Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Η εσωτερική αφήγηση / σημειώσεις στην Άννα Καρένινα.



Η αφήγηση με εσωτερική εστίαση είναι συχνή, βέβαια, στην Άννα Καρένινα, προκειμένου μ’ αυτήν να αιτιολογηθούν κίνητρα ή δράσεις των προσώπων. Κάποτε, όμως, σπανιότερα, (και εκεί ο Τολστόι προαναγγέλλει και εκείνος την επερχόμενη νεωτερική λογοτεχνία του 20ού αιώνα), η αποκάλυψη του εσωτερικού κόσμου του ήρωα μοιάζει μάλλον μετέωρη και να μη χρησιμεύει παρά για μια φευγαλέα ματιά στο ασυνείδητό του. Το έκαναν συχνότερα, και νομίζω καλύτερα, και ο Φλομπέρ και ο Μέλβιλ, ακόμα –ακόμα, ίσως, και ο Ντοστογιέφσκι. Το δαιμόνιο του Τολστόι αποτυπώνεται στις πολυπρόσωπες σκηνές, στις επιταχύνσεις, στις επιβραδύνσεις, γενικότερα στο ρυθμό, επίσης στην εξαιρετική ικανότητα να περνάει το κέντρο της αφήγησης σε δεύτερο πλάνο διευρύνοντας ή και μετατοπίζοντας την εστίασή του (όπως στις σελίδες της ιπποδρομίας, με τον Βρόνσκι να αγωνίζεται, την Άννα να τον παρακολουθεί με τα κιάλια ανάμεσα στους θεατές, και εκείνην, παράλληλα με το θέαμα του αγώνα, ο απατημένος Καρένιν), καθώς και στις μακροσκελείς, οιονεί παρεκβάσεις, εμβόλιμες αφηγήσεις ή εγκιβωτισμούς, όπου όμως έμμεσα φωτίζει τους χαρακτήρες των ηρώων του (η διαμονή της Κίττυ στη λουτρόπολη του Κάρλσμπατ, το κοσάρισμα του Λέβιν μαζί με τους μουσίκους του κ.ά.).
Τα παρακάτω αποσπάσματα, ιδίως το πρώτο, αποτελούν ενδεικτικά νεωτερικής εσωτερικής αφήγησης:
Σελ. 185-186: «…Πηγαινόφερνε το χαρτοκόπτη πάνω στο τζάμι, ακούμπησε ύστερα τη λεία και κρύα επιφάνειά του στο μάγουλό της και παραλίγο να γελάσει δυνατά απ’ τη χαρά της που την έπιασε ξαφνικά και δίχως αιτία. Ένιωθε πως τα νεύρα της, σαν χορδές, τεντώνονταν όλο και περισσότερο, λες και τυλίγονταν οι άκρες τους σε κάποια κουρντιστήρια. (…) Τρόμαξε διαπιστώνοντας πως ξεχνιέται και χάνει την αίσθηση του περιβάλλοντος. Μα κάτι την τράβαγε και είδε πως μπορεί να βυθίζεται και να συγκρατιέται όπως και όταν ήθελε. Σηκώθηκε για να συνέρθει κι έβγαλε τη ζεστή πελερίνα της. Για μια στιγμή συνήρθε και κατάλαβε πως ο αδύνατος μουζίκος που μπήκε στο βαγόνι φορώντας ένα μακρύ παλτό που του έλειπε ένα κουμπί, ήταν ο θερμαστής και είχε έρθει να κοιτάξει το θερμόμετρο, και πως ο άνεμος και το χιόνι όρμησαν το κατόπι του μέσα στο βαγόνι. Ύστερα όμως όλα ξαναχάσαν τον ειρμό τους… Κείνος ο ψηλός μουζίκος άρχισε κάτι να ροκανίζει στον τοίχο, η γριά άρχισε να τεντώνει τα πόδια της σ’ όλο το μάκρος του βαγονιού και το γέμισε με ένα μαύρο σύννεφο ύστερα κάτι άρχισε να τρίζει φοβερά και να χτυπάει σάμπως να σκίζανε κάποιον κομμάτια ύστερα μια κόκκινη εκτυφλωτική φωτιά κι ύστερα όλα τα έκρυψε ένας τοίχος. Η Άννα ένιωσε πως έπεφτε στο κενό. Όμως, όλα αυτά δεν ήταν καθόλου τρομερά, ήταν απεναντίας διασκεδαστικά. Η φωνή ενός κουκουλωμένου, χιονισμένου ανθρώπου κάτι ούρλιαξε πάνω απ’ τ’ αυτί της. Η Άννα ανασηκώθηκε και συνήρθε κατάλαβε πως είχαν φτάσει σ’ ένα σταθμό και πως αυτός ήταν ο ελεγκτής. Είπε στην Άννουσκα να της δώσει την πελερίνα που είχε βγάλει και τη μαντίλα της, τις φόρεσε και προχώρησε κατά την πόρτα.»
Και το δεύτερο, ετούτο πιο κλασικό, στις σελ. 439-440:
«Αυτή δεν ξανάβγαλε το κεφάλι της απ’ το παραθυράκι. Το τρέξιμο του αμαξιού, ύστερα τα κουδουνάκια, σβήσανε. Απ’ τα γαβγίσματα των σκύλων, ο Λέβιν κατάλαβε πως τ’ αμάξι πέρασε κι απ’ το χωριό και μείναν τώρα γύρω του τ’ άδεια χωράφια κι αυτός ο ίδιος, μοναχικός και ξένος για όλον τον κόσμο, μόνος κι έρημος, στο μεγάλο κι έρημο δρόμο.
Κοίταξε τον ουρανό, ελπίζοντας να βρει εκεί το κοχύλι που καμάρωνε πριν από λίγο και είχε γίνει η προσωποποίηση όλων των σκέψεων και των αισθημάτων της αποψινής νύχτας. Στον ουρανό δεν υπήρχε πια τίποτε που να μοιάζει με κοχύλι. Εκεί, στα απροσπέλαστα ύψη, είχε ήδη συντελεστεί μια μυστηριώδης μεταβολή. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος κοχυλιού. Θα ’λεγες πως ο ουρανός είχε στρωθεί μ’ ένα χαλί όπου πέσανε μικρά κομματάκια μπαμπάκι. Ο ουρανός άρχισε να γαλαζώνει, σε λίγο φώτισε για καλά κι όλα τα πάντα γύρω του αποχτήσανε τα αχνά τους χρώματα, μα όσο κι αν ρωτούσε ο Λέβιν με το βλέμμα του, δεν έπαιρνε απάντηση.
«Όχι, είπε μέσα του, όσο όμορφη κι αν ήταν αυτή η ζωή του χωριού και του μόχθου, δεν μπορώ να γυρίσω σ’ αυτήν. Εγώ αγαπώ την Κίττυ.»
[Λέων Τολστόι, Άννα Καρένινα, μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 1262, Αθήνα 2010]
Για την Άννα Καρένινα και εδώ.