Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

«Και νεκρός τόσο ευχαριστημένος, όπως και ζωντανός.»



(Απόσπασμα από το «Σατυρικόν» του Πετρώνιου. Εδώ, λίγο προτού οι πρωταγωνιστές Εγκόλπιος και Γείτων με την παρέα τους πάρουν δρόμο απ’ το δείπνο του Τριμαλχίωνα, του άλλοτε δούλου από την Ασία που καζάντισε και πια είναι εκατομμυριούχος, κάτοικος μιας επαρχιακής πόλης στη Νότια Ιταλία, άξεστος και αγροίκος βέβαια. Αφηγητής, όπως σ’ όλο το έργο, ο Εγκόλπιος.)

«(μιλάει ο Τριμαλχίωνας) Δώστε βάση: άμα έχεις ένα ασσάριο, τόσο αξίζεις∙ ό,τι έχεις, αυτό είσαι. Έτσι κι ο φίλος σας, που ήταν άλλοτε βάτραχος, τώρα έγινε βασιλιάς. Στο μεταξύ φέρε μας, Στίχε, τα νεκρόσκουτά* μου. Φέρε τα αρώματα και λίγο από εκείνο τον αμφορέα, όπου έχω αφήσει παραγγελιά να πλύνουν τα κόκαλά μου.»
Ο Στίχος δεν άργησε να φέρει στην τραπεζαρία ένα λευκό στρωσίδι κι ένα ρούχο περιπόρφυρο. Ο Τριμαλχίωνας μας είπε να τα πιάσουμε, να δούμε αν είναι από καλό μαλλί. Χαμογελώντας είπε: «Κοίτα, Στίχε, να μην τα φάνε τα ποντίκια και ο σκόρος∙ γιατί θα σε κάψω ζωντανό. Θέλω η κηδεία μου να γίνει μέσα στη δόξα, ο λαός όλος να μ’ ευλογάει.»
Αμέσως ύστερα άνοιξε μια φιάλη με νάρδο, μας άλειψε όλους και είπε: «Έχω την ελπίδα πως και νεκρός θα είμαι τόσο ευχαριστημένος, όπως και ζωντανός.»
Είπε να βάλουμε κι άλλο κρασί στη μεγάλη νταμουζάνα. «Ας πείτε, μας έλεγε, πως είσαστε καλεσμένοι στη μακαριά μου.»
Το πράγμα πήγαινε να γίνει μεγάλη αηδία. Ο Τριμαλχίωνας, βαρύς απ’ το αισχρό του το μεθύσι, πρόσταξε να μπει ένα καινούριο ακρόαμα στην τραπεζαρία, οι βουκινιστές, και ως ήταν πλαγιασμένος πάνω σε ένα πλήθος μαξιλάρια, τεντώθηκε στο κρεβάτι και είπε: «Βάλτε με το νου σας ότι πέθανα. Παίχτε μου κάτι όμορφο για την περίσταση.»
Οι οργανοπαίχτες παίξανε κάτι πένθιμο. Ένας προπάντων δούλος, του εργολάβου των κηδειών, ο πιο τιμημένος ανάμεσα στην παρέα, φύσηξε τόσο δυνατά στο βούκινό του, που ξύπνησε όλη τη γειτονιά. Τότε οι νυχτοφύλακες, που έκαναν την περιπολία τους εκεί γύρω, βάζοντας με το νου τους πως έπιασε φωτιά το σπίτι του Τριμαλχίωνα, έσπασαν μεμιάς την πόρτα και μπήκαν μέσα με νερό και τσεκούρια κάνοντας διαβολεμένο σαματά, με το δικαίωμα που τους έδιναν τα καθήκοντά τους.
(*νεκρικά ρούχα)

(Η εικόνα από την ταινία Σατυρικόν (1969) του Φεντερίκο Φελίνι (20 Ιανουαρίου 1920-31 Οκτωβρίου 1993).)

[Πετρώνιου Σατυρικόν, μετάφραση Κ. Μιχαήλ, εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1970, σελ. 198, το απόσπασμα (77-78), στις σελ. 93-94]