Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

«Να τους τα δίνω ο ίδιος!»

«Να τους τα δίνω ο ίδιος!»

image















Athens Voice, 14/5/2016.
Τις μέρες των γιορτών σε καλή συντροφιά συγκράτησα δύο κουβέντες, νομίζω ενδεικτικές για πράγματα που θα ζήσουμε στο όχι μακρινό μέλλον. Κάποια στιγμή σχεδόν μονολογώντας ο ένας από τους φίλους μάς λέει, «Με το που ξεκινάει η χρονιά χρωστάω συνολικά φόρους και εισφορές σε αυτό… το κράτος (!) όσα για τη μισθοδοσία τριών δημοσίων υπαλλήλων. Μ’ όλη την αγωνία να τα φέρω βόλτα, να δουλεύω και Σάββατα, και Κυριακές, να δυσκολεύομαι να λείψω από το γραφείο δέκα μέρες το χρόνο… Τουλάχιστον να τους τα δίνω ο ίδιος! Να μου τους δείξουν αυτούς τους τρεις, να τους πληρώνω εγώ ο ίδιος. Ν’ ακούω κι ένα ευχαριστώ, να μ’ εξυπηρετούν και καλύτερα».

Το απόγευμα κυλούσε μ’ εκείνη τη σοβούσα ένταση, τη γνώριμη πια στις συντροφιές, να αποφεύγουμε την πολιτική κουβέντα, αλλά όλο και κάτι να μας ξεφεύγει, όταν ακούστηκε κι άλλος. Αυτός εβδομηντάρης –ποτέ συγκαταλεγόμενος στους «νεαροσυνταξιούχους», (κατά μισό εκατομμύριο περισσότεροι οι συνταξιούχοι στην Ελλάδα σε σύγκριση με την ίσου πληθυσμού Σουηδία!)-, και στον ίδιο χαμηλό τόνο: «Έχτισα δυο ορόφους πάνω από το σπίτι μας, αγόρασα και το πίσω οικόπεδο, οι οικονομίες μιας ζωής, και χαρά στην περιουσία, δηλαδή. Άσε που είναι ξενοίκιαστα. Και τώρα πρέπει να σκάω επτά χιλιάρικα ΕΝΦΙΑ το χρόνο. Μέχρι πότε οι καταθέσεις στην τράπεζα; Κι αν πάθω κάτι, η γυναίκα μου πώς θα τα βγάλει πέρα; Ούτε μπορώ να πουλήσω. Ποιος αγοράζει; Που μου ’ρχεται να πάω να τους πετάξω τους τίτλους ιδιοκτησίας -πάρτε τα, χάρισμά σας!»

Απλά μαθήματα πολιτικής και οικονομίας. Ούτε οι «έχοντες και κατέχοντες» ούτε οι ιδιώτες, ελεύθεροι ή επιχειρηματίες, ήτανε τελικά οι κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες σε τούτον τον ευλογημένο τόπο, αλλά η πολιτική τάξη και οι πελάτες της. Τίποτε καινούριο∙ είχε μαλλιάσει η γλώσσα του Ροΐδη από τις πρώτες ήδη δεκαετίες του νεοελληνικού κράτους αυτό ακριβώς να φωνάζει. Και πια γίνεται κατανοητό και στα πιο απομακρυσμένα ελληνικά καφενεία πως τα δημόσια οικονομικά είναι δύο πολύ απλά πράγματα: έξοδα (μισθοί, συντάξεις –η πρόνοια έτσι κι αλλιώς ανέκαθεν υποτυπώδης) και έσοδα (φόροι). Αν θέλεις λιγότερους φόρους, μειώνεις τα έξοδα. Αν επιλέγεις τα υψηλά έξοδα ή και επιχειρείς να τα αυξήσεις, αναπόφευκτα επιδίδεσαι σε φοροεπιδρομές. Μαθηματικά τρίτης δημοτικού.
Σκέφτομαι πως αν η διεθνής συγκυρία παραμείνει σχετικά σταθερή, μας αφήσει να συγκεντρωθούμε λιγάκι απερίσπαστοι στα δικά μας, αυτό το δίλημμα «κράτος ή φόροι» δεν αποκλείεται τελικά να μας ωφελήσει. Είναι εύληπτο, μπορεί να βοηθήσει να ξεπεράσουμε νοοτροπίες και θεσμούς της προνεωτερικότητας (τα κατάλοιπα της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής υπανάπτυξης) που μας ταλαιπωρούνε ακόμα. Είναι σχεδόν αδύνατον να κλείσουν τα επόμενα δύο ή τρία φορολογικά έτη, και να μην υπάρξει -δεν ξέρω πώς ή ποια- αλλά πάντως σφοδρή αντίδραση. Δε γίνεται να δημεύεται η εργασία ή η περιουσία μερίδας του πληθυσμού, προκειμένου να μη θιγούν τα προνόμια μιας γραφειοκρατίας – ισχυρής εκλογικής πελατείας. Δεν πρόκειται για ζήτημα δικαιοσύνης ή ηθικής. Οι πολιτικές δεν αποτυχαίνουν γιατί είναι άδικες ή ανήθικες, αλλά όταν οδηγούν σε δυσλειτουργίες και αδιέξοδα.
Ζωή και υγεία να ’χουμε, θα ζήσουμε το άδοξο τέλος προσώπων και πολιτικών και ιδεολογιών. Να μην αποκλείουμε και απροσδόκητα θετικές ανατροπές. Ένα ακμαίο λαϊκό φιλελεύθερο κίνημα, φέρ’ ειπείν. Απίθανο; Και όμως. Ίσως και νωρίτερα από τους φόρους του 2017. Πριν αβγατίσουν οι φετινές δόσεις κιόλας, κάπου κοντά στο Δεκέμβρη θαρρώ, κι όλο και θα πληθαίνει το ανάθεμα σε φόρους και κράτος.
Οι Έλληνες, πλην ελαχίστων, δεν ήταν ποτέ πραγματικά αριστεροί. Ούτε φιλελεύθεροι, βέβαια. Δεν εμπιστεύονται ούτε πειθαρχούν σε συλλογικούς θεσμούς, αλλά και δεν έχουν συνείδηση του ζωτικού και απαραβίαστου χώρου του ατόμου. Λόγοι ιστορικοί, όχι κανένα χαλασμένο DNA ή η αρλουμπολογική μας… ιδιοπροσωπία, παράγουν έναν εξημμένο, φωνακλάδικο, περίκλειστο και φοβικό ατομικισμό, αντικοινωνικό εγωισμό -σωστότερα. Χαρακτήρας που προσιδιάζει σε ακροδεξιές ή ακροαριστερές συμπεριφορές, σε μαζικές εκρήξεις μίσους ή φθόνου, που κάθε άλλο παρά μας λείψανε τα τελευταία χρόνια. Ας ελπίσουμε πως στο επόμενο διάστημα το αίτημα για την ορθολογική διαχείριση των δημόσιων οικονομικών θα διατυπωθεί με περισσότερη σύνεση και ωριμότητα. Ότι η βέβαιη οργή και το αδιέξοδο θα εκφραστούν με την ποιότητα και τη δυναμική του Μένουμε Ευρώπη –συγγενή και συγκοινωνούντα άλλωστε πράγματα. Χρειάζεται πολιτικός συντονισμός μόνο, και ακόμα καλύτερα, ηγεσία με στρατηγικό και οραματικό σχεδιασμό.