Ειρήνη Κουμιώτου / Ρένα Κουμιώτη (1941-2023)
[τραγούδι: Δώσε μου το στόμα σου (χελιδονάκι), μουσική Μίμης Πλέσσας, στίχοι Λευτέρης Παπαδόπουλος, από τον δίσκο Ο δρόμος, 1969]
Ειρήνη Κουμιώτου / Ρένα Κουμιώτη (1941-2023)
[τραγούδι: Δώσε μου το στόμα σου (χελιδονάκι), μουσική Μίμης Πλέσσας, στίχοι Λευτέρης Παπαδόπουλος, από τον δίσκο Ο δρόμος, 1969]
Γνωριστήκαμε το 2009 και έκτοτε συναντηθήκαμε σε πολλές και πολύ γόνιμες κουβέντες.
Στην καλή Υβόννη (Μαλτέζου) και τον ξεχωριστό Αργύρη, τον γιο τους, να σημειώσω εδώ την παρηγορητική υπενθύμιση πως την τελευτή του Λάκη Παπαστάθη συνοδεύουν εκτός από την λύπη η περισυλλογή και ο απολογισμός του έργου του από όλους μας.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα.
Με τίμησε με το πρώτο κείμενο κριτικής που γράφτηκε για πεζό μου / Το Σκοτεινό Νησί (Μύθος από το μέλλον σχολιάζει το σήμερα, Καθημερινή, 22/09/09), και με τη συμπερίληψη διηγήματός μου (Γυναίκες στα ράφια του μανάβη / ΣΤ' τόμος, Το ελληνικό φανταστικό διήγημα, εκδόσεις Αίολος) στον έκτο τόμο ελληνικού φανταστικού διηγήματος που ανθολογούσε και επιμελούνταν ο ίδιος.
Εκτιμούσα την ειλικρινή -να πω και άδολη- αγάπη του ανθρώπου για τα γράμματα.
Απεβίωσε την περασμένη Τρίτη 7 Φεβρουαρίου. Ας είναι ελαφρύ το χώμα.
Για μας, τους παραμεθόριους, που συνηθισμένοι να εργαζόμαστε, να τρώμε, να κοιμόμαστε και συχνότατα να εκτυλίσσονται αερομαχίες πάνω απ' τα κεφάλια μας, οι ιπτάμενοι της πολεμικής αεροπορίας είναι η γενναιότητα, το θάρρος, η ελευθερία μας.
Η νεοελληνική γλώσσα είναι και θα παραμείνει επίσημη σε τούτα τα μέρη όσο θα υπάρχουν Ελληνόπουλα απ' τη δική σας στόφα, σμηναγέ Ευστάθιε Τσιτλακίδη και υποσμηναγέ Μάριε Μιχαήλ Τουρούτσικα.
Την παρακολουθώ πολλά χρόνια πια, νομίζω μια δεκαετία γεμάτη (παλαιότερες αναρτήσεις εδώ). Και τη συγκαταλέγω, χαίρομαι που την προσμετρώ, στους στενούς φίλους. Μα όσο κι αν την αγαπώ, η εκτίμηση στη ζωγράφο, στην καλλιτέχνιδα, υπερκεράζει κατά πολύ την αγάπη.
Στα έργα της που εκθέτει αυτόν τον καιρό στο Πολεμικό Μουσείο διαλογίζεται και συνδιαλέγεται με φωτογραφίες και συνθέσεις από το μακρινό 1922, πριν ή και στα μετόπισθεν του Μικρασιατικού Πολέμου, με όλο το ζοφερό τους φόντο.
Μια ευχή μού έχει καρφωθεί, που βασανίζομαι αν θα πρέπει να τη σιγοψιθυρίζω, να την ψελλίζω μόνος, να την αποσιωπήσω ή να τη διατυπώσω θαρρετά και καθαρά. Δεν είμαι μάντης ούτε κανένας σοφός δημοσιολόγος. Ελπίζω, παρασυρόμενος από λάθος συνειρμούς, καθώς εκφέρω τις ευχές των ημερών, κάτω απ' τα χρόνια πολλά, τα ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος, σαν σκέψη που αποσπά πλάγια τη ματιά, να είναι που τρέχει σχεδόν μονότονα νοερά η ένσταση μαζί με την άηχη ευχή μου: ναι, ναι, και υγεία, και ευτυχία, και δημιουργία, βέβαια, (αλλά και μακάρι το 2023 να μην προσμετρηθεί στις μοιραίες για τους Νεοέλληνες χρονιές).
Ο Καραμανλής εκείνος, λοιπόν, πέρα απ' την αδιαμφισβήτητη τόλμη του, δεν επέλεγε μόνο ευπώλητους ή εμπορικούς, και νομίζω ανάμεσά τους κανέναν μίμο-καλλιτεχνών ή λογοτεχνών -υπήρχαν και τότε, ευάριθμοι μεν, μάστιγα πάντοτε όμως.
Ασφαλώς, δεν μου διαφεύγει, είναι και άλλοι οι καιροί σήμερα.
Άλλη κουβέντα, βέβαια, αν μετράει για χειμώνας ηλιόλουστη μέρα με 21οC. Είναι όμως το ψυχολογικό, είμαστε 18 Δεκέμβρη σήμερα, μία ακριβώς εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα. Μετά τις 11 Νοεμβρίου έλειψα από το νησί για περίπου ένα μήνα, τις τελευταίες μέρες πριν από το ταξίδι απομέναμε στις παραλίες οι όλο και πιο σεσημασμένοι, ο κλοιός των χειμερινών στένευε γύρω μου, φέτος ειδικά το παρατράβαγα όχι μόνο γιατί ο καιρός ένα γλυκό παρατεταμένο αποκαλόκαιρο το επέτρεπε, αλλά και γιατί πρώτη χρονιά μετέτρεπα τα μπάνια σε κολύμπι, θέλω να πω σε συστηματική άθληση: σε γαλήνια νερά, πενήντα λεπτά ελεύθερο ημερησίως, πρέπει λοιπόν εκεί γύρω στις 10 Νοεμβρίου, έρημος ο κόλπος του Αγίου Φωκά, κολυμπούσα μετρώντας τις απλωτές, ελέγχοντας εισπνοές – εκπνοές, όταν ακούω από περίπου δέκα μέτρα, «Αντώνη, εσύ;», «Ναι, ποιος;» γιατί δεν καλοβλέπω δίχως τα πολυεστιακά, «Α, Αντρέα, εσύ;» αφού με καθυστέρηση αντιλαμβανόμουν τη χροιά. Επρόκειτο για έναν από τους δίδυμους Μαυρολέοντες, γειτονόπουλα στο πατρικό, απέναντι εμείς, εκείνοι δίπλα στη Συναγωγή. «Κοίτα, αρκεί να μην τα σταματήσεις. Μια ιδέα είναι, τελικά», τα μπάνια τον χειμώνα –το κλασικό πρώτο επιχείρημα στο ψηστήρι των χειμερινών. «Ρε συ, Αντρέα», κολυμπούσαμε εντωμεταξύ, «έχω μαζεμένες πολλές -λωλάγρες», όπως λέμε τις λωλάδες στο νησί, κάπως σαν τις κρητικές κουζουλάδες, αλλά στο λιγότερο εφετζίδικο. «Μη σκας», μου λέει, «αυτές, κάθε καινούργια που έρχεται, διώχνει μια παλιά. Μένουνε πάντα ίδιες», στον αριθμό. Γέλασα, το έλεγα δεξιά-αριστερά δίκην ανεκδότου, αλλά έλα που πες πες, εντέλει μου φαίνεται και βαθυστόχαστο…
Η αλήθεια, δεν χειμώνιασε ακόμη. Παρακολουθώ τον καιρό με επιφύλαξη. Δεν καταχώνιασα τα μπανιερά στην ντουλάπα με τα καλοκαιρινά, αλλά και για χειμερινός πρέπει να εφοδιαστώ με επιπλέον σύνεργα –με έχουν κατατοπίσει… Γιατί, άλλο ένα μπανάκι σαν σήμερα, έστω 18 Δεκεμβρίου, στους 21 βαθμούς, άλλο να φυσάει, να είναι ανάμεσα 5 με 10ο C η θερμοκρασία, να κατεβώ στην αγριεμένη παραλία, με σκούφο θαλάσσης για το κεφάλι οπωσδήποτε, με την μακριά πυκνή στην πλέξη πετσέτα, το ανάλογο μπουρνούζι, κατά το δυνατόν ποδήρες, το αυτοκίνητο σε απόσταση δέκα μέτρων από το νερό, να τρέξω να χωθώ, κάπως να ζεσταθεί το κοκαλάκι μου, -ε και τότε, εκείνες τις βουτιές εύλογα ας τις απαριθμώ 1ο, 2ο κ.ο.κ χειμερινά μπάνια…
[*Τα μπάνια αριθμούνται ένα την ημέρα, ασχέτως πόσες φορές ή
και σε πόσες θάλασσες βούτηξε κάποιος την ίδια μέρα –ιδανικά δεν μπορούν να υπερβούν
τα 365 ετησίως, αλλά και 365 είναι δυνάμει ο μέγιστος αριθμός μόνο για τα
μπάνια ενός χειμερινού. Συνήθως, ένας συνεπής, όχι χειμερινός, συμπληρώνει νούμερα
όπως 100, 120, 150, και που ήδη θεωρούνται πάρα πολλά. Μέσα στο 2022 –η ερώτηση
του τίτλου- μετά τα 156 κανονικά μπάνια μου, το σημερινό, της 18ης
Δεκεμβρίου, άραγε θα καταχωριστεί ως το 157ο, ως το 1ο χειμερινό (Τὸ
πρῶτο τῆς ζωῆς μου χειμερινόν), ή δίχως συνέχεια θα ξεμείνει ένα ανάμεσο, ένα
ανάριθμο μπανάκι;]
Γραφή λιτή, καθαρή, δίχως ίχνος επιτήδευσης, που και γι' αυτό μόνο θα την έλεγα ξεχωριστή.
Ο μεγάλος απατεώνας είναι για αρκετούς λόγους ένα τολμηρό στη σύνθεση, ιδιαίτερα απατηλό –για να ταιριάζει και στον τίτλο- ως προς την ειρωνεία του μυθιστόρημα, -να πω σωστότερα- εκτενές αφήγημα. Σύντομες περιγραφές και αφηγήσεις, μακροσκελείς διάλογοι ανάμεσα σε επιβάτες του ατμόπλοιου «Φιντέλ» («Πιστός») στον Μισισιπή, με επαναλαμβανόμενο μοτίβο τη σημασία του να εμπιστεύεσαι τον συνάνθρωπο, να μην είσαι καχύποπτος, και εφόσον όντως αποδεικνύεσαι ανοικτός και θερμός στον διπλανό σου, τότε να προβαίνεις σ’ αυτήν ή την άλλη χειρονομία πίστης, συνήθως να εμπιστεύεσαι ένα μικρό ή μεγαλύτερο χρηματικό ποσό στον συζητητή σου, αυτόν που τώρα δα σε πείθει να το κάνεις, και που δεν είναι παρά μια μακρά σειρά απατεώνες εν δράσει, που μάλλον κιόλας πρόκειται για έναν, τον ίδιο, που μετέρχεται πολλά προσωπεία, κοστούμια και μάσκες, σ’ αυτό το πάρτι των μεταμφιεσμένων που συνιστά τη ζωή, όπως ακριβώς το διατυπώνει σε μία από τις μεταμφιέσεις του ο εν λόγω μεγάλος απατεώνας.
Με κάποιο τρόπο ο Μέλβιλ καταπιάνεται ή εστιάζει στην εγκυρότητα της ηθικής συνείδησης σε σχέση με τη δικαιοσύνη. Και γιατί είναι μεγάλος λογοτέχνης δεν θα μας πει τίποτε, δεν θα μας διδάξει τίποτε. Στο τέλος η αφήγηση θα γίνει ένα παιγνιώδες όσο και σκοτεινό γαϊτανάκι ειρωνείας. Η εμπιστοσύνη ή η εξαπάτηση, η αλήθεια ή το ψέμα μοιάζουν προσχήματα και πόζες. Ή πάλι μήπως όχι; Τίποτε οριστικό ή και βέβαιο, η ζωή μας δηλαδή.
Ακόμη μια φορά, η ειρωνεία γίνεται το σκαρί αλλά και η πυξίδα του λογοτεχνικού έργου.
Υ.Γ. Ο μεγάλος απατεώνας είναι κείμενο δύσκολο και για τον σημερινό αναγνώστη, παρ’ όλους τους ύμνους που πια τον συνοδεύουν και που επιπλέον ως ένα βαθμό τουλάχιστον τον καθιστούν κατανοητό, περισσότερο εύληπτο. Τι έκανε άραγε το μακρινό 1857, όταν πρωτοεκδόθηκε, τον τριανταοχτάχρονο τότε συγγραφέα του να πιστεύει ότι μπορούσε να του εξασφαλίσει μια επαγγελματική σχέση με το γράψιμο; Ήταν ήδη πατέρας τεσσάρων παιδιών, οι μέριμνες του βίου αναγκαστικά τον απομάκρυναν από την πυρετική πλήρη ενασχόληση με τη λογοτεχνία, απαραίτητη συνθήκη για την πεζογραφία, ο Μεγάλος απατεώνας υπήρξε το τελευταίο του μυθιστόρημα, πέθανε ύστερα από τριαντατέσσερα χρόνια, στα 72 του, σχεδόν ξεχασμένος. Από την άλλη, γιατί αναμφίβολα η ιδιοφυΐα του δεν αποτελούσε καπρίτσιο ή επίπλαστη επιτήδευση, η ευθύνη για την περιθωριοποίησή του δεν μπορεί να βαραίνει μόνο τον ίδιο. Η τύχη ενός δημόσιου αγαθού –και δεν υπάρχει αγαθό περισσότερο δημόσιο ή επωφελές από τη λογοτεχνία- προσδιορίζει τις αξίες ή τους θεσμούς που το πλαισιώνουν. Και ορισμένη μόνο επίγνωση του λογοτεχνικού φαινομένου να έχουμε, ξέρουμε πως ο λογοτέχνης, και μάλιστα ο τέτοιας ολκής, είναι σπανιότατο ον (εγκέφαλος και νευρικό σύστημα μαζί;). Το έργο εκατοντάδων χιλιάδων συγγραφέων δεν είναι δέκα σελίδες από τον Μόμπι Ντικ. Τι σπατάλη, τι απώλεια, για την Αμερική, για την αγγλική γλώσσα, τι πένθος για το γένος των ανθρώπων ένας… αχρηστεμένος Χέρμαν Μέλβιλ…
Ορισμένα αποσπάσματα, ενδεικτικά όχι της σύνθεσης ασφαλώς, όσο της ιδιοφυούς λογοτεχνικής ιδιοσυγκρασίας του Μέλβιλ:
![]() |
|
Γιάννης Τσαρούχης, Ερωφίλη |
Ας είναι αποθησαυρισμένο στο αρχείο-μπλογκ μου εδώ, κι ας το κρατήσω στη μνήμη ανάμεσα στα πιο πολύτιμα που μου δωρήθηκαν.
"Αντώνη σ' ευχαριστώ για τη γενναιοδωρία σου να με δεχτείς με ανοιχτή καρδιά και να με συμπεριλάβεις στην ακαδημία των υπέροχων φίλων σου. Έχοντάς σε διαβάσει, ακριβολόγο, αυστηρό κλασικό φιλόλογο με σπάνια οικονομία λόγου στις καταπληκτικά τεκμηριωμένες έρευνες-αναλύσεις και στα υπέροχα αλλοπαρμένα-δυστοπικά-ετεροτοπικά μυθιστορήματά σου, σου στέλνω ένα συνεσταλμένο ευχαριστώ. Μετρώντας σε αυτή την ιδιαίτερη φάση, της υπό αίρεση ζωής μου, αξίες και πρόσωπα, επιλογές, προτεραιότητες, στάσεις, πράξεις και σκέψεις δεκαετιών, κατέληξα πως υπάρχει μέσα μας ένας σκληρός ακατασίγαστος πυρήνας που αναζητά εκλεκτικές συγγένειες. Όταν τις βρίσκουμε ξεσπάει πανηγύρι και χαρά μεγάλη. Αυτό αναζητώ, μ' αυτό μετράω τα λόγια μου κι αυτό δέχτηκα από τα κείμενα και σένα. Σου οφείλω επίσης ένα ακόμη ευχαριστώ αγαλλίασης, που μίλησες τώρα, με ζεστή την ανταλλαγή, κι όχι μετά. Γιατί, φίλε μου, αυτή είναι η γραμμή του πώς σκεφτόμαστε και ορίζουμε τη ζωή και το θάνατο και θέλει καθαρό μυαλό και πάθος και αγάπη για να στέκεσαι πάνω σ' αυτή τη γραμμή και να τη δέχεσαι σαν το όριο της ανθρωπινότητάς σου και το νήμα των φίλων σου. Χαίρε, σπάνιε Αντώνη, υλοτόμε των αληθινών λέξεων και ορυχείο μιας άλλης μυθιστορίας που έχει ανάγκη από μέλλον για να εκτιμηθεί όπως της αρμόζει."
Η Μυρσίνη Ζορμπά υπήρξε η εκδότρια του Οδυσσέα. Δεν το ήξερα ή δεν το θυμόμουν. Κάποτε αναζητώντας η ίδια πληροφορίες στο διαδίκτυο για τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ, βιβλίο εκδομένο από τις δικές της εκδόσεις Οδυσσέας, έπεσε πάνω στη σχετική ανάρτηση που είχα κάνει στο μπλογκ μου, εδώ. Κάτι την ενδιέφερε στο κείμενό μου και μου ταχυδρόμησε ηλεκτρονικά την παράκληση να το χρησιμοποιήσει σε άρθρο της. Με χαρά κατένευσα και από τότε ξεκινάει η επικοινωνία μας. Λίγο καιρό αργότερα, έχοντας διαβάσει Το Σκοτεινό Νησί, μου ταχυδρομεί και πάλι ένα πολύ συγκινητικό σημείωμα. Της ζήτησα να το δημοσιεύσω στο μπλογκ μου, επένευσε με πολλή θέρμη. Συνέχισε να διαβάζει κείμενά μου, μάθαινα τα επιδοκιμαστικά της σχόλια, ιδίως μια κουβέντα, -πολύ προσωπική, μύχια, βιωματική, που δεν μπορώ να κοινοποιήσω-, όμως ό,τι βαθύτερο άκουσα ποτέ για τη δουλειά μου, την εκμυστηρεύτηκε σε στενό κοινό φίλο, αυτήν την κουβέντα την πήρα στον ύπνο μου πολλές δύσκολες νύχτες και μάλιστα όταν έπρεπε σχεδόν να υπερβώ τις δυνάμεις μου προκειμένου να φέρω στην οριστική της οικονομία την τελευταία δουλειά μου, η εν λόγω μύχια κουβέντα απέβη τότε η καίρια, η αποφασιστική ώθησή μου.
Και σαν έμαθε, της είπαν ή απ’ το μπλοκ, ότι το μυθιστόρημα είχε πλέον ολοκληρωθεί, πάλι ηλεκτρονικά μού ζήτησε να της το στείλω. Κι αφότου το διάβασε, γραπτώς και τηλεφωνικά έλαβα και άκουσα τον ενθουσιασμό της, μα περισσότερο την έγνοια, τι και πώς να το βοηθήσει να έχει μια καλή εκδοτική τύχη. Συγκινήθηκα και συγκινούμαι όλον αυτόν τον καιρό τόσο, που αναλογίστηκα, όχι λίγα βράδια προτού κλείσω τα μάτια, ποιο άραγε βραβείο, ποια συμπερίληψη σε ο Θεός να τις κάμει νεοελληνικές γραμματολογίες, τίνος η κριτική θα άξιζε, θα ήτανε τιμητικότερη απ’ το νοιάξιμο της Μυρσίνης Ζορμπά για το έργο μου.