Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Διονυσία / παρουσίαση στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ.

Περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, από τη στήλη του Γιώργου Κορδομενίδη βιβλία στο κομοδίνο, τχ. 97, Μάιος - Ιούλιος 2012: 

Αντώνης Νικολής, Διονυσία: Μυθιστόρημα (Το Ροδακιό). Μαρτυρολόγιο μιας μεσήλικης γυναίκας
από την Κω, που η δύσκολη οικογενειακή της ζωή την εξορίζει στην Αθήνα, όπου γνωρίζει το σκληρό και άγριο πρόσωπο της μεγαλούπολης· καλοδουλεμένη γλώσσα, ρεαλιστική ακρίβεια και ερωτικός αισθησιασμός σε ένα αξιοπρόσεκτο, σε γενικές γραμμές, αφήγημα, μας φανερώνει έναν ταλαντούχο πεζογράφο, που καταφέρνει να ξεπεράσει τον σκόπελο της ηθογραφίας.

(Δυο καλά λόγια του Γ.Κ. δημοσιευμένα πριν από μισό χρόνο που εντόπισα πολύ πρόσφατα.)

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Amália Rodrigues: Barco Negro.

Αμάλια Ροντρίγκες (23 Ιουλίου 1920 – 6 Οκτωβρίου 1999). Μαύρο Καράβι.
(...)
το μαύρο καράβι σου χόρευε στο φως
είδα το μπράτσο σου που σάλευε στ' ανοιγμένα πανιά
οι γριές κάτω στην παραλία λένε δε θα γυρίσεις

είναι τρελές! είναι τρελές!

εγώ το ξέρω, αγάπη μου,
πως δεν έφυγες καν
όλα γύρω μου μού λένε
είσαι πάντα μαζί μου 
είσαι πάντα μαζί μου

στον άνεμο που χτυπά την άμμο στα τζάμια
στο τραγούδι του νερού, στη φωτιά που σιγοσβήνει
στη ζεστασιά του κρεβατιού, στις άδειες καρέκλες
στο στήθος μου
είσαι πάντα μαζί μου

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Κτήνος από τον τόπο μας.

Αντώνης Νικολής:
Κτήνος από τον τόπο μας.
athens voice, 28/01/2013, city news and voices.

Όπως όλα τα φαινόμενα σε τούτον τον πλανήτη, έτσι και ο λαϊκισμός από τόπο σε τόπο εμφανίζει παραλλαγές, μικρές ή μεγαλύτερες ιδιομορφίες.
Δεν είμαι για κάποιον λόγο ειδικός, αντιλαμβάνομαι το πράγμα κυρίως από άποψη αισθητική. Ήμουν είκοσι ενός το 1981 όταν άρχιζε ο εκτραχηλισμός του ντόπιου λαϊκισμού, μεγαλώνω (όπως όλοι) έκτοτε μαζί του, εκείνος –η αλήθεια– με τερατώδη αυξητικό ρυθμό, την τελευταία τριετία ιδίως και όσο περιφέρεται ανά τις ρούγες της χρεοκοπημένης πατρίδας λυτός, πελώριος κι αλαφιασμένος, γκρεμίζοντας ό,τι τελευταίο απόμεινε όρθιο. Κτήνος θηριώδες. Από την άλλη, βέβαια, κατανοώ ότι δε γίνεται να υπάρξει σύγχρονη κοινωνία δίχως κάποια μορφή λαϊκισμού. Ας πούμε ότι ο δικός μας έχει πρόβλημα διαστάσεων (δεν τον χωράει πια ο τόπος), ότι τον κανακέψανε υπέρ το δέον πολιτικάντηδες και τηλεοράσεις, όμως, από την άλλη, είναι επίσης άδικο να μη γίνεται λόγος για τα ιθαγενή πολιτιστικά χαρακτηριστικά του, τη γνήσια νεοελληνική κοψιά του. Αλλά, ας βάλω μία τάξη.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

ΣΕ Α' ΠΡΟΣΩΠΟ / "Διάστιχο", 27/1/2013.


Διάστιχο, Κυριακή, 27 Ιανουάριος 2013 10:28


ΣΕ Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣΣτην πεζογραφία έφτασα μεταγράφοντας ένα παλιό θεατρικό μου (του 2001) σε νουβέλα (Το Σκοτεινό Νησί) την άνοιξη του 2008. Όμως το πραγματικό πρώτο μου πεζό ήταν το διήγημα Γυναίκες στα ράφια του μανάβη που μου ζητήθηκε από την εφημερίδα Έθνος το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Αμέσως έπειτα έγραψα την πρώτη γνήσια νουβέλα μου –η έκδοσή της εκκρεμεί–, και από το φθινόπωρο του 2009 ως το καλοκαίρι του 2011 αφοσιώθηκα στη Διονυσία, νομίζω το μεγαλύτερο και σημαντικότερο σταθμό της ζωής μου. Θα προσπαθήσω όσο μου επιτρέπεται να εξηγήσω τους λόγους.
Κατ’ αρχάς γιατί για τη σύνθεση, για την οικονομία του μυθιστορήματος, συνειδητοποίησα ότι είχαν συμβάλει όλες οι προηγούμενες ενασχολήσεις μου, ότι επιτέλους αποκτούσαν μια εσωτερική αλληλουχία, δεν ήταν τυφλές κουτουλιές από δω κι από κει (πρακτικό λύκειο – ιατρική / φιλολογία / κλασική κατεύθυνση σπουδών – φροντιστήριο / θέατρο / απόπειρες γραφής σεναρίου κινηματογραφικού-τηλεοπτικού), ότι αντίστοιχα μου χρησίμευαν στη διευθέτηση-αρχειοθέτηση του πραγματολογικού υλικού, στη θεωρητική κατάρτιση, στον εμπλουτισμό της γλώσσας, στους χαρακτήρες – διαλόγους, στις ποικίλες λειτουργίες της αφήγησης. Δεν ισχυρίζομαι, φυσικά, πως για να γράψει κανείς μυθιστόρημα πρέπει να φοιτήσει στα δύο πρώτα χρόνια της ιατρικής – εξιχνιάζω μόνο τη δική μου διαδρομή. Περισσότερο για τη χαρά που μπορώ επιτέλους να περάσω στο ίδιο νήμα τις διαφορετικές πέρλες, να κατανοήσω πώς συνδέονται οι φαινομενικά αντίθετες ή ασυνεχείς κατευθύνσεις της πορείας μου.
Πάντοτε ήθελα να κάνω πεζογραφία –ένα διήγημα στα τριάντα μου με ταλαιπωρούσε επί δύο χρόνια–, απλώς χρειάστηκα πάρα πολύ καιρό για να τα καταφέρω. Ούτε απόλαυσα τίποτα άλλο όσο την ανάγνωση μυθιστορημάτων – το ρήμα απόλαυσα να εννοηθεί σ’ όλο το σημασιολογικό του εύρος. Και να που μια ανάσα πριν από τα 50 θα είχα πράγματα που ίσαμε τότε ζήλευα: να σπάω όσες φορές θέλω μέσα σε μία μόνο παράγραφο την ενότητα χώρου και χρόνου, να διαστέλλω ή να συστέλλω το χρόνο κατά τις ανάγκες του ρυθμού, να εγκιβωτίζω ή να υπάγω επιμέρους στοιχεία, να γράφω –νομίζω– με μια φροντισμένη ιδιόλεκτο, με όση ειρωνεία χρειαζόμουν προκειμένου να συγκεράσω κόσμους ετερόκλητους, αλλά το κυριότερο, ότι επινοούσα τον δικό μου τριτοπρόσωπο αφηγητή πρώτη φορά, το πρόσωπο που με απασχόλησε περισσότερο κι από τους ήρωες της αφήγησης: εμπειριστής, αναγκαστικά υποκειμενικός και αβέβαιος, με βλέμμα φυσιοδίφη. Κυρίως στο να κοιτάζει εκείνη την πρώτη αφορμή της εμπειρίας, τη λεγόμενη πραγματική, ό,τι χαρίζει στην αφήγηση αληθοφάνεια, με το ουδέτερο βλέμμα περιηγητή, δίχως καμία εμπλοκή οικειότητας.
Από την άποψη του περιεχομένου η Διονυσία είναι η μοιραία πτώση αυτού που χάνει ολότελα το νόημα της ζωής – εικάζω σε μια άλλη εκδοχή θα μπορούσε να αργοπεθαίνει, όπως συμβαίνει συνήθως, με το τηλεχειριστήριο στο χέρι κάνοντας ζάπινγκ για ακόμα είκοσι-τριάντα ανούσια χρόνια. Πάντως, ασχέτως τι και πώς το θες ή το βίωσες, το μυθιστόρημα –ευτυχώς– είναι μηχανή που σε αρπάζει από τις πρώτες γραμμές, κι αν είσαι δικός/δική του, είτε συγγραφέας είτε αναγνώστης, θα σ’ αφήσει συνταραγμένο τότε μόνο, στην τελευταία του λέξη. Και να το εύχεσαι, λέω εκ των υστέρων.
Να προσθέσω επίσης –κι ελπίζω να μην εκληφθεί ως πόζα–, τους τριάντα μήνες που έγραφα ή διόρθωνα τη Διονυσία, δεν υπήρξε Κυριακή να μην εκκλησιαστώ, ακόμα και στη Λισαβόνα έτρεχα σε καθολικούς ναούς. Έλεγα, λόγω της ηλικίας θα είναι, ξυπνάω που ξυπνάω νωρίς, ντύνομαι και πηγαίνω κάπου όπου συχνάζουν καλοντυμένοι. Τέλειωσα το μυθιστόρημα και έκτοτε τις κυριακάτικες λειτουργίες τις έκοψα μαχαίρι.
Και ένα τελευταίο: όσο έγραφα το έβδομο κεφάλαιο ήμουν σχεδόν καθημερινά στο Τρίτο Νεκροταφείο, στον 32ο τομέα, τον λεγόμενο των απόρων, επισκεπτόμουν το ταφάκι της. Ακόμα και τώρα, όταν πρέπει να παραβρεθώ σε καμιά κηδεία εδώ στην Αθήνα, ρωτάω με έξαψη: «Πού γίνεται; Στο Τρίτο;» Ελπίζοντας ότι θα σύρω τα πόδια πάλι κατά κει, κατά τη Διονυσία.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Μίλαν Κούντερα: Η Τέχνη του Μυθιστορήματος / αποσπάσματα.

(Σελ. 56): Ο μυθιστοριογράφος δεν είναι ούτε ιστορικός, ούτε προφήτης: είναι εξερευνητής της ύπαρξης.
(Σελ. 89): Στο χώρο του μυθιστορήματος δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα: είναι ο χώρος του παιχνιδιού και των υποθέσεων.
(Σελ. 90): Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον τρόπο σκέψης ενός φιλοσόφου κι ενός μυθιστοριογράφου. Μιλάμε συχνά για τη φιλοσοφία του Τσέχωφ, του Κάφκα, του Μούζιλ κτλ. Προσπαθήστε όμως ν' αντλήσετε μια φιλοσοφία με συνέπεια από τα γραπτά τους! Ακόμα κι όταν εκφράζουν τις ιδέες τους κατευθείαν, στα σημειωματάριά τους, αυτές οι ιδέες είναι περισσότερο δοκιμές σκέψεων, παιχνίδια με το παράδοξο, αυτοσχεδιασμοί, παρά επικύρωση μιας σκέψης.
(Σελ. 140): Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο; Η Έμμα Μποβαρύ είναι ανυπόφορη; Ή μήπως θαρραλέα και συγκινητική; Κι ο Βέρθερος; Συναισθηματικός και μεγαλόψυχος; Ή μήπως ένας επιθετικός αισθηματίας, ερωτευμένος με τον εαυτό του; Όσο πιο προσεκτικά διαβάσουμε το μυθιστόρημα, τόσο πιο πολύ η απάντηση γίνεται αδύνατη, γιατί, εξ ορισμού, το μυθιστόρημα είναι η ειρωνική τέχνη: η "αλήθεια" της είναι κρυμμένη, δε διατυπώνεται, δεν μπορεί να διατυπωθεί. "Θυμηθείτε, Ραζούμοφ, πως οι γυναίκες, τα παιδιά κι οι επαναστάτες απεχθάνονται την ειρωνεία ως άρνηση όλων των ευγενών ενστίκτων, κάθε πίστης, κάθε αφοσίωσης, κάθε δράσης!" λέει μια Ρωσίδα επαναστάτισσα στο Υπό τα Βλέμματα της Δύσης του Τζότζεφ Κόνραντ. Η ειρωνεία εξοργίζει. Όχι επειδή κοροϊδεύει ή επειδή επιτίθεται, αλλά επειδή μας στερεί από βεβαιότητες αποκαλύπτοντας τον κόσμο ως αμφισημία. Ο Λεονάρντο Σάσα γράφει: "Τίποτα πιο δυσνόητο, τίποτα πιο ανεξήγητο από την ειρωνεία". Περιττό να θέλει κανείς να καταστήσει ένα μυθιστόρημα δύσκολο με προσποίηση ύφους. Κάθε μυθιστόρημα άξιο του ονόματος, όσο διαυγές κι αν είναι, είναι αρκετά δύσκολο εξαιτίας της σύμφυτης ειρωνείας του.
(Σελ. 146): ...Αλλά ούτε το συγκινημένος ούτε το ερεθισμένος με ικανοποιούσε. Ύστερα, ξαφνικά, το βρήκα: έπρεπε να πω "ο Εντουάρντ καύλωσε!" Γιατί αυτή η τόσο απλή ιδέα δε μου ήρθε νωρίτερα; Επειδή αυτή η λέξη δεν υπάρχει στα τσέχικα. Αχ, τι ντροπή: η μητρική μου γλώσσα δεν ξέρει να καυλώνει! Στη θέση του "καυλώνω", οι Τσέχοι είναι υποχρεωμένοι να πουν: η ψωλή μου στάθηκε όρθια. Γοητευτική εικόνα, αλλά κάπως παιδιάστικη. Έδωσε ωστόσο την όμορφη λαϊκή ρήση: "Στέκονταν εκεί, όρθιοι, σαν ψωλές", πράγμα που, στο σκεπτικιστικό τσέχικο πνεύμα, πάει να πει: στέκονταν εκεί, όρθιοι - κατάπληκτοι, αποσβολωμένοι, γελοίοι.
(Σελ. 152): 1857: η σπουδαιότερη χρονιά του αιώνα. Μαντάμ Μποβαρύ: για πρώτη φορά ένα μυθιστόρημα είναι έτοιμο ν' αναλάβει τις υψηλότερες απαιτήσεις της ποίησης (την πρόθεση να "ψάξει πάνω από κάθε ομορφιά"), τη σημασία κάθε ξεχωριστής λέξης, την έντονη μελωδία του κειμένου, την επιταγή της πρωτοτυπίας εφαρμοζόμενη σε κάθε λεπτομέρεια. Από το 1857, η ιστορία του μυθιστορήματος είναι η ιστορία "του μυθιστορήματος που έγινε ποίηση". ...Οι μεγαλύτεροι μεταξύ "των μυθιστοριογράφων που έγιναν ποιητές" είναι βίαια αντιλυρικοί: Φλωμπέρ, Τζόυς, Κάφκα, Γκομπρόβιτς. Μυθιστόρημα = αντιλυρική ποίηση.
(Σελ. 153): Το μόνο πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορούμε να συλλάβουμε την αξία ενός μυθιστορήματος, είναι το πλαίσιο της ιστορίας του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Ο μυθιστοριογράφος δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν, εκτός από τον Θερβάντες.
 (Σελ. 153): "Σιχαίνομαι να χώνω τη μύτη μου στην πολύτιμη ζωή των μεγάλων συγγραφέων και κανένας βιογράφος δεν θ' ανασηκώσει ποτέ το πέπλο της ιδιωτικής ζωής μου", είπε ο Ναμπόκοβ. ...Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του.
(Σελ. 168): Θα έλεγα μάλλον ότι, κατά τη διάρκεια της συγγραφής (της Άννα Καρένινα), (ο Τολστόι) άκουγε μιαν άλλη φωνή κι όχι εκείνη της προσωπικής του πεποίθησης περί ηθικής. Άκουγε αυτό που θα ονόμαζα σοφία του μυθιστορήματος. Όλοι οι αληθινοί μυθιστοριογράφοι αφουγκράζονται αυτή την υπερπροσωπική σοφία, πράγμα που εξηγεί γιατί τα μεγάλα μυθιστορήματα είναι πάντα λίγο πιο έξυπνα από τους δημιουργούς τους. Οι μυθιστοριογράφοι που είναι εξυπνότεροι από τα έργα τους θα έπρεπε ν' αλλάξουν επάγγελμα.
(Σελ. 168 -169): Μου αρέσει να σκέπτομαι πως η τέχνη του μυθιστορήματος ήρθε στον κόσμο σαν απόηχος του γέλιου του Θεού. Μα γιατί ο Θεός γελάει όταν βλέπει τον άνθρωπο να σκέφτεται; Επειδή ο άνθρωπος σκέφτεται και η αλήθεια τού ξεφεύγει. Επειδή, όσο περισσότερο σκέπτονται οι άνθρωποι, τόσο η σκέψη του ενός απομακρύνεται από τη σκέψη του άλλου. Και τέλος, επειδή ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ αυτό που νομίζει πως είναι.
(Σελ. 172 - 173 / για την τεράστια συμβολή του μυθιστορήματος): Με ένα μοχθηρό πάθος ο Φλωμπέρ μάζευε τις στερεότυπες φράσεις που έλεγαν οι άνθρωποι γύρω του, για να φανούν έξυπνοι κι ενημερωμένοι. Έφτιαξε μ' αυτές ένα περίφημο Λεξικό κοινοτοπιών. Ας χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον τίτλο για να πούμε: Η σημερινή βλακεία σημαίνει όχι πια άγνοια, αλλά τη μη-σκέψη των κοινών τόπων. Η ανακάλυψη του Φλωμπέρ είναι πιο σημαντική για το μέλλον της ανθρωπότητας απ' ό,τι οι πιο καταλυτικές ιδέες του Μαρξ ή του Φρόυντ. Γιατί μπορούμε να φανταστούμε το μέλλον χωρίς την πάλη των τάξεων ή την ψυχανάλυση, αλλά όχι χωρίς την ακατάσχετη αύξηση των κοινοτοπιών που, εγγεγραμμένες στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, διαδιδόμενες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κινδυνεύουν να αποβούν σύντομα μια δύναμη που θα συντρίβει κάθε πρωτότυπη και ατομική σκέψη και θα πνίξει έτσι την ίδια την ουσία του ευρωπαϊκού πολιτισμού των Νέων Χρόνων. 

[ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ: Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ, μετάφραση Φίλιππος Δρακονταειδής, εκδόσεις Εστία, πρώτη έκδοση 1988 / έκτη 2008, σελ. 174.
Ένα εξαιρετικό βιβλίο, φροντισμένο από κάθε άποψη (και που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα!).]

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Κριτικές / Διονυσία (6 μέρες, 15/12/2012)

Από τη σελίδα: Αναγνωστήριο / Ξενοφών A. Μπρουντζάκης xenofonb@6meres.gr

Μια σπαρακτικά μόνη γυναίκα

Η Ευγενία Μπογιάνου γράφει για τον Αντώνη Νικολή

Απέκτησα τη «Διονυσία» από το περίπτερο των εκδόσεων Ροδακιό, στην τελευταία έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο. Την προσοχή μου τράβηξε το μάλλον ασυνήθιστο γυναικείο όνομα που είναι γραμμένο με άσπρα κεφαλαία γράμματα, μέσα σε κόκκινο πλαίσιο στο κάτω μέρος του βιβλίου. Λίγο αυτό, λίγο ο εκδοτικός οίκος, κινήθηκε το ενδιαφέρον μου. Τίποτα, όμως, δεν με είχε προετοιμάσει για την έκρηξη που θα ακολουθούσε.
Ποια είναι η Διονυσία λοιπόν;
«Η Διονυσία είναι μια νέα ακόμη γυναίκα, μια καστανή μικρόσωμη φιγούρα. Μαλακό χνούδι, λεπτά
χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, το σώμα της λιγότερο ελκυστικό, γερτοί ώμοι, καμπουριάζει κάπως για να σηκώνει τα μεγάλα στήθη, στομαχάκι επίσης, η λεκάνη όμως και τα πόδια της αδύνατα, σχεδόν αγορίστικα».
Η Διονυσία, πρώτα απ’ όλα, είναι πολύπλοκη, δεν μπορείς να την κατατάξεις για να ξεμπερδέψεις
εύκολα μαζί της. Αθώα και προκλητική, ο ερωτισμός της άγριος και συγχρόνως παθητικός, σωματική και αλαφροΐσκιωτη, χαρισματική για τους άλλους και καταστροφική –θα έλεγα αφοσιωμένη στην καταστροφή –για τον εαυτό της στην εκούσια σχεδόν κάθοδό της, αναζητά την ελευθερία, αλλά τελικά τής την στερεί το ίδιο της το κορμί που γίνεται η φυλακή της.
Κυρίως, όμως, η Διονυσία είναι μια γυναίκα σπαρακτικά και τελεσίδικα μόνη.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο άτυπα σε δύο μέρη. Στο πρώτο, που διαδραματίζεται στην Κω, βρίσκουμε
τη Διονυσία παντρεμένη. Ο άντρας της αδιάφορος, συχνά βίαιος απέναντί της∙ την απατά επιδεικτικά και επηρεάζει τους δύο γιους τους, που όσο μεγαλώνουν αποκτούν τους τρόπους και τις συνήθειες του πατέρα. Ξαφνικά μπαίνει στη ζωή της Διονυσίας ο ξένος, με τη μορφή ενός νοικάρη. Η γυναίκα αφυπνίζεται ερωτικά, αλλά όταν αυτό γίνεται αντιληπτό από τους οικείους της η αντίδρασή τους –σε μια συγκλονιστική οικογενειακή σκηνή απίστευτης ωμότητας– είναι τόσο βίαιη, που τελικά αναγκάζεται να φύγει για την Αθήνα. Μια Αθήνα που, παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, προσπαθεί να γυαλίσει τις βιτρίνες της. Σε αυτή την Αθήνα αρχίζει η πραγματική κάθοδος.
Μόνη, αποσυνάγωγη, ξένη, με τη νοσταλγία να την πνίγει, σε απόλυτη παρακμή, η οποία εναρμονίζεται τελικά με την παρακμή της ίδιας της πόλης, με έναν ερωτισμό που είναι πέρα από την ηδονή, που αντί να την απελευθερώνει ανοίγει τον δρόμο για την πτώση, η οποία σκιαγραφείται
με λεπτομερείς σκηνές μεγάλης έντασης, ακρίβειας και εσωτερικότητας.
Βιβλίο σκληρό, συμβολικό, με ρεαλισμό, που έχεις ώρες ώρες την εντύπωση πως στάζει ιδρώτα, χωρίς ίχνος ηθικολογίας ή μελοδραματισμού, δύσκολο και εν τέλει συναρπαστικό.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Tomas Tranströmer (1931-), ποιήματα.

 












Τούμας Τράνστρεμερ, ο Σουηδός ποιητής, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2011.
Το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο.


Το πλοίο - το χωριό

Μια πορτογαλική ψαροπούλα, μπλε, το αυλάκι της ξεσκεπάζει
     ένα κομμάτι του Ατλαντικού.
Ένα μπλε σημάδι στ' ανοιχτά, κι ωστόσο είμαι εκεί - οι έξι που
     βρίσκονται στο πλοίο δεν αντιλαμβάνονται ότι είμαστε εφτά.

Είδα κάποτε τη ναυπήγηση ενός τέτοιου πλεούμενου, κειτόταν σαν
      μεγάλο λαούτο δίχως χορδές
στο φαράγγι των φτωχών: το χωριό όπου πλένουν και πλένουν με
      λύσσα, υπομονή, μελαγχολία.

Μαύρη η παραλία από τον κόσμο. Μια συγκέντρωση που διαλύθηκε, 
       απομάκρυναν τα μεγάφωνα.
Στρατιώτες έσπρωχναν τη Μερσεντές του ομιλητή μέσ' από τον
       συνωστισμό, οι λέξεις έπαιζαν ταμπούρλο πάνω στα 
       λαμαρινένια πλευρά της.

(Από τη συλλογή Το φράγμα της αλήθειας.)


Τον Μάρτιο του 1979

Κουρασμένος με όλους αυτούς που μου φέρνουν λέξεις,
        λέξεις αλλά όχι γλώσσα,
πήγα στο σκεπασμένο με χιόνια νησί.
Δεν υπάρχουν λέξεις για το άγριο.
Οι άγραφες σελίδες απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση!
Πέφτω πάνω σε ίχνη από οπλές ζαρκαδιών στο χιόνι.
Γλώσσα, αλλά όχι λέξεις.


Οι μνήμες με κοιτούν

Ένα πρωινό του Ιουνίου, τότε που είναι πολύ νωρίς
για να ξυπνήσεις και πολύ αργά για να ξανακοιμηθείς.

Πρέπει να βγω έξω στη βλάστηση που είναι γεμάτη
μνήμες, και με ακολουθούν με το βλέμμα.

Δεν φαίνονται, έχουν γίνει ένα
με τον χώρο, τέλειοι χαμαιλέοντες.

Είναι τόσο κοντά που τις ακούω ν' αναπνέουν,
παρ' όλο που τα πουλιά με ξεκουφαίνουν.


Ο σταθμός

Ένα τρένο μπήκε στο σταθμό. Τα βαγόνια όλα στη σειρά,
αλλά οι πόρτες δεν ανοίγουν, κανείς δεν κατεβαίνει ή ανεβαίνει.
Υπάρχουν πράγματι πόρτες; Το τρένο είναι γεμάτο
έγκλειστους ανθρώπους που κινούνται πέρα δώθε.
Κοιτάζουν έξω μέσ' από τ' απαραβίαστα παράθυρα.
Και έξω περπατά κάποιος κατά μήκος του τρένου μ' ένα σφυρί.
Χτυπά τους τροχούς και βγαίνει έν' αδύναμο καμπάνισμα.
Εκτός από 'δω ακριβώς! Εδώ υπάρχει μια απίστευτη πλημμύρα
από ήχους: ένας κεραυνός, η κωδωνοκρουσία της μητρόπολης,
ο ήχος από τον περίπλου της γης που ανυψώνει όλο το τρένο
και τις βρεγμένες πέτρες της περιοχής. Τα πάντα τραγουδούν.
Θα το θυμάστε αυτό. Συνεχίστε το ταξίδι σας!

(Από τη συλλογή Η άγρια πλατεία.)

[Tomas Tranströmer ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου, εκδόσεις PRINTA, 2004, σελ.  232.
Δε χορταίνω να διαβάζω τον τόμο, τι έξοχος ποιητής, δίχως ούτε μισό στίχο ρητορική ή άλλη εκζήτηση. Και τι σπουδαία η ελληνική γλώσσα του μεταφραστή, με ρυθμούς, με πλαστικότητα, και επιτέλους με λέξεις που δεν είναι τσιμεντόπετρες.]

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Αντώνης Νικολής: Οι καβαφοφοβικοί.

athens voice, 7/1/2013, city news + voices >>


Οι Έλληνες είμαστε λαός παλαιός, κουρασμένος και πονηρός.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν είμαστε όντως ομοφοβικοί, διαισθάνομαι ότι το προφασιζόμαστε και αυτό. Όπως προφασιζόμαστε και άλλα: ότι μισούμε την ελεύθερη οικονομία, τον καπιταλισμό, το φιλελευθερισμό, τη Δύση, τους Αμερικανούς κ.τ.ό., ενώ δύσκολα θα βρει κανείς κοινωνία της οποίας τα μέλη να επιθυμούν με τόση σφοδρότητα όλα ή τα περισσότερα από τα παραπάνω. Επιλογές που ανιχνεύονται εύκολα στις ατομικές στρατηγικές, ποτέ στις συλλογικές, και που επίσης ποτέ δεν εκφράζονται δημοσίως, δεν ομολογούνται. Περίπου όπως οι έφηβοι των λυκείων, ο ανθός –ούτως ειπείν- της κοινωνίας μας, που ενώ στη συντριπτική πλειονότητά τους, με την παρότρυνσή μας, επιλέγουν να σπουδάσουν γιατροί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι, να σπουδάσουν δηλαδή πλούσιοι, ταυτόχρονα τους εκπαιδεύουμε να αποτάσσονται… τον πλούτο (την υλική ευμάρεια, όπως τον ονομάζουν με ευφημισμό στις εκθέσεις τους). Το ίδιο, κατά το ανέκδοτο φίλου, όταν πιάνεις επ’ αυτοφώρω την κυρία με το σοκολατάκι στο στόμα το όλο βουλιμία, κι εκείνη με καφετιά σάλια στα δόντια σού πετάει: «Πω, πω, πόσο το λαχταρούσα τώρα δα κάτι το αλμυρό!»

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Dulce Pontes "Há Festa na Mouraria".

Ντουλτς Ποντς Έχει πανηγύρι στη Μοραρία. 
(Για την αποψινή βραδιά. Μ' όλες τις καλές ευχές.)

Χαράλαμπος Νικολής.

Ο κύριος της φωτογραφίας είναι ο πατέρας μου, είμαι ο μεγαλύτερος από τους τρεις γιους του, τη φωτογραφία τράβηξε προχτές ο μεσαίος, ο Θανάσης. Έχει ακόμα έναν, τον Λάμπρο. Ο ίδιος κλεισμένα 81 (15/5/1931-), εμείς 45 έως 52, και μια που έπιασα τους αριθμούς, τα γατιά τα κουρνιασμένα στα πόδια του το σύνολο έξι (6). Συνταξιούχος γιατρός, ερασιτέχνης διά βίου γεωργός, εδώ ξαποσταίνει μπροστά στο αποθηκάκι του περβολιού του. Πριν από τέσσερα χρόνια τον παρότρυνα να καταγράψει τις μικρές ιστορίες που μας διηγιόταν, και έτσι πρόκυψαν οι δύο συλλογές των διηγημάτων του, Οι παραπεταμένες φωτογραφίες (publibook, 2010) και Το περίσσεμα της αγάπης (Τὸ Ροδακιὸ 2012). Προκειμένου να τις δακτυλογραφήσει του πήραμε λάπτοπ, από κει μπήκε στα κόλπα, βρέθηκε στο διαδίκτυο, και έκτοτε αφού παρκάρει τη μαμά στα τούρκικα, κι όταν δε γράφει κάτι καινούριο σερφάρει σε ελληνικές, αγγλικές ή ιταλικές (μέρος της βασικής του εκπαίδευσης το έκανε επί ιταλοκρατίας) ιστοσελίδες, το νέο του πάθος που υποκατέστησε το παλαιό, τα ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης.

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Cesaria Evora - Petit Pays, je t'aime beaucoup.

Σεζάρια Έβορα (1941-2011). Ένας χρόνος από το θάνατό της. Το τραγούδι για το Πράσινο Ακρωτήρι, τη μικρή πατρίδα της. Sodade sem fim / νοσταλγία δίχως τέλος...

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Συνέντευξη στον Δημήτρη Μαστρογιαννίτη, Athens Voice, τεύχος 417.



Αντώνης Νικολής

Δεν μου αρέσει το γεροντίστικο προοδευτιλίκι

Αντώνης Νικολής


Athens Voice, τεύχος: 417 - 12/12/2012. 

Το πρώτο του μυθιστόρημα «Διονυσία» (εκδ. Το Ροδακιό) μας σύστησε ένα συγγραφέα που γράφει σε εξαιρετικά ελληνικά. Για να αποδειχτεί στη συζήτηση πως, όπως η ηρωίδα του Διονυσία δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τον εαυτό της και την κοινωνία, έτσι κι ο ίδιος δεν φοβάται ν’ αναμετρηθεί με τους κακούς δαίμονες της ελληνικής πραγματικότητας.
 
Η συγγραφή της «Διονυσίας» ποιες ανάγκες σας ήρθε να καλύψει;
Πριν από τη «Διονυσία» είχα γράψει θεατρικά έργα. Οπότε η πρώτη ανάγκη σχετιζόταν με τη φόρμα – να καταπιαστώ με μια διαφορετική οικονομία κειμένου. Η δεύτερη, με το περιεχόμενο. Έμοιαζε με μύηση στον πολύ βαθύ φόβο να βρεθώ στην πλήρη ανέχεια, στην πιο ακραία θέση που μπορεί να βρεθεί κάποιος. Η Διονυσία είναι ο άνθρωπος που έχει χάσει την ουσία από τη ζωή του. Της έμεινε μόνο το τσόφλι. Κι επίσης, γιατί δεν έχει νόημα πια γι’ αυτήν το να σωθεί, το ότι θα ακολουθήσει μοιραία το δρόμο που οδηγεί στην έξοδο.
n

Πίσω από την ηρωίδα κρύβεται κάποιο υπαρκτό πρόσωπο;
Ναι, κάποτε, πριν 6-7 χρόνια, εδώ στην Αθήνα, στην Τοσίτσα συγκεκριμένα, έπεσα σε μια Διονυσία, και η εικόνα της με στοίχειωσε – παντού έλεγα πως στο πρόσωπό της συνάντησα την απόλυτη δυστυχία. Ήταν τοξικομανής και σε ακραίο στάδιο φθίσης. Την είδα, σοκαρισμένος άνοιξα το πορτοφόλι μου, της έδωσα όσα χρήματα κουβάλαγα πάνω μου. Το βλέμμα της μου έγινε έμμονη ιδέα, απαιτούσε να υπάρξει ηρωίδα κάποιας ιστορίας μου. Αυτή, η πραγματική… Διονυσία, είναι που επέβαλε το φύλο της στον πρωταγωνιστή του κειμένου. Οι ήρωές μου είναι συνήθως άντρες. Αυτή έβαλε και το καρφί να κρεμάσω το πρώτο μυθιστόρημά μου.
Πολύ πριν η ηρωίδα του βιβλίου σας συναντηθεί με την πραγματική «Διονυσία» έχει κάνει επιλογές, που νομίζω δύσκολα μπορούν να γίνουν κατανοητές από μικροαστές αναγνώστριες.
Αυτό, αν συμβαίνει, συμβαίνει γιατί δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί ένας Έλληνας που δεν «αντρώθηκε» σε τουριστικό τόπο πόσο δραστική είναι η επίδραση του τουρισμού σ’ αυτό που ονομάζουμε πολιτιστική ταυτότητα για τους κατοίκους αυτών των περιοχών. Είμαι παιδί του τουρισμού, γεννήθηκα και έζησα/ζω στην Κω, και είμαι περήφανος γι’ αυτό. Εξάλλου τουριστικός τόπος σημαίνει ότι εκεί επιτέλους υπάρχει και κάποια λιγότερο κρατικοδίαιτη οικονομική δραστηριότητα.
Πρόκειται για μια κοινωνική εμπειρία πιο ανοιχτή στα αιτήματα του σύγχρονου κόσμου. Αυτό το άνοιγμα στον κόσμο η Διονυσία, βέβαια, το αντιλαμβάνεται μόνο διαισθητικά και επιπλέον δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ο άντρας με τον οποίο θα αποδράσει από την πνιγηρή της καθημερινότητα είναι αμφισεξουαλικός – η κατανόηση των ερωτικών επιλογών του είναι αυτή που την διαφοροποιεί τελείως από τους Ελληναράδες ομοφοβικούς σύζυγο και γιους της (ο οποίος σύζυγός της δεν είναι ντόπιος νησιώτης).
Γιατί μου υπογραμμίζετε τόσο το ομοφοβικός;
Γιατί, κατά τη γνώμη μου, η λυδία λίθος στις σημερινές δημοκρατίες είναι η στάση τους απέναντι στους ομοφυλόφιλους. Δημοκρατία είναι το πολίτευμα που θεσπίζει και κατοχυρώνει την αναφαίρετη ατομικότητα. Η Ελλάδα σήμερα είναι μια καθυστερημένη χώρα και σε παρακμή, όχι γιατί κάνει αυτά που λέει ο Πειραιώς, αλλά γιατί δεν τα νομιμοποιεί. Το γεγονός πως η Γερμανία έχει σήμερα έναν ανοιχτά ομοφυλόφιλο αντικαγκελάριο, έναν υπουργό με κινητικά προβλήματα… δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε, όταν ψάχνουμε τις αιτίες που αυτή η χώρα έχει τη σημερινή θέση της στον κόσμο. Έχει απαλλαγεί από οπισθοδρομικά στερεότυπα.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Κριτικές / Διονυσία (Διάστιχο, 1/12/2012).

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Ivete Sangalo & Maria Bethania - Muito Obrigado Axé.

Η Μαρία Μπετάνια, η αδελφή του Καετάνο Βελόζο, και η Ιβέτ Σανγκάλο στο Muito Obrigado Axé, το τραγούδι του καντονμπλέ, της λαϊκής αφρικανικής θρησκείας στη Βραζιλία, στην Μπαΐα ιδιαίτερα, την πόλη του Amado.
Μουσικές και κοινωνίες με φρεσκάδα, με γοητεία και με κινδύνους.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Μια Ζωή σε 40 Απαντήσεις: Αντώνης Νικολής.



13.10.2012 | 09:00
Ο συγγραφέας απαντάει στο ερωτηματολόγιο του Προυστ για το Lifo.gr. Επιμέλεια: Μίνα Καλογερά.


φωτό: Αναστασία Βουτυροπούλου

Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την απόλυτη ευτυχία; Όταν ζω κάτι και την ίδια στιγμή το νοσταλγώ.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας; Η ανίατη αρρώστια κι εκείνος ο αμετάκλητα σοβαρός γιατρός που θα μου την ανακοινώνει. Ιδίως αν πάρει το βλέμμα του από πάνω μου, το κατεβάσει αργά στο πάτωμα, και ύστερα ψελλίσει μια – δυο χλιαρές παρηγοριές...

Ποιο εν ζωή πρόσωπο εκτιμάτε περισσότερο; Είναι συγγραφείς και δεν είναι ένας ή δυο μόνο. Λίγο περισσότερο κάθε φορά, βέβαια, αυτόν του οποίου το βιβλίο διαβάζω τελευταία. Αυτό τον καιρό, φέρ’ ειπείν, διαβάζοντας το Middlesex, τον Τζέφρυ Ευγενίδη.

Σε ποιο πράγμα προδώσατε τον εαυτό σας και μετανιώνετε περισσότερο γι’ αυτό; Πολλές φορές ανεχόμενος ανθρώπους με καπρίτσια και συμπεριφορές φτηνές. Κυρίως γιατί τους υφίσταμαι προκειμένου να ικανοποιήσω δικούς μου μικρούς υπολογισμούς.
Για ποια προδοσία του εαυτού τους οικτίρετε τους άλλους; Όταν εγκαταλείποντας την όποια ατομικότητά τους μιμούνται υπάρξεις και ιδιότητες ξένες προς τους ίδιους. Ιδίως τους μίμους των καλλιτεχνών.

Ποιο εν ζωή πρόσωπο σιχαίνεστε περισσότερο; Εκείνον που μ’ ανάγκασε να σκεφτώ ότι σε δυσλειτουργικές κοινωνίες περισσότερο από το «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος», ισχύει το «ουδείς δολιότερος του ευεργέτου».

Ποιο είναι το αγαπημένο σας απόφθεγμα; “Somos contos contando contos, nada”, του Φερνάντο Πεσσόα, “είμαστε ιστορίες που ιστορούν ιστορίες, ένα τίποτα”.

Τι νοσταλγείτε περισσότερο; Τα σπίτια των γιαγιάδων μου, τη μυρωδιά τους, να στρώνουν το τραπέζι να φάμε.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

O pincel da barba mais pequeno / το μικρότερο πινέλο για ξύρισμα (Διάστιχο, Τρίτη 2-10-2012).

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Κριτικές / Διονυσία (Καθημερινή, Σελιδοδείκτες, 8/9/2012).


Το απόλυτο ως πιθανότητα 

Του Νίκου Bατόπουλου

Αντώνης Νικολής
«Διονυσία»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Ροδακιό, σελ. 395, Αθήνα 2012

Με τη «Διονυσία», ένα μυθιστόρημα σε δύο εποχές, παχύ και λεπταίσθητο, θαλασσινό και αστικό, ο Αντώνης Νικολής μάς χαρίζει μία ηρωίδα της νέας ελληνικής πεζογραφίας. Η Διονυσία είναι από την Κω, όπου παντρεύεται και κάνει οικογένεια, αλλά κάποια στιγμή μεταφέρει τη ζωή της στην Αθήνα. Οσο κοινότοπη μπορεί να είναι αυτή η περιγραφή, αφού εσκεμμένα είναι απλοϊκή άρα και κρυπτική, τόσο απρόβλεπτη και μοναδική είναι η πορεία ζωής της Διονυσίας.
Δεν είμαι βέβαιος ότι συμπάθησα τη Διονυσία ως πρόσωπο, δεν ξέρω αν υπήρξαν στιγμές που να ήθελα να της σφίξω το χέρι. Ξέρω όμως ότι ως περσόνα, συχνά γκροτέσκα, με εξπρεσιονιστική όψη, άλλοτε κοινή, σαν άγραφη μάσκα, με χάραξε. Η Διονυσία είναι μία εμβληματική μορφή της νέας λογοτεχνίας, καθώς συμπυκνώνει στο δικό της δράμα πολλές παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.
Αλλά ο Αντώνης Νικολής έχει τον τρόπο, έχει το χάρισμα και πρωτίστως την καλλιέργεια (στην οποία περιλαμβάνεται το γλωσσικό αισθητήριο, η καλλιέπεια του λόγου ως κυττάρου της λογοτεχνίας). Οταν άρχισα να διαβάζω τη «Διονυσία» (σε αυτήν την συγκινητικά όμορφη, πολυτονική έκδοση του «Ροδακιού») ήταν η γλώσσα που με κράτησε εξ αρχής. Ηταν το γλωσσικό περιβάλλον του Αντώνη Νικολή, ακριβές και αισθησιακό ταυτόχρονα, με ρεαλισμό και ερωτισμό, αυτό που αμέσως μου έδωσε να καταλάβω ότι η «Διονυσία» είναι ένα βιβλίο που μπορεί να γίνει κλασικό. Η Διονυσία ζει στην Κω με τον άντρα και τους δύο γιους της, μεγάλα παιδιά πια. Νοικιάζουν δωμάτια σε επισκέπτες του νησιού. Ο σύζυγος και οι γιοι είναι φρικτοί Ελληναράδες.
Η Διονυσία είναι σε «λάθος» σπίτι. Αλλά είναι εκεί. Υπομένει. Η εμφάνιση ενός επισκέπτη και νοικάρη διασαλεύει την τάξη, την αφυπνίζει ερωτικά και της δίνει πίσω το σώμα της ως σεξουαλικό πεδίο ηδονής. Η αυτοσυνειδησία, που έρχεται αιφνιδιαστικά αλλά σαν να ήταν ναρκωμένη και έτοιμη από παλιά, τη δυναμώνει και την οδηγεί αναπόφευκτα σε ρήξεις με τους άρρενες στο σπίτι, που με τη σειρά τους αποσυντονίζονται καθώς το εγώ της Διονυσίας εμφανίζεται ανάγλυφο.
Αυτή είναι η πρώτη «εποχή» του βιβλίου. Γιατί η δεύτερη «εποχή», που διαδραματίζεται στην Αθήνα, όπου αποδρά η Διονυσία, είναι ένας λαβύρινθος. Κατά μία έννοια, η Διονυσία στην Αθήνα, παρίας, ξένη, ανένταχτη, είναι σύμβολο της παρακμής, τόσο του εαυτού όσο και του άστεως, που συγκλίνουν και ταυτίζονται με έναν συμβολισμό που ταράζει και διασαλεύει. Η Διονυσία συμπυκνώνει την πορεία ενός ανθρώπου καθώς τίθεται εκτός κοινωνίας, ακουσίως - εκουσίως, και κατακρημνίζεται από το δίχτυ μίας απεχθούς οικογενειακής εστίας στο χάος του σκοτεινού άστεως. Η Διονυσία είναι μία ηρωίδα θύμα και θύτης της ίδιου της του εαυτού, μία νοικοκυρά που έγινε χαμίνι, ένα σύμβολο του αραχνοΰφαντου ιστού που μας κρατάει στην «κανονική ζωή». Επίκαιρη και τραγική, η Διονυσία είναι δυνατή και αδύναμη ταυτόχρονα, καθώς έχει ενστερνιστεί το απόλυτο ως πιθανότητα.
Ο Αντώνης Νικολής μάς δίνει ένα σημαντικό μυθιστόρημα, πυκνό, συμβολικό, ρεαλιστικό, συνταρακτικό.
https://blogger.googleusercontent.com/img/proxy/AVvXsEj5WHcVkOpth3v75sKzRSp-yfXIqAAOR7Mm_2Kukidpaw-X5jrEmsbeINyUoPFSqb_8v6D2s39J75LnEoYQbe4UtWY-uD6WV2_xUfOqe0NYilPN_gaDODCRwsknN9TLx_wM6D5TvDLwjE9tsyDQMFlzDc54tdt_3A=

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Μίλτος Σαχτούρης: Τὸ κεφάλι τοῦ ποιητῆ.

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005).

 

 

 

 

 

 

  

Τὸ κεφάλι τοῦ ποιητῆ

Ἔκοψα τὸ κεφάλι μου
τό 'βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καὶ τὸ πῆγα στὸ γιατρό μου

-Δὲν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στὸ ποτάμι καὶ θὰ ἰδοῦμε

τό 'ριξα στὸ ποτάμι μαζὶ μὲ τοὺς βατράχους
τότε εἶναι ποὺ χάλασε τὸν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νὰ τρίζει φοβερὰ καὶ νὰ οὐρλιάζει

τὸ πῆρα καὶ τὸ φόρεσα πάλι στὸ λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τοὺς δρόμους

μὲ πράσινο ἑξαγωνομετρικὸ κεφάλι ποιητῆ


(Από τη συλλογή "Τὸ σκεῦος" [1971], τόμος ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1945-1971), εκδόσεις Κέδρος 1979.)

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Gore Vidal (3 Οκτωβρίου 1925 - 31 Ιουλίου 2012).

Ο Γκορ Βιντάλ εξέλιπε. Δυνατό μυαλό και συγγραφέας. Ειρωνεία, σαρκασμός, ιδιοφυΐα. Με θαυμαστή οικονομία στα μυθιστορήματά του (κρίνοντας από τα τρία που γνωρίζω): τον Ιουλιανό (1964), τη Δημιουργία (1981), το Σε ζωντανή μετάδοση απ' το Γολγοθά (1992). Η Αντιόχεια, η ωραιότερη πόλη της όψιμης αρχαιότητας, οι ναοί, τα πλήθη, οι τελευταίες εκλάμψεις ενός κόσμου που αλλάζει άρδην, στο πρώτο, το παλάτι του Δαρείου, η Ινδία του Βούδα, η Κίνα του Κομφούκιου, το θέατρο της Αθήνας στο μακρύ διαπολιτισμικό ταξίδι του Κύρου Σπιτάμα, στο δεύτερο, το βιτριολικό σχόλιο ενός φιλελεύθερου, βαθιά καλλιεργημένου, αλλά και το σημαντικότερο επιτέλους ενός ευφυούς συγγραφέα, στο τρίτο.