Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Λουκιανού: Νεκρικοὶ Διάλογοι.

Το πιο γνωστό από τα διαλογικά κι ίσως από το σύνολο των έργων του, οι Νεκρικοὶ Διάλογοι, είναι ίσως και το πιο αντιπροσωπευτικό του Λουκιανού. Η κυνική λαϊκή φιλοσοφία, που εκφέρεται από τον Μένιππο, τον Διογένη και άλλους κυνικούς – πρόσωπα των διαλόγων, η σκωπτική σατιρική διάθεση, η γερή ιστορική και φιλολογική κατάρτισή του, και όπως πάντοτε το ισορροπημένο αττικό ύφος του.
Οι Νεκρικοὶ είναι τριάντα διάλογοι που διαδραματίζονται στον κόσμο του Άδη: ο βαρκάρης που απαιτεί να απαλλαγούν οι επιβάτες του από τα περιττά φορτία, πλούτο εξουσίες δόξα ομορφιά, οι σκιές στις ζοφώδεις γαλαρίες, το κουβεντολόι των κρανίων. Ο Πλούτωνας, ο Χάροντας, ο Μίνωας, ο Ερμής, οι κυνικοί φιλόσοφοι, αλλά και πολλοί διάσημοι -άλλοτε ιστορικά, άλλοτε του μύθου πρόσωπα, κυρίως ομηρικοί ήρωες-, και που άλλη κουβέντα δεν έχουν από τη ματαιότητα των γήινων αγαθών. Ο Άδης γίνεται ο τόπος της οριστικής ισότητας, αλλά και το ύστατο μέτρο της ανθρώπινης εμπειρίας. Όμως και εντούτοις, πάλι κατά τον Λουκιανό, απομένει μία εσχάτη αξία: η καλή φήμη που άνθρωποι μετρημένοι και ολιγαρκείς, όπως οι αληθινοί κυνικοί φιλόσοφοι, αφήνουν πίσω τους, στον κόσμο των ζωντανών.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Γραφές και περιγραφές του ερωτικού σώματος / κριτική / Ο θάνατος του μισθοφόρου.

Γραφές και περιγραφές του ερωτικού σώματος

E-mail Εκτύπωση
altΓια το μυθιστόρημα του Αντώνη Νικολή Ο θάνατος του μισθοφόρου (εκδ. Το Ροδακιό).
Του Δημήτρη Χριστόπουλου
Στο προηγούμενο βιβλίο του, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (εκδ. Το Ροδακιό) ο Αντώνης Νικολής –καλύτερα, ο ήρωας και αφηγητής Μιχάλης– διαπιστώνει: «Υπάρχει κάτι στην Εγγύς Ανατολή, σκέφτομαι καμιά φορά, δεν αποκλείεται η κούραση από τις χιλιετίες της κατοίκησης στα ίδια μέρη, τόποι και πόλεις οι ίδιες, άλλοτε σε ακμή, άλλοτε σε μαρασμό, υπάρχει κάτι εδωπέρα που βαριέται αφόρητα το περιττό, που χαρίζει υψηλή αισθητική αξία σ’ ό,τι εξοικονομεί το ελάχιστο αναγκαίο. Φέρε αυτό που φτιάχνεις, να γίνει τόσο όσο ακριβώς το χρειάζεσαι. Μικρό ή μεγάλο όσο η χρεία του. Τότε θα είναι και αδιαφιλονίκητα όμορφο» (σελ. 34). Έχοντας αποκομίσει εξαιρετικά επαινετικές κριτικές για τα δύο πρώτα βιβλία αυτής της «τριλογίας», επανέρχεται έπειτα από δύο ακριβώς χρόνια, με ένα καινούργιο μυθιστόρημα, ουσιαστικά προέκταση του προηγούμενου, λες και έπρεπε να βρει ο ίδιος την κάθαρση για λογαριασμό των ηρώων του.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

Λουκιανός, ο Σύρος αττικιστής.


Πρωτοήρθα σε επαφή με κείμενα του Λουκιανού μαθητής βέβαια, περισσότερο στη σχολή, αργότερα αγαπούσα να τον διδάσκω, πριν από μερικά χρόνια με πολλή απόλαυση διάβασα ως και την τελευταία γραμμή των απάντων του. Εντρυφώντας στη γραμματεία της Δεύτερης Σοφιστικής δε γίνεται να μην κάνω και πάλι μια μεγάλη στάση στο έργο του. Στον Λουκιανό αντανακλώνται κατά τρόπο συχνά απλοϊκό, όμως με χάρη, πολλές από τις αξίες της κλασικής λογοτεχνίας, αποτελεί άλλωστε ένα θαυμάσιο πάτημα όταν κατευθυνόμαστε πίσω προς τους κλασικούς, ένα σταθμό σε πλησιέστερη σ' εμάς εποχή. Επίσης –κι αυτό κι αν είναι θαυμαστό- δεν είναι μόνο ο Σύρος αττικιστής, αλλά κι ο τελευταίος που διακόνησε γόνιμα δημιουργικά και παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση την ενδοξότερη συγχρονία της ελληνικής γλώσσας, την κλασική αττική διάλεκτο.
Υπάρχουν δύο συγγραφείς της ελληνικής γλώσσας -δεν ξέρω να πω αν και λογοτέχνες- που εκτιμώ για τη δουλειά τους στη γλώσσα ή για το βλέμμα προς τους σύγχρονούς τους, διαφορετικοί οπωσδήποτε, συγγραφείς που άλλωστε αγαπώ πολύ, ο Λουκιανός αρχαιότερος, και νεότερος ο Εμμανουήλ Ροΐδης (28/6/1836-7/1/1904). Αλλά τον Λουκιανό τον συνδέω συνειρμικά και μ’ έναν άλλον πολυαγαπημένο, κι αυτόν εξόριστο από τη μητρική του, και που εξόχως ευδοκίμησε σε ανάδοχη γλώσσα (ετούτος στην αγγλική), τον Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ (22/4/1899-2/7/1977).
Ο Λουκιανός, σοφιστής και συγγραφέας: οι κύριες ιδιότητές του, γεννήθηκε περί το 120 μ.Χ. στα Σαμόσατα, την πρωτεύουσα της Κομμαγηνής, στον πάνω Ευφράτη της Συρίας. Ονόμαζε τον εαυτό του Σύρο (γράφω δὲ Ἀσσύριος ἐὼν/ και γράφω όντας Σύρος, αν δεχτούμε ως γνήσιο έργο το «Περὶ τῆς Συρίης θεοῦ», παρ. 1), αλλά και στο διάλογο «Δὶς κατηγορούμενος» (παρ. 27), όπου βάζει την προσωποποιημένη Ρητορική να τον μέμφεται πως την πρόδωσε παρόλο που εκείνη τον μάζεψε και τον περιέθαλψε όταν περιπλανιόταν στην Ιωνία «μειράκιον ὄντα, βάρβαρον ἔτι τὴν φωνὴν καὶ μονονουχὶ κάνδυν ἐνδεδυκότα εἰς τὸν Ἀσσύριον τρόπον», τότε που όχι μόνο μιλούσε τη συριακή γλώσσα αλλά ήτανε ντυμένος και ως Σύρος.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Το δελτίο τύπου.



ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΥ


Φωτογραφία στο εξώφυλλο: ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΝΤΖΑΚΟΣ
Σχήμα 15 Χ 23,  σελ 295,  τιμή: 16 €
Εκδόσεις Το Ροδακιό, Σεπτέμβριος 2016 – μυθιστόρημα – ISBN  978–960–8372–97–9

Μια έντονη και ασυνήθιστη εσωτερική περιπέτεια μέσα στις πιο αναμενόμενες ανθρώπινες και κοινωνικές συνθήκες. Αναζητώντας τη λέξη που καιριότερα θα περιγράψει το καινούριο μυθιστόρημα του Αντώνη Νικολή ο νους σταματά στη λέξη περιπέτεια. Και πράγματι η κλίμαξ ανόδου και καθόδου που έστησε ο συγγραφέας για τον ήρωά του καλύπτει και τις πέντε ερμηνείες της λέξης στο Βικιλεξικό: 1. η τροπή των καταστάσεων που δεν αναμένεται και προκαλεί έντονα συναισθήματα, 2. μια σειρά από γεγονότα με απρόοπτα που προκαλούν αγωνία, 3. η αιφνίδια μεταβολή του ήρωα από την ευτυχία στη δυστυχία, από την ελπίδα στην απόγνωση κ.λπ. και το αντίστροφο, 4. γεγονότα με δράση, αγωνία, ένταση κ.λπ., 5. σύντομη κι επιφανειακή ερωτική σχέση.
Το μικροσκόπιο του πάθους φτάνει στα πιο κρυφά μονοπάτια της ψυχής του ήρωα, συγγραφικοί προβολείς σαρώνουν τον τόπο της δράσης ενώ ο χρόνος διχοτομείται ανάμεσα στο παιχνίδι και το δράμα. Για το ύφος και τη γλώσσα του συγγραφέα έχει εκφραστεί το σινάφι:
«Μέσα στο σύνθετο αυτό θεματικό τοπίο προβάλλεται με εντυπωσιακό τρόπο η ευρηματική, δημιουργική αξιοποίηση της γλώσσας ως διαύλου όχι μόνον πληροφοριών αλλά κυρίως συναισθημάτων με την αμεσότητα του προφορικού λόγου και με χαρακτηριστικά υφολογικά στοιχεία τη μεταφορά ή την αφοριστική διατύπωση.» (Άλκηστις Σουλογιάννη, Bookpress, 26/3/2016)
«Άλλωστε, ένα από τα χαρακτηριστικά του Αντώνη Νικολή είναι αυτή ακριβώς η εμμονή με τη γλώσσα, που ποτίζει την αναγνωστική εμπειρία και την οδηγεί ως το τέλος.» (Νίκος Βατόπουλος, Καθημερινή, 22/11/2014)
 «Έχει ατίμητη προίκα την απαράμιλλη γλώσσα, απ’ το ιδίωμα του τόπου της μέχρι τις σπάνιες λέξεις από όλη την ελληνική, με την κοινή λέξη σωστή κι όχι χυδαία και τη λόγια λέξη εύστοχη και όχι επιδεικτική.» (Μάγδα Τσιρογιάννη, Διάστιχο, 1/12/2012)
«Το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό στη γραφή του Αντώνη Νικολή - πέρα από τη γνωστή δεινότητά του - είναι ο αντιδραματικός τόνος του που δεν έχει καμία σχέση με την αποστασιοποίηση. Ο Νικολής μπαίνει ολόσωμος στο δράμα χωρίς ούτε μια στιγμή να ζητάει τη συνδρομή της δραματικής γλώσσας.» (Ρούλα Γεωργακοπούλου, Τα Νέα, 3/6/2012)

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Με τη Σπυριδούλα Αποστολού.


Η Σπυριδούλα αγαπάει πολύ τη Διονυσία. Δε θυμάμαι πότε γνωριστήκαμε –στο facebook-, έκτοτε με νοιάζεται.
Η Σπυριδούλα Αποστολού, φιλαναγνώστρια σπάνιας ιδιοσυγκρασίας, μπορεί να συζητάει στο ίμποξ για λογοτεχνία, με διεισδυτικότητα που θα ζήλευαν πανεπιστημιακοί φιλόλογοι, και ήσυχα να διακόπτει τη συζήτηση γιατί έχει να καθαρίσει χόρτα. Καμία επιτήδευση, καμία – μα καμία ιδιοτέλεια. Φιλαναγνώστρια ακραιφνής.
Αν τύχει και δε δώσω σημεία για μέρες, ψάχνει μήπως έπαθα τίποτε. Αξιοπρεπής, διακριτική. Και υπερήφανη. 
Πολύ λίγοι με στήριξαν ως συγγραφέα με την ποιότητα που το κάνει η Σπυριδούλα. Με στενοχωρεί μόνο που συνεχίζει να μου απευθύνεται στον πληθυντικό, παρόλο που βέβαια έχει δίκιο. Ήμουνα παιδί, κι ο Σαχτούρης μού μίλαγε στον πληθυντικό: «Στον πληθυντικό, πάντοτε. Τον πληθυντικό μού τον επέβαλε ο Εγγονόπουλος. Επέμενε να μιλάμε ο ένας στον άλλον στον πληθυντικό».

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Ο θάνατος του μισθοφόρου / το ελάχιστο δείγμα.




Πότε – πότε αισθανόταν τον εαυτό του σαν το περίβλημα ενός πιο πραγματικού κόσμου, εσωτερικού, τον οποίο ο ίδιος επόπτευε από ψηλά, από το θόλο του, αλλά και όσα περιέβαλλαν αυτό τον κόσμο (όσα βρίσκονταν έξω από το σώμα του) του φαίνονταν γκρίζα και θολά και, όπως τα προσπέρναγε γύρω του αδιάφορα, στο τέλος και επουσιώδη.



Άλλα αποσπάσματα, ήδη δημοσιευμένα, (δύο στις Στάχτες και ένα στην Κλεψύδρα): 1, 2, 3.

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Να τος ο Μισθοφόρος.






Στον πάγκο του Φωταγωγού. Έφθασε μόλις απ' το τυπογραφείο.
Θα τον κρατήσω στα χέρια μου αύριο αργά το απόγευμα.

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Στράτωνος Μοῦσα Παιδικὴ σε μετάφραση Γιώργου Ιωάννου.

Ο συνειρμός από τις Επιστολές του Φιλόστρατου με οδήγησε ακόμα μια φορά στη Μούσα (σε μετάφραση) του Γιώργου Ιωάννου. Η Μούσα Παιδική αποτελεί το δωδέκατο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας. Την Παλατινή απαρτίζουν συνολικά περί τα 3700 ποιήματα (από τον 7ο π.Χ αι. έως τον 6ο μ.Χ.) που κατάρτισε στις αρχές του δέκατου αιώνα επί Λέοντος Σοφού στην Κωνσταντινούπολη ο πρωθιερέας των ανακτόρων Κωνσταντίνος Κεφαλάς, και μοναδικό αντίγραφο της οποίας βρέθηκε το 1606 στην Παλατινή Βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης. Από τους 26 ποιητές που ανθολογούνται στη Μούσα, και από τα εν συνόλω 258 ποιήματα, κυρίως λογοτεχνικά επιγράμματα, τα 94, τα περισσότερα απ' όποιον άλλον της συλλογής, ανήκουν στον Στράτωνα τον εκ Σάρδεων, ποιητή του 2ου αι. μ.Χ., της εποχής της Δεύτερης Σοφιστικής.
Σταχυολογώ από την εισαγωγή του Γιώργου Ιωάννου (Εκδόσεις Κέδρος 1979) αυτούσια: «Κατά μία άποψη ολόκληρο το δωδέκατο βιβλίο αποτελεί τμήμα ανθολογίας, που είχε καταρτίσει ο Στράτων, και ο Κεφαλάς το περιέλαβε μέσα στη γενικότερη, θεματικής δομής, ανθολογία του.» (σελ. 11) «Πέρα όμως από τη θεματογραφία τους, που ποιητικά δεν βαραίνει, πολλά από τα κείμενα της Μούσας αποτελούν ποιητικά αριστουργήματα εκφραστικής λεπτότητας, ανθρώπινης τρυφεράδας, αλλά και συχνά και τραγικού σπαραγμού. Η σκληράδα της ζωής στις διάφορες περιπτώσεις και φάσεις της, καθώς και το ερωτικό αδιέξοδο, δίνεται με χίλιους τρόπους, πράγμα που τους χαρίζει γενικότερο πνευματικό και ανθρώπινο ενδιαφέρον, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την ποίηση του Κ. Π. Καβάφη.» (σελ. 12)    

Ορισμένα από τα ποιήματα του Στράτωνα (με την ορθογραφία και τη στίξη της έκδοσης –άλλαξα μόνο το πολυτονικό σε μονοτονικό):

(178.)
Είχα κορώσει με τον Θεύδι, σαν έλαμπε ανάμεσα στ’
αγόρια,
όπως ο ήλιος που ανατέλλει μέσα στ’ άστρα.
Γι’ αυτά τα ίδια φλέγομαι και τώρα,
αν και νυχτώνει το κορμί του από το χνούδι.
Μα ο Θεύδις και στη δύση του, ήλιος ακόμα είναι.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Φιλόστρατος: Ἐπιστολαί.



Πρόκειται για corpus 73 επιστολών, στην πλειονότητά τους ερωτικών, κατά το συνήθειο των σοφιστών να απευθύνουν κείμενα σε επιστολικό ύφος ερωτικού χαρακτήρα σε υπαρκτούς ή και φανταστικούς αποδέκτες. Ο Φιλόστρατος (προηγούμενες αναρτήσεις 1, 2) απευθύνει τις επιστολές του τόσο προς άντρες (εφήβους ερωμένους) όσο και προς γυναίκες. Στις πρώτες, που θυμίζουν την κομψή ειρωνεία του Στράτωνα (Στράτωνος Μοῦσα Παιδική), συνήθως προσπαθεί να κάμψει τους δισταγμούς του ποθούμενου καλοῦ μειρακίου / όμορφου αγοριού, προειδοποιώντας τον πόσο γρήγορα θα τον αφήσει η τρυφερή του νιότη, θα βγάλει γένια δηλαδή, και μαζί θα τον εγκαταλείψουν και οι εραστές, και στις δεύτερες, ομολογώντας την άλωσή του από τον ερωτικό πόθο προς τα γυναικεία θέλγητρα. 
Τα συχνότερα μοτίβα του είναι τα ρόδα (το άρωμα, τα πέταλα, τα σέπαλα, τ’ αγκάθια∙ η συναγωνιστική σχέση της ομορφιάς τους με του ποθούμενου προσώπου), επίσης η σχέση όρασης – ματιών και έρωτα: η ψυχή είναι μία ακρόπολη, η πύλη της είναι τα μάτια, μέσ’ απ’ τα μάτια εισβάλλει ή και τρυπώνει λάθρα ο πολιορκητής, και πια ο ερωτευμένος θρηνεί την απώλεια της ελευθερίας του. Και ένα ακόμα, και μάλιστα με εμμονή, σχεδόν στα όρια του φετίχ, τα ξυπόλυτα (αδιακρίτως φύλου) πόδια.
Προσεγμένη αττικίζουσα γλώσσα και ύφος (Δεύτερη Σοφιστική).

Μερικά παραδείγματα:

(ιγ’ / προς άντρα) (…) Έρπουν τα πρώτα γενάκια στους κροτάφους σου, στα μάγουλά σου φύτρωσε πια χνούδι, ολόκληρο το πρόσωπό σου ετοιμάζεται να παραδοθεί στις τρίχες. Προτού, λοιπόν, φύγει από πάνω σου ολότελα η άνοιξη, πριν έρθει και σταθεί ο χειμώνας, παραδώσου -στο όνομα του Έρωτα- σε τούτα δω τα γένια μου, στα οποία θα πρέπει εγώ αύριο να δίνω όρκους.

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

Αναζήτηση ατομικότητας στην πόλη.

Αναζήτηση ατομικότητας στην πόλη

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ











[Καθημερινή, 24-9-2016 / Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νίκος Βατόπουλος αναφέρεται στη Διονυσία: 1, 2. Οι υπογραμμίσεις δικές μου.]
Οι ιστορίες του άστεως αναδύονται, με πολλαπλές προσεγγίσεις, στη λογοτεχνία μετά το 2010.

To 1978, o Mένης Κουμανταρέας είχε ανανεώσει την ανατομία του άστεως με την «Κυρία Κούλα». Ο ηλεκτρικός ήταν η κινούμενη σκηνή που απομάκρυνε την Αθήνα από την ηθογραφία και μας έδινε ήρωες γεμάτους ρωγμές. Την ίδια εποχή (1977), η ξεχασμένη νουβέλα «Μετακόμιση» (εκδ. Κέδρος) του Τριαντάφυλλου Πίττα όριζε νέο πλαίσιο για την αναδιάταξη της οικογένειας και των σχέσεων, λίγα χρόνια πριν την εμφάνιση της περίφημης γενιάς του ’80 που ανανέωσε τη γλώσσα. Οι νέες προσεγγίσεις πάνω στην αστική ζωή μέσα από τη λογοτεχνία δίνουν διαρκώς νέα έργα από τη μεταπολίτευση και μετά, αλλά αυτό που συμβαίνει μετά το 2010 έχει ιδιαίτερη ένταση.
Δεν προκαλεί, φυσικά, εντύπωση ότι η αλλαγή της αστικής καθημερινότητας τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει κύμα νέας γραφής, με διαβαθμίσεις και αποχρώσεις ποιότητας, φόρμας, αυτοαναφορικότητας, εμμονών και ευρυχωρίας, αλλά το σύνολο, σχεδόν, της παραγωγής έχει μετακινήσει την Αθήνα σε ένα οξύμωρο και γκροτέσκο τοπίο. Οπως και να το δει κανείς, νέοι ανθρωπότυποι αναδύoνται και η ανατομία στη μοναξιά προτείνει παράλληλα και αναθεωρημένες εκδοχές της αποξένωσης. Μία λογοτεχνική πόλη σιωπής, κραδασμών, οργής, ματαίωσης αλλά και ανάταξης, σταδιακά γεννιέται.
Συγγραφείς από τη νέα και τις παλαιότερες γενιές τροφοδοτούν τη νέα λογοτεχνική Αθήνα. Μου είχε κάνει εντύπωση η νουβέλα του Γιάννη Τσίρμπα «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» (εκδ. Νεφέλη, 2013), στην οποία με έναν αρκετά σκοτεινό και συμβολικό τρόπο όριζε τη νέα ανθρωπογεωγραφία. Ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης είχε δώσει με το μυθιστόρημα «Η πόλη και η σιωπή» (εκδ. Καστανιώτη, 2013) μία ακτινογραφία της καθημερινότητας στην προθήκη ενός πλήρους διαγράμματος ηθικών διλημμάτων. Ο Αντώνης Νικολής με τη «Διονυσία» (εκδ. Ροδακιό, 2013) είχε οργανώσει με σάρκα και αίμα έναν ισχυρό γυναικείο ανθρωπότυπο από τη μικρή κοινωνία στην ανωνυμία της Αθήνας. Περιπτώσεις όπως της Μαρίας Μήτσορα ή του Σωτήρη Δημητρίου, με σκέψη πάνω στο νέο άστυ επί πολλά χρόνια, συνέβαλαν και αυτές στο νέο ρεύμα. Από τα πιο πρόσφατα, αξιομνημόνευτο το διήγημα «Νυχτερινό Ρεύμα» από την ομώνυμη συλλογή του Κώστα Κατσουλάρη (εκδ. Πόλις, 2015) αλλά και οι υπερτοπικοί, εν μέρει, αμφίσημοι και απρόβλεπτοι χαρακτήρες του Νικόλα Σεβαστάκη («Αντρας που πέφτει», εκδ. Πόλις, 2015). Η Ερση Σεϊρλή με το «Ρέκβιεμ: η τριλογία της Αθήνας» διεισδύει σταδιακά στην πόλη του νέου αιώνα και εν τέλει την κυκλώνει (εκδ. Απόπειρα, 2016). Ο Αλέξης Πανσέληνος με την «Κρυφή Πόρτα» (εκδ. Μεταίχμιο, 2016) εστιάζει στη μικρογεωγραφία του αστικού διαμερίσματος και αρχιτεκτονεί σχέσεις με βάση την κάτοψη της αθηναϊκής ζωής. Με τη νέα του συλλογή, «Πλατεία Μεσολογγίου» (εκδ. Ολκός, 2016), ο Βαγγέλης Προβιάς προχωράει σε μία θεώρηση ανθρώπινων τύπων, μέσα και έξω από το άστυ, με την Πλατεία Μεσολογγίου ως συμβολική λίμνη αστικής ζωής.
Αναβλύζει η ανάγκη ορισμού μιας νέας ατομικής συνθήκης σε μία κόψη ιστορικού χρόνου.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Φιλόστρατος: Γυμναστικός.



Ο Γυμναστικός (λόγος), πραγματεία για τον αθλητισμό, σωστότερα την προετοιμασία, την προπόνηση των αθλητών, αποδίδεται με κάποια επιφύλαξη στον Φιλόστρατο και το πιθανότερο ανήκει στα έργα του που αποσκοπούσαν στη διδασκαλία των μαθητών της σοφιστικής σχετικά με τη διαπραγμάτευση ενός (κατά το υπόδειγμα) θέματος. Εδώ το θέμα είναι ο γυμναστής, ο προπονητής όπως λέμε σήμερα, που οφείλει να είναι κάτοχος σοφής τέχνης –η λέξη στους αρχαίους με την έννοια της επιστημονικής και καλής εμπειρικής γνώσης- της γυμναστικής τέχνης, που δανείζεται πολλά και από την άλλη σπουδαία τέχνη, την ιατρική, και βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτήν και την παιδοτριβικήν, τη διδασκαλία άθλησης σε παιδιά, καθώς από το γυμναστή θα γίνει όχι μόνο η επιλογή αλλά και η διαμόρφωση και η ανάπτυξη της σωματικής ρώμης του αθλητή.
Εντυπωσιάζει πόσες πολλές πληροφορίες, θα έλεγα εξειδικευμένου επαγγελματισμού, υπήρχαν ήδη συγκεντρωμένες γύρω από ό,τι ονομάζουμε πρωταθλητισμό, αλλά και γενικότερα την άθληση. Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος υπήρξε πραγματικά το μεγάλο, το λαμπρό προοίμιο του δικού μας. Αν εξαιρεθεί ο τεχνολογικός εξοπλισμός, αλλά και πάλι είναι τόσο γοητευτικό, ἵνα μὴ εἴπω συγκινητικό, να διαβάζεις για το ομορφόπαιδο τον Πολυμήστορα από τη Μίλητο, που νίκησε στο στάδιον, το δρόμο σταδίου –περίπου 200 μέτρα- στην πρώτη ολυμπιάδα που καθιερώνεται το αγώνισμα και για τους παίδες, την 46η, παῖς ἦν καλὸς Πολυμήστωρ ὁ Μιλήσιος, ὃς τῇ ῥύμῃ τῶν ποδῶν λαγὼν ἔφθανε (παρ. 13) / ήτανε ωραίο παιδί ο Πολυμήστορας ο Μιλήσιος, που με την ταχύτητα των ποδιών του έφτανε και λαγό, θέλω να πω ελλείψει ρολογιών ακριβείας εκείνοι οι άνθρωποι κατέφευγαν στα σχήματα του λόγου, που εμπλουτίζουν –μη λησμονούμε- και το νου.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Heaven's Gate / Η Πύλη της Δύσης -η εισαγωγή από τη μουσική επένδυση.

Heaven's Gate Soundtrack, Slow Water.
Από τη μουσική επένδυση της μοιραίας για την καριέρα του ταινίας του Μάικλ Τσίμινο / Michael Cimino (3/2/1939-2/7/2016) Η Πύλη της Δύσης / Heaven's Gate (1981). Μουσική του David Mansfield (1956-).

 
Ο David Mansfield.

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

Το κεφάλι της Μέδουσας.

Το κεφάλι της Μέδουσας

Αλήθειες αδυσώπητες, αποτρόπαιες
Athens Voice, 17/9/2016.
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:
Μέδουσα, ελαιογραφία γύρω στα 1597 (Πινακοθήκη Ουφίτσι , Φλωρεντία), έργο του Καραβάτζιο / Michelangelo Merisi da Caravaggio (1571-1610)

Υπάρχουν αλήθειες αδυσώπητες, αποτρόπαιες. Κάτι σαν το τέρας της μυθολογίας με τα μαλλιά από φίδια, τη Μέδουσα. Έπεσα πάνω σε μια τέτοια πρόσφατα. Σε βίντεο τοπικού τηλεοπτικού σταθμού που διακινείται στο facebook μια νεαρή λιμενικός μιλάει με αφοπλιστική αμεσότητα, περιγράφει τις συνθήκες της δουλειάς της, κι όταν ρωτιέται τι τη συγκινεί περισσότερο κατά τις διασώσεις μεταναστών και προσφύγων, απαντάει, τα μωρά που μαζεύουν από το νερό οι λιμενικοί, που κλαίνε στις αγκαλιές τους, που όμως συχνά οι γονείς δείχνουν ν’ αδιαφορούν γι’ αυτά, «Πρώτα να σωθούμε εμείς∙ έχουμε κι άλλα, ή θα κάνουμε άλλα».

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Έιμι Γουαϊνχάουζ (14 Σεπτεμβρίου 1983 - 23 Ιουλίου 2011).

Amy Winehouse: Back to Black.

Φιλόστρατος: Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον.



Ο Φλάβιος Φιλόστρατος ή Φιλόστρατος ο Αθηναίος όπως αποκαλούσε ο ίδιος τον εαυτό του, δεύτερος στη σειρά τεσσάρων με το ίδιο όνομα καταγόμενων από τη Λήμνο και λίγο ή πολύ συγγενών μεταξύ τους, εξ αυτού και Φιλόστρατος Β’, θεωρείται από τους αντιπροσωπευτικότερους του κινήματος -που άλλωστε εκείνος ονομάτισε-, της Δεύτερης Σοφιστικής, διακεκριμένος σοφιστής στο τέλος 2ου – αρχές 3ου αι. μ.Χ. Γεννήθηκε στη Λήμνο ανάμεσα στο 160 με 170 μ.Χ. και απεβίωσε (στην Αθήνα ή στην Τύρο) γύρω στο 244 με 249. Σπούδασε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη στα χρόνια του Σεπτίμιου Σεβήρου (193-211). Τον περιέβαλλε με την εύνοιά της η Ιουλία Δόμνα, η φιλόδοξη σύζυγος του Σεπτίμιου, μέχρι και την αυτοκτονία της, το 217, που πρέπει να θεωρήσουμε και όριο γραφής της βιογραφίας του Απολλώνιου Τυανέα, κείμενο που συνέθεσε ο Φιλόστρατος ύστερα από παρότρυνση της αυτοκρατορικής συζύγου. Μετά το θάνατο της Ιουλίας Δόμνας είτε επέστρεψε στην Αθήνα είτε κατευθύνθηκε στην Τύρο όπου συνέχισε ως δάσκαλος της σοφιστικής. Ο Φιλόστρατος υπήρξε αττικιστής καθαρολόγος, όμως με ελευθερία και χάρη στο ύφος του. 
Ο Απολλώνιος από τα Τύανα της Καππαδοκίας, ο βιογραφούμενος από τον Φιλόστρατο, γεννήθηκε στις αρχές του 1ου αι, περίπου συνομήλικος του Χριστού, ήταν ο νεοπυθαγόρειος φιλόσοφος με τη μεγάλη φήμη του σοφού και «θαυματουργού» που οι εθνικοί προσπάθησαν να αντιτάξουν στον ιδρυτή της ραγδαία διαδιδόμενης χριστιανικής θρησκείας. Η βιογραφία που εκπόνησε ο Φιλόστρατος εκτείνεται σε οκτώ βιβλία / μακροσκελή κεφάλαια, για την οποία λέει ότι αντλεί πληροφορίες από όσα είχε καταγράψει ο αυτόπτης μαθητής και σύντροφος του Απολλώνιου, Δάμις από τη Νινευή της Συρίας (πηγή και πρόσωπο του οποίου σήμερα αμφισβητείται και η ύπαρξη).

Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

Η θάλασσα, η κοπριά και ο όχλος.

Η θάλασσα, η κοπριά και ο όχλος

Η θάλασσα, η κοπριά και ο όχλος

















Athens Voice, 27/8/2016.
Το τελευταίο διάστημα εντρυφώ σε κείμενα της Δεύτερης Σοφιστικής, όπως ονομάστηκε η αναβίωση των κλασικών ελληνικών γραμμάτων κατά το ρωμαϊκό 2ο μ. Χ. αιώνα. Το imperium έχει από καιρό υπαγάγει στην κυριαρχία του τις παλιές πόλεις - κράτη, η οικονομία, οι θεσμοί, οι αξίες είναι σε ρευστότητα, στην ατομική και συλλογική συνείδηση παρά τα αδιαμφισβήτητα οφέλη από τη ρωμαϊκή διοίκηση και ειρήνη έχουν εγκατασταθεί η αβεβαιότητα, η ηθική αμηχανία.
Ο Αρτεμίδωρος Βαλδιανός είναι ο συγγραφέας των «Ονειροκριτικών», ενός εκτεταμένου εγχειριδίου ονειροκρίτη. Πρόκειται για κείμενο που ενδιαφέρει σήμερα όχι τόσο για το περιεχόμενό του το ίδιο, τις ερμηνείες των ονείρων, όσο για το πώς διαθλώνται μέσα από αυτό αντιλήψεις και ζητήματα του τότε βίου. Πόσο διαφορετικά ερμηνεύονται, φερ' ειπείν, όνειρα σχετικά με τη σεξουαλικότητα, απ’ όσο θα το κάνει ο Φρόυδ κάμποσους αιώνες αργότερα. Και όχι μόνο.

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

Μα την Αδράστεια, 56.




Μα την Αδράστεια, 56. Ολογράφως: πενήντα έξι.
Σας ευχαριστώ όλους. Αντεύχομαι. Με πολλή θέρμη.

(Για τις χτεσινές ευχές -σημείωμα στο fb.)

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Πλουτάρχου «Ερωτικός».



Ένας διάλογος για τον Έρωτα εξ αφορμής μιας ερωτικής ιστορίας. Η Ισμηνοδώρα, μια καλοστεκούμενη και πλούσια χήρα, ερωτεύεται και επιδιώκει να παντρευτεί το νεαρό Βάκχωνα. Δύο από τους εραστές του τελευταίου, ο Ανθεμίων και ο Πεισίας, διαφωνούν για το τι πρέπει να πράξει ο νεαρός, στήνεται διάλογος, όλ’ αυτά συμβαίνουν στις Θεσπιές, όπου καταφθάνει και ο νιόπαντρος Πλούταρχος (απ’ τη Χαιρώνεια, την πατρίδα του, μαζί με τη γυναίκα του, προκειμένου να συμμετάσχουν στην τοπική γιορτή των Ερωτιδείων προσφέροντας την καθιερωμένη θυσία στον Έρωτα). Θέμα της συζήτησης είναι το αν ο έρωτας των ανδρών προς τις γυναίκες, πέρα από την αναγκαιότητα για την αναπαραγωγή, μπορεί να έχει και την πνευματική πληρότητα εκείνου που συνδέει τους άντρες (εραστές) με τους νεαρούς εφήβους (ερωμένους). Δεν υπάρχουν όροι και κατηγοριοποιήσεις αντίστοιχες σημερινές (ομοφυλοφιλία / ετεροφυλοφιλία) όπως και αλλού σε συναφή αρχαία κείμενα, πρόκειται για ζητήματα ρευστά και ανοικτά, διατυπώνονται απόψεις ή λογής ενστάσεις, ηθικού χαρακτήρα, εντούτοις μάλλον πολύ δύσκολα θα καταλάβαιναν, κι ακόμα δυσκολότερα θα απαντούσαν στις δικές μας σύγχρονες απορίες ή προβληματισμούς. Τόσο, που μοιάζει εύλογο ο κάθε τωρινός μελετητής να μπορεί να «επικυρώσει» ή να πάρει από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο τις απαντήσεις κατά πως τον βολεύουν προσωπικά. Αλλά, και σε πείσμα ή κόντρα σ’ όλ’ αυτά, υπάρχουν οι ολοκάθαρες εικόνες της ζωής ανθρώπων που αμεσότερα και ανετότερα διαχειρίζονταν όσα σε μας παραμένουν πιεσμένα στην -άλλωστε σύγχρονη- έννοια της σεξουαλικότητας.