναζήτηση της αγαπημένης του Ανθίας και ταξιδεύοντας από Αίγυπτο για Ιταλία, λόγω αντίξοων καιρικών συνθηκών αναγκάζεται να σταθμεύσει στις Συρακούσες.)

Βρίσκει κατάλυμα λοιπόν κοντά στη θάλασσα, στο σπίτι ενός ηλικιωμένου άντρα, του Αιγιαλέα, ψαρά στο επάγγελμα. Αυτός ο Αιγιαλέας ήτανε φτωχός και ξένος και με δυσκολία κέρδιζε τα προς το ζην από τη δουλειά του, ωστόσο δέχτηκε με χαρά τον Αβροκόμη και του συμπεριφερόταν με ξεχωριστή αγάπη σαν σε παιδί του. Και κάποτε, αφού γνωρίστηκαν πια καλά μεταξύ τους, ο Αβροκόμης πρώτος τού διηγήθηκε τα παθήματά του, του μίλησε για την Ανθία, το έρωτά του και τις περιπλανήσεις του, κι ο Αιγιαλέας ύστερα άρχισε την εξιστόρηση της δικής του ζωής.
«Εγώ», είπε, «γιε μου Αβροκόμη, ούτε ντόπιος είμαι ούτε Σικελιώτης, αλλά από τη Λακωνία, Σπαρτιάτης, από τις ισχυρότερες εκειπέρα οικογένειες και τις πιο πλούσιες. Αλλά σαν ήμουνα νέος [και εγγεγραμμένος στους καταλόγους των εφήβων] ερωτεύθηκα ένα ελεύθερο κορίτσι που το λέγανε Θελξινόη και που κι εκείνη μ’ ερωτεύθηκε εξίσου πολύ. Στη διάρκεια μιας θρησκευτικής ολονυκτίας στην πόλη βρεθήκαμε μόνοι οι δυο μας, που και τους δυο μάς οδηγούσε ένας θεός, και απολαύσαμε τον πόθο που μάς ένωνε. Και για ένα διάστημα βρισκόμασταν κρυφά και δίναμε όρκους πολλές φορές πως θα ζήσουμε ο ένας μαζί με τον άλλο μέχρι το θάνατο. Αλλά κάποιος θεός μάς έβαλε στο μάτι. Κι ενώ εγώ ήμουν ακόμα στους εφήβους, οι γονείς της Θελξινόης τη λογοδότησαν μ’ έναν ντόπιο νεαρό, ονόματι Ανδροκλή, που ήτανε ήδη ερωτευμένος μαζί της. Στην αρχή η κόρη έβρισκε πολλές προφάσεις αναβολής του γάμου∙ εντέλει κατάφερε να ’ρθει σ’ ένα ραντεβού μας και συμφώνησε να κλεφτούμε, να φύγουμε νύχτα από τη Λακωνία. Ντυθήκαμε κι οι δυο μας σαν νεαροί άντρες κι εγώ της έκοψα τα μαλλιά. Το ίδιο το βράδυ μάλιστα των γάμων φύγαμε από την πόλη, πήγαμε στο Άργος και την Κόρινθο, και από κει επιβιβαστήκαμε σε πλοίο για τη Σικελία. Οι Λακεδαιμόνιοι, σαν έμαθαν που κλεφτήκαμε, μας καταδίκασαν σε θάνατο. Εμείς, πάλι, ζούσαμε εδώ, στερούμασταν βέβαια κάποια πράγματα, αλλά νομίζαμε πως είχαμε τα πάντα, γιατί ήμασταν ο ένας με τον άλλο. 
Δεν είναι πολύς καιρός που πέθανε η Θελξινόη∙ το σώμα της δεν το έθαψα, το έχω εδώ μαζί μου, το αγαπώ και με συντροφεύει πάντοτε». Και μ' αυτά του τα λόγια οδηγεί τον Αβροκόμη στο εσωτερικό δωμάτιο, του δείχνει τη Θελξινόη, γυναίκα γερασμένη βέβαια πια, που όμως στα μάτια του Αιγιαλέα φαινόταν ακόμα κορίτσι όμορφο. Το σώμα της το είχε ταριχεύσει με τον αιγυπτιακό τρόπο, γιατί είχε και τέτοιες γνώσεις ο γέροντας. «Μαζί της», είπε, «γιε μου Αβροκόμη, συνεχίζω και να κουβεντιάζω και να κοιμάμαι και να τρώω σαν να είναι πάντοτε ζωντανή∙ και τις φορές που γυρνάω από το ψάρεμα κουρασμένος, αυτή με παρηγορεί και μόνο που τη βλέπω∙ γιατί δεν είναι στα δικά μου μάτια ετούτη που βλέπεις εσύ τώρα, αλλά εκείνη που ήτανε στη Σπάρτη, ίδια τότε που κλεφτήκαμε∙ αναπολώ τη μορφή της στις ολονυχτίες, τότε που ανταλλάσσαμε τους όρκους της αγάπης μας.»   
   
[Ξενοφῶν Ἐφέσιος, Ἐφεσιακά, λόγος Ε’, Ι (2-11)]

(Πορτρέτα Φαγιούμ.)