Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

«Δασκαλάκο μου, πού είναι το άλογο;»



(Απόσπασμα από το Σατυρικόν του Πετρώνιου. Ο Γείτονας, ο ερωμένος του Εγκόλπιου, θα τον εγκαταλείψει πρόσκαιρα για τον Άσκυλτο. Απελπισμένος ο εραστής καταλήγει σε πινακοθήκη, κι εκεί παρόλο που απορροφημένος από τη ζωγραφική αλλά και τον καημό του, θα συναντήσει και θα ακούσει τον ποιητή Εύμολπο να του εξομολογείται μια παλιά του ερωτική, και παρηγορητική για τον ακροατή της, ιστορία.)

(Εύμολπος) «Όταν, υπηρετώντας στο στρατό, βρέθηκα στην Ασία, στην ακολουθία του ταμία, φιλοξενήθηκα κάποτε σ’ ένα σπίτι της Περγάμου. Έμενα εκεί με πολλή χαρά όχι μόνο για τις βολές που είχε το σπιτάκι, αλλά και για τον ωραιότατο γιο του νοικοκύρη. Κάθισα λοιπόν να σκεφτώ με ποιον τρόπο θα ’διωχνα από τον άνθρωπο την υποψία πως αγάπαγα το παιδί του. Κάθε φορά που γινόταν στο τραπέζι, κατά τη συνήθεια, λόγος για τα όμορφα τ’ αγόρια, εγώ άναβα αγριεμένος, κάνοντας, τάχα σοβαρός, πως δεν ήθελα να μου πληγώνουνε τ’ αυτιά τέτοιες λάγνες κουβέντες, έτσι που, προπάντων η μάνα του παιδιού, με έβλεπε σαν έναν από τους φιλοσοφημένους ανθρώπους. Σιγά σιγά άρχισα να πηγαίνω το αγόρι στο γυμναστήριο, να κανονίζω τα μαθήματά του, να τόνε διδάσκω και να τόνε καθοδηγώ εγώ σε όλα, για να μην μπει στο σπίτι κανένας διαφθορέας του σώματός του.
Μιαν ημέρα ήμαστε τυχαία ξαπλωμένοι στην τραπεζαρία, γιατί ήτανε γιορτή και δεν είχαμε πάει στο σχολειό και από την άλλη μεριά η διασκέδαση, που είχε βαστάξει περισσότερο από το συνηθισμένο, μας έκανε να βαριόμαστε, οι δυο μας, ν’ αποσυρθούμε στα δωμάτιά μας. Ήταν λοιπόν μεσάνυχτα και το νέο δεν τον είχε πάρει ακόμα ο ύπνος. Άρχισα, δειλά μουρμουρίζοντας, να κάνω την προσευχή μου: «Αρχόντισσα, έλεγα, Αφροδίτη, αν μπορέσω να φιλήσω τούτο το αγόρι χωρίς να με καταλάβει, αύριο θα του κάμω δώρο ένα ζευγάρι περιστέρια.» Ο νεαρός, μόλις άκουσε τι έταζε η επιθυμία μου, άρχισε να ροχαλίζει… Πλησίασα και τον γέμισα φιλιά, ενώ εκείνος υποκρινόταν τον κοιμισμένο. Αρκέστηκα εκείνη τη φορά σε τούτη την αρχή και το πρωί σηκώθηκα και του πήγα ένα διαλεχτό ζευγάρι περιστέρια, που τα περίμενε κιόλας –και ξεπλήρωσα το τάξιμό μου.
Την άλλη νύχτα, καθώς βρήκα την ίδια ευκολία, άλλαξα την ευχή μου και είπα: «Αν μπορέσω να τον αγγίξω με το έκλυτό μου χέρι χωρίς να με νιώσει, θα του χαρίσω, για την καλοσύνη του, δυο ωραιότατους κοκόρους για κοκορομαχία.» Μόλις άκουσε ο έφηβος τούτα τα λόγια, μετακινήθηκε προς τα μένα περισσότερο γιατί, υποθέτω, θα φοβήθηκε κιόλας μη με πάρει στο μεταξύ ο ύπνος. Βρήκα τον τρόπο να τον κάμω να ησυχάσει και απόλαυσα το σώμα ολάκαιρο –αν εξαιρέσει κανείς την ηδονή την υπερτάτη. Κι όταν έγινε μέρα, του πήγα –ήταν γεμάτος χαρά- ό,τι του είχα τάξει.
Και η τρίτη νύχτα έδωσε όμοιαν ευκαιρία. Σηκώθηκα κι είπα την προσευχή μου στο αυτί του κοντά, καθώς εκείνος έπαιζε άσχημα τον κοιμισμένο: «Αθάνατοι θεοί, αν εγώ μπορέσω, ενόσω αυτός κοιμάται, να κάμω ολάκαιρη τη δουλειά κατά πώς το ποθεί η ψυχή μου, για τούτη την ευτυχία θα χαρίσω αύριο στο αγόρι μου ένα πανώριο μακεδονίτικο άλογο –αλλά με τούτο τον όρο: να μην καταλάβει ο ίδιος τίποτα.» Ποτέ άλλοτε δεν κοιμήθηκε το παιδί με ύπνο πιο βαθύ. Το λοιπόν γέμισα στην αρχή τα χέρια μου με της καθαρής σαρκός του το γάλα, ύστερα κόλλησα στο στόμα του, και τέλος ένωσα όλους τους πόθους μου σε μια μοναδική στιγμή.
Το πρωί καθόταν στο δωμάτιό του και περίμενε να κάμω αυτό που είχε γίνει πια συνήθεια. Ξέρεις πόσο ευκολότερο είναι να αγοράσει κανείς περιστέρια και κοκόρια, παρά ένα άλογο. Εκτός από αυτό φοβόμουν, ακόμα, μήπως ένα τόσο μεγάλο δώρο κάνει ύποπτη τη γενναιοδωρία μου. Γι’ αυτό αφού βολτάρισα κάμποσες ώρες, γύρισα στο σπίτι, όπου δεν έκαμα τίποτ’ άλλο από το να φιλήσω το νεαρό. Όμως εκείνος κοίταξε γύρω του καλά καλά, ύστερα με αγκάλιασε στο λαιμό και μου είπε: «Δασκαλάκο μου, πού είναι το άλογο;»
Ετούτη η παρασπονδία μού έφραξε το δρόμο που είχα ανοίξει. Ωστόσο βρήκα ξανά την είσοδο. Γιατί, αφού περάσανε λίγες μέρες, μία όμοια συγκυρία μάς ξανάδωσε την ίδια δυνατότητα και, μόλις άκουσα τον πατέρα να ροχαλίζει, άρχισα να παρακαλάω τον έφηβο να ξαναγίνει μαζί μου καλός, να αφήσει τον εαυτό του να δοκιμάσει τη μεγάλη ηδονή και άλλα τέτοια, που υπαγορεύει η λάγνα ορμή. Αλλά εκείνος, οργισμένος υπερβολικά, δεν έλεγε τίποτ’ άλλο παρά μονάχα αυτό: «Κοιμήσου, γιατί αλλιώς θα το ειπώ στον πατέρα.» Όμως καμιά άρνηση δεν είναι τόσο επίμονη, που να μην μπορεί ο μεγάλος πόθος να την παραμερίσει. Όσο εκείνος μού έλεγε: «Θα ξυπνήσω τον πατέρα», εγώ σουρνόμουν κάτω από τα σκεπάσματα, ώσπου πήρα τη χαρά που τάχα μου αρνιόταν, άσχημα παριστάνοντας τον που δε θέλει. Όχι χωρίς να είναι ευχαριστημένος από το πρόστυχο φέρσιμό μου, παραπονέθηκε, ωστόσο, για ένα διάστημα πως τον γέλασα και πως οι συμμαθητές του θα τον περιπαίζουν, γιατί τους είχε παινευτεί για τα ωραία μου δώρα, ώσπου στο τέλος μού είπε: «Θα δεις όμως ότι εγώ δε σου μοιάζω: αν θέλεις μπορείς να επαναλάβεις.» Κι εγώ, βάζοντας στην άκρη κάθε ντροπή, ξανάρχισα την αγάπη με το νεαρό. Έχοντας απολαύσει το αποτέλεσμα της ευγένειάς του, έπεσα πια στον ύπνο. Αλλά εκείνος δεν έμεινε ικανοποιημένος με μια απλή επανάληψη, καθώς βρισκόταν στην πλήρη άνθηση και στα χρόνια εκείνα, όπου η πύρα ν’ αγαπηθούν οι νέοι φουντώνει. Γι’ αυτό με ξύπνησε, παραδομένον πια στον ύπνο, λέγοντάς μου: «Τι κάνεις λοιπόν;» Ακόμα η προσφορά του δε μου ήταν ολότελα βάρος. Με στεναγμούς και ιδρώτα πήρε ό,τι για τρίτη φορά είχε θελήσει, κι εγώ βυθίστηκα ξανά στον ύπνο αποκαμωμένος από την ηδονή. Λίγη όμως πέρασε ώρα, κι άρχισε να με τσιμπάει και να λέει: «Έτσι θα μένομε τώρα;» Τότες εγώ, που με είχε τόσες φορές ξυπνήσει, άναψα από την οργή μου και του επέστρεψα τα λόγια του: «Κοιμήσου, γιατί θα το πω του πατέρα!».»

(Πάνω: Από την ταινία Σατυρικόν (1969) του Φεντερίκο Φελίνι (20 Ιανουαρίου 1920-31 Οκτωβρίου 1993). Εγκόλπιος και Γείτων.
Κάτω: Εραστής και νεαρός ερωμένος. Ερυθρόμορφη κύλικα, περίπου 480 π.Χ..)

[Πετρώνιου Σατυρικόν, μετάφραση Κ. Μιχαήλ, εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1970, σελ. 198, το απόσπασμα, 85-87, στις σελ. 102-105]