Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024

Όλος ο αέρας νερό!

(...) Έσκυψα, του κατέβασα τα βλέφαρα, του έκλεισα τα μάτια, σήκωσα ένα από τα χράμια, σαν ένα στρωσίδι από χρόνο, μέσα μου το είπα… χρόνινο, και τον σκέπασα.

«Είναι μέρα;» με ρωτάει η Πέργαμοντ.

Σκέπαζα την άκρη του ποδιού του, κοίταξα τη λάμπα. «Νυχτώνει».

«Άρα, δεν θα φορέσουμε στολές. Καλό αυτό. Ή να τις φορέσουμε;»

«Πέθανε πλέον, νομίζω, πέθανε». Είχα ολοκληρώσει την ιδιότυπη μίνι κηδεία που του έκανα.

«Πρώτα όμως θα βρέξει».

«Τι…!» εκπλησσόμουν επιτέλους από κάτι ευχάριστο.

«Γιατί σ’ το υποσχέθηκα…»

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

Η Δοξούλα Παλαμάρα ξαναχτυπά!

Με τον δικό της τρόπο, ιδιοσυγκρασιακό όπως αρμόζει, η πολύ καλή λογοτέχνις Δοξούλα Παλαμάρα γράφει και αναρτά στο φμ σημείωμα για Το γυμναστήριο. Τον περασμένο Αύγουστο, θυμίζω, είχε κάνει το ίδιο για τον Περεγρίνο.

Το Γυμναστήριο είναι μια σπαρακτική προσέγγιση στις ψυχικές νόσους, όπως τις βιώνουμε στην εποχή μας. Πότε ως αναγνώστες και πότε ως θεατές καθώς η νουβέλα μετατρέπεται σε ένα άρτιο θεατρικό κείμενο, βλέπουμε χρώματα, σμαραγδί και ραδικί κι όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, ακούμε τρυφερές κοριτσίστικες φωνές να εκφράζουν τρυφερές κοριτσίστικες επιθυμίες “μόνο να χαϊδευτούμε ήθελα” και ενήλικες γυναίκες να διαπράττουν ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Ο συγγραφέας δεν μέμφεται τους ήρωες του. Θύτες και θύματα, σε μια θανάσιμη ‘Ρόδα’ σε ένα ζοφερό Λούνα παρκ, η μάνα συνευρίσκεται με τους αρρενωπούς άντρες με γέλια και χαρές, αφήνει τα παιδιά της, επιστρέφει με λουλούδια, γλυκά και μακαρόνια φιογκάκια, οι κόρες ζουν στερημένες, χωρίς χαρές σε μια εποχή που οι χαρές φαίνονται εύκολες. Λίγο πιο πέρα από τη μπαλκονόπορτα, στο γυμναστήριο, κορμιά νεανικά, ιδρωμένα, με μυς και τατουάζ και λεπτά δακτυλάκια.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

Δημήτρης Τριανταφυλλίδης (1959-2024).


Μεγάλη απώλεια. Η ελευθεροφροσύνη του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη ήτανε ριζωμένη στη θεωρία όσο και στο βίωμα, και γι' αυτό ο λόγος του είχε συχνά το κύρος μαρτυρίας.

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Περεγρίνος - το βιβλίο, ένας χρόνος

Περεγρίνος - το βιβλίο, ένας χρόνος

Πορτρέτο φαγιούμ (λεπτομέρεια), που κοσμεί το εξώφυλλο του «Περεγρίνου», πιο πρόσφατου μυθιστορήματος του Αντώνη Νικολή.
Αρχείο
Πορτρέτο φαγιούμ (λεπτομέρεια), που κοσμεί το εξώφυλλο του «Περεγρίνου», πιο πρόσφατου μυθιστορήματος του Αντώνη Νικολή.

Διατηρώ από το μακρινό 1996 καταγραμμένες μέχρι κεραίας τις επαφές μου με την… πολιτιστική πανίδα των Αθηνών –σκέφτομαι συχνά αν επιμεληθώ αυτές τις σημειώσεις θ’ αποτελούσαν ίσως τη σημαντικότερη μαρτυρία μου: αφού απομακρύνθηκα στην εσχατιά μιας επικράτειας-παρωδίας (αλλά και οιονεί νεκρής γλώσσας), ένας λόγος για να αποφύγω τα μηχανήματα που κόβουν κεφάλια, ένας δεύτερος για να οικονομήσω καλύτερα το όποιο έργο μου, ύστερα επιστρέφοντας κατά τακτά διαστήματα τι εισέπραττα εκεί, στο ούτως ειπείν εθνικό κέντρο… Ξεχωριστό κεφάλαιο αυτής της… αναχώρησης, από πολλές απόψεις, ο Περεγρίνος. Επετειακά, κάθε 22 Σεπτεμβρίου, ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας του βιβλίου, λέω να συντάσσω την ετήσια κίνησή του (σε τίτλους οι πληροφορίες, προς το παρόν), ένα είδος Ημερολογίου του Περεγρίνου. Ημερολόγιο που είμαι σίγουρος θα καταγράφεται κι αφότου εκλείψω. Γιατί ο Περεγρίνος υφίσταται, υπάρχει. Και να ληφθεί υπόψη, έργα της κατηγορίας του Περεγρίνου ο φθόνος τα δροσίζει, η πονηρά σιωπή τα τρέφει.

Θα προσπαθήσω να παραθέσω τα συμβάντα πριν και κατά τον χρόνο που πέρασε μετά την κυκλοφορία δίχως σχόλια.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2024

Εστέτ, πλην ηθικολόγοι.

Ηλεία: Λευκό μπαρόκ σαλονάκι για αρχόντους προσφέρει εστέτ μπιτσόμπαρο της  Κουρούτας

Μ’ όση επίφαση καλλιέργειας αισθητικής ή και ευρύτερης, μ’ όσα ερανίσματα δώθε-κείθε σπουδαία, μ’ όσες φιοριτούρες, κάθε απόπειρά τους κάπως βαθύτερα κάτι να εκφράσουν καταλήγει σχεδόν μοιραία σε μια ακόμη ηθικολογία. Τι κρίμα, τι άδικο που δεν έζησαν αυτοί –κι απ’ όση θολή εξουσία περιβλήθηκαν, δεν κέρδισαν παρά τις συνήθεις κολακείες– μια στιγμή γνήσια δική τους στη λογοτεχνία ή την τέχνη… Μόνο λογοπαίγνια και ρητορικές περικοκλάδες.

Τελικά, ο πρώτης γενιάς μικροαστός, στο μεδούλι του, δύσκολα είναι κάτι άλλο από ένας ανασφαλής.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2024

Τώρα (ίσως) και αμπελουργός!

Ήμουν αποφασισμένος πια να μετατρέψω τα κλήματα σε… ντολμαδόφυτα, που άλλωστε υπήρξε και ο κύριος προορισμός τους, μ’ άλλα λόγια μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να σταματήσω κλαδέματα, κορφολογήματα, ψεκασμούς, αλλά φέτος απροσδόκητα τα κατάφερα και ως... αμπελουργός –αν δεν ήταν η συγκυρία, το αποτέλεσμα τυχαίο, κάτι που πρώτα ο Θεός θα φανεί στις επόμενες σοδειές…

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2024

Απέχθεια κι αποστροφή (1).


Στην πόλη της ευτελούς ρητορείας, όπου τα λογοπαίγνια και οι ατάκες φτιάχνουν μεγάλους ποιητές, κι όπου οι δημοσιογράφοι του φανταστικού λογίζονται μεγάλοι πεζογράφοι, είναι εύλογο να ευδοκιμεί αντίστοιχης ποιότητας σινάφι ευρύτερα λογοτεχνικό.

Κι εκεί που από χρόνια έλπιζα κάποιος να νοιαστεί για τη νεοελληνική γλώσσα, άρα πρωτίστως για τη νεοελληνική λογοτεχνία, κάπως να κλείσει τις στρόφιγγες του κρατικού (άρα και αναπόδραστα φαύλου) χρήματος, εξαγγέλλονται και νέες επιτροπές, νέες... δράσεις, ακόμα περισσότεροι παράσιτοι, ακόμη λιγότερη λογοτεχνία…

Τρίτη 13 Αυγούστου 2024

Μαρία Μαυρικάκη: "Αντώνη Νικολή, Περεγρίνος, εκδ. Αρμός".

Η κα Μαυρικάκη, συγγραφέας-λογοτέχνις.

[Η κα Μαυρικάκη, στο προσωπικό της ιστολόγιο (exartatai ΜΑΓΝΗΤΟΣΚΟΠΙΟ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ) γράφει εκτεταμένη παρουσίαση-κριτική του Περεγρίνου. Να σημειώσω και εδώ, όταν τα λογοτεχνικά κείμενα, τα έργα μας ευρύτερα, διαθέτουν οικονομία, καθένας απέναντί τους περισσότερο από το να κρίνει, κρίνεται. Κι αυτός που τα κολακεύει, κι αυτός που τα βρίσκει ελλιπή, κι αυτός που σιωπά, κι αυτός που καταγράφει την εμπλοκή του μ’ αυτά. Ο τελευταίος, αν μη τι άλλο, αγαπάει τη λογοτεχνία περισσότερο από τον εαυτό του –το πρώτο και σημαντικότερο λογοτεχνικό διάβημα. Η κα Μαυρικάκη αφιερώνει το κείμενό της στην ξεχωριστή φιλαναγνώστρια Σπυριδούλα (Αποστολού) -ιδιαίτερα γνώριμη στο παρόν ιστολόγιο (1, 2, 3, 4, 5, 6).]

"Μη σας τρομάξουν οι πεντακόσιες σελίδες. Πρόκειται για μυθιστορία  με αξεπέραστες περιγραφές ιστορικών γεγονότων, τόπων και προσωπικοτήτων που διακρίθηκαν κατά τα ρωμαϊκά χρόνια. Ο ήρωας γεννιέται στο Πάριο της Προποντίδας και μεγαλώνει χωρίς μάνα, με πατέρα βίαιο και φαύλο, σε μια διαλυμένη οικογένεια όπου υπηρέτες προσπαθούν με φιλοτιμία να καλύψουν τα γονεϊκά κενά. Όταν ο σοφιστής Σκοπελιανός επισκέπτεται τα μέρη τους, ο Περεγρίνος, παιδί ακόμα, τον ακούει να ρητορεύει και μέσα του σφραγίζεται η επιθυμία να τον μιμηθεί, κάποτε να του μοιάσει. Μόλις σταθεί στα πόδια του, το αποτολμά.

Κυριακή 11 Αυγούστου 2024

Βρε Νικολή!

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Η κα Δοξούλα Παλαμάρα, συγγραφέας-λογοτέχνις.

[Κείμενο κριτικής για τον Περεγρίνο που ανάρτησε στο φμ η κα Δοξούλα Παλαμάρα. Να σημειώσω, όταν τα λογοτεχνικά κείμενα, τα έργα μας ευρύτερα, διαθέτουν οικονομία, καθένας απέναντί τους περισσότερο από το να κρίνει, κρίνεται. Κι αυτός που τα κολακεύει, κι αυτός που τα βρίσκει ελλιπή, κι αυτός που σιωπά, κι αυτός που καταγράφει εν θερμώ την εμπλοκή του μ’ αυτά. Ο τελευταίος, αν μη τι άλλο, αγαπάει τη λογοτεχνία περισσότερο από τον εαυτό του –το πρώτο και σημαντικότερο λογοτεχνικό διάβημα.]

"Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή είναι ένας λογοτεχνικός άθλος. Ο Περεγρίνος, ένας κυνικός φιλόσοφος που ζει στην Ελλάδα, την Καισάρεια, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Ρώμη, Αθήνα προαναγγείλει ότι θα αυτοπυρποληθεί στο τέλος της Ολυμπιάδας, 165 μ. Χ. Το βιβλίο είναι ένα αμάλγαμα ιστορίας, φιλοσοφίας και ευρυμάθειας όλα συνδεδεμένα με απαράμιλλη λογοτεχνική μαεστρία. Ο Νικολής περιγράφει ιστορικά γεγονότα με ακρίβεια και γλαφυρότητα και αναφέρεται στα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα της εποχής και στην αντιδικία μεταξύ τους αλλά και με τις θρησκείες με ενάργεια και ενίοτε σαρκασμό. Όταν πχ ο κυνικός Διογένης κατηγόρησε τον Πλάτωνα για αλαζονεία, ο Πυθαγόρας του αντιγύρισε “Ο καθένας, Διογένη μου, με την δική του αλαζονεία”. Αναφέρεται στις κοινωνικές και σεξουαλικές συνήθειες και πρακτικές της εποχής με θάρρος που δεν συναντάμε συχνά. Όμως, ο Νικολής δεν καταφεύγει σε συναισθηματικά “ευκολάκια” ούτε σε αβανταδόρικες σεξουαλικές περιγραφές, παρόλο που το βιβλίο γέμει συναισθήματος και αισθησιασμού. Συναίσθημα σαν το γλυκό νερό βαθυπράσινης λίμνης και αισθησιασμό σαν ορμητικό ποτάμι. Ο συγγραφέας έχει μία καθηλωτική ικανότητα διείσδυσης στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής. “Στη συνείδηση του Περεγρίνου η έκφραση των συναισθημάτων δεν είχε και πολύ κύρος. Τα θεωρούσε, τα δικά του συναισθήματα, όσο και των άλλων, αβέβαιες σκιές του ψυχικού κόσμου και την εξωτερίκευση τους περίπου ιδιοτελείς τακτικές επιβίωσης” . Καθώς διαβάζεις, σκύβεις στα λαγούμια του εαυτού σου, όπως ενεός περιφέρεσαι στις σκοτεινές υπόγειες πόλεις της Καππαδοκίας.

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Και η υστάτη της ζωής του ολυμπιάδα.

 Περεγρίνος

(...) Τώρα όσο ποτέ, ακόμη κι αν δεν ήταν, όφειλε να συμπεριφέρεται ως ο σοφός, ο βαθύς, αυτός που ανέβηκε στο υψηλότερο βάθρο, που περίοπτος συγκεντρώνει πάνω του την προσοχή και τον σεβασμό των άλλων, όσων περισσότερων άλλων. Ασκεπής, όπως υποχρεωτικά όλοι, με το κεφάλι και τον κορμό στητό, κάποτε και ώρες στο λιοπύρι, στοχαστικός και σιωπηλός, αδιάφορος για ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω του σε στάδιο, σε ιππόδρομο, σε παλαίστρα, –μεταξύ τους τον σχολίαζαν ακόμη και οι δικοί του: από πού ν’ αντλούσε τόσες αντοχές, τέτοια ανθεκτικότητα σε θερινό καύσωνα, σε δίψα, σε φασαρίες και φωνές έξαλλων φιλάθλων, ένας παραπάνω λόγος που το αμέσως προηγούμενο διάστημα είχε δώσει κάποια δείγματα λιποψυχίας–, και παρόλο που πολύ δύσκολα αποσπούσε κανείς την προσοχή του φιλοθεάμονος κοινού από τους αθλητές, όμως στα πρανή του στίβου στο στάδιο ή στον ιππόδρομο, ανάμεσα στους χιλιάδες θεατές, φαινόταν κάποτε κάποτε να διαπερνούν σαν ρίγη τα λοξοκοιτάγματα, ή τα αδιάκριτα επίμονα βλέμματα, ή το σούσουρο για την παρουσία του στην κορφή ή στο κέντρο της αλλόκοτης αγέλης των κυνικών (που ο ίδιος φαντασιωνόταν να αντιστοιχούν περίπου στη φράση:

Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

Ο Περεγρίνος στην παρθενική ολυμπιάδα του.

Περεγρίνος

(...) Τον Ηρώδη θα τον συναντούσε πότε εδώ-πότε εκεί, λίγο αμεσότερα μερικούς μήνες αργότερα στην Ισθμία, στον ναό του Ποσειδώνα, όπου ο οδηγός της άμαξας με προορισμό την Ολυμπία, έκανε μικρή στάση για ανάπαυλα και για να θαυμάσουν τα κολοσσιαία αγάλματα του Ποσειδώνα και της συζύγου του Αμφιτρίτης στον κυρίως ναό, και το επίσης πελώριο δελφίνι με το παιδί στη ράχη του, τον θαλάσσιο θεό Παλαίμονα, στον ομώνυμο κυκλικό ναό, και τα τρία προσφορές του «μεγάλου ευεργέτη των Ελλήνων, του θαυμάσιου Ηρώδη», όπως κάθε λίγα βήματα τους επαναλάμβανε ο οδηγός. Και πόση έκπληξη για τη σύμπτωση, όταν στον περίβολο του θολωτού ναού με το δελφίνι αίφνης έκανε αισθητή με τη δέουσα ασφαλώς φασαρία η κουστωδία του Ηρώδη. Ήτανε μαζί του, κυριολεκτικά φρουρά του, ανάμεσα σε άλλους, ο πιστός του απελεύθερος ο Αλκιμέδοντας, ώριμος, όμως ακόμη ελκυστικός και παρά την ηλικία του και αρρενωπός άντρας, και παραδίπλα αυτός που δύσκολα μπορούσε να χωρέσει σ’ όποια περιγραφή η ομορφιά του, ο Αγαθίωνας όπως το παρονόμαζαν για να φέρνει γούρι (δηλαδή τι άλλο παρά την… αγαθή, την καλή τύχη, να εξυπηρετεί τέτοια και τόση αρμονία της φύσης), άλλοι τον έλεγαν ο Ηρακλής του Ηρώδη, κάποιος από τους συνεπιβάτες της άμαξας ψιθύρισε, «Να κι ο θεόρατος Σώστρατος», αν ήταν όντως αυτό το πραγματικό όνομά του, –ο Περεγρίνος δεν ανακάλεσε τον συνονόματο πατέρα του–, πανύψηλος πράγματι, με μακριά ανοιχτά καστανά μαλλιά, λεπτά μαύρα και σμιχτά φρύδια, μάτια στο χρώμα του μελιού ευκίνητα και ξύπνια, μύτη γρυπή, χείλη και δόντια να ξυπνούν τον πόθο του φιλιού, γενάκια αραιά εφηβικά, σβέρκο πλατύ και στιβαρό, στέρνο εύρωστο, κορμό και σκέλη γεροδεμένα, έως και τα δάχτυλα κι οι ράχες των ποδιών του σαν σμιλεμένες από ερωτομανή με τα αγόρια γλύπτη. Έκοβε την ανάσα η ομορφιά του αγοριού, κι εντούτοις η παρουσία του Ηρώδη δεν επισκιαζόταν σχεδόν καθόλου. Δέσποζε σαν να ήταν αυτός κι άλλος κανείς η απόλυτη υπερβολή της φύσης! Ο Περεγρίνος θα προτιμούσε να άνοιγε η γη να τον καταπιεί.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Θορυβώδεις νάρκισσοι.

Νάρκισσος, 2003 Μεταξουπία του Αλέκου Φασιανού στον Εικαστικό Κύκλο Sianti 

(Αλέκος Φασιανός, Νάρκισσος, 2003)

Προ διετίας έπεσα πάνω σε ανάρτηση εκδότη που ισχυριζόταν ούτε λίγο ούτε πολύ πως τον άφηναν αδιάφορο κείμενα λογοτεχνικά με ποιότητα γραφής, με οικονομία στη μορφή, ότι εκείνος τα ήθελε ας ήταν και κακογραμμένα και φλύαρα, αλλά κάπως να του έκαναν... τζιζ. Από κάτω γνωστή κριτικός επικροτούσε την άποψη (του και... εργοδότη της) μ'  ένα μονολεκτικό: "Έτσι!".