Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Γουσταύος Φλομπέρ: το έπος της Σαλαμπώ.

Ο Γουσταύος Φλομπέρ αδιαμφισβήτητα ανήκει στους πολύ πολύ σπουδαίους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Νομίζω δικαίως ο Μίλαν Κούντερα τον χαρακτηρίζει το μυθιστοριογράφο - πρώτο αντιλυρικό ποιητή, υπό την έννοια πως, παρά την πρόζα ή την έλλειψη των τεχνικών χαρακτηριστικών της ποίησης (μέτρου, ρίμας κ.λπ.), η επεξεργασία του ύφους είναι τόση, τόση η λογοτεχνία, όση παραδοσιακά αποδίδεται στην ποίηση. [(Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδ. Εστία, σελ. 152): 1857: η σπουδαιότερη χρονιά του αιώνα. Μαντάμ Μποβαρύ: για πρώτη φορά ένα μυθιστόρημα είναι έτοιμο ν' αναλάβει τις υψηλότερες απαιτήσεις της ποίησης (την πρόθεση να "ψάξει πάνω από κάθε ομορφιά"), τη σημασία κάθε ξεχωριστής λέξης, την έντονη μελωδία του κειμένου, την επιταγή της πρωτοτυπίας εφαρμοζόμενη σε κάθε λεπτομέρεια. Από το 1857, η ιστορία του μυθιστορήματος είναι η ιστορία "του μυθιστορήματος που έγινε ποίηση". ...Οι μεγαλύτεροι μεταξύ "των μυθιστοριογράφων που έγιναν ποιητές" είναι βίαια αντιλυρικοί: Φλωμπέρ, Τζόυς, Κάφκα, Γκομπρόβιτς. Μυθιστόρημα = αντιλυρική ποίηση.]
Μ’ άλλα λόγια, ένας, ίσως ο πρώτος, στυλίστας μυθιστοριογράφος.
Είναι εντυπωσιακό ότι η Σαλαμπώ από νωρίς συσχετίστηκε (μα και ο ίδιος ο δημιουργός της αναφέρεται στα έπη) με τα μεγάλα αφηγηματικά ποιήματα. [Από το επίμετρο της έκδοσης του Ηριδανού, (παρμένο από την εισαγωγή της έκδοσης Gallimard, Παρίσι 1946, κείμενο του Victor Brombert), σελ. 312-313: «Ο Μπωντλέρ ένιωσε το «επικό μεγαλείο» του μυθιστορήματος, κι ο Θεόφιλος Γκωτιέ θεωρούσε ότι πρόκειται για ένα έργο που δε θα ’πρεπε να διαβαστεί σαν μυθιστόρημα, αλλά σαν επικό ποίημα. Ο ίδιος ο Φλωμπέρ, έχοντας τελειώσει την Κυρία Μποβαρύ, μιλάει για τον καημό της εποποιίας –κι οπωσδήποτε κάτι ανάλογο εννοεί όταν μιλάει για την ανάγκη του για τις μεγάλες ιστορίες και το μεγάλο πανδαιμόνιο. Το έπος σαν λογοτεχνικό είδος τον τραβούσε από πάντα. Η φιλοδοξία της ζωής του ήταν να διαβάσει την Ιλιάδα στο πρωτότυπο. Πολλά από τα παραδοσιακά γνωρίσματα του έπους, στη Σαλαμπώ είναι ολοφάνερα: απαρίθμηση και μαζικές μετακινήσεις στρατευμάτων, ή ολόκληρων πληθυσμών, στρατιωτικά κατορθώματα, φιλίες ανάμεσα στους άντρες, επέμβαση της ατομικής δράσης στη συλλογική, τεχνάσματα και στρατηγήματα. Η κάθε πράξη έχει χαρακτήρα μνημειακό.»]
Να πω ότι στα δεκαπέντε κεφάλαια της Σαλαμπώ δε βρήκα ούτε μια πρόταση που να περισσεύει, (και μια γραμμή να προσπερνούσα αφηρημένος, επέστρεφα), ούτε μια που να μην τη διαπερνάει ό,τι ονομάζουμε σύγχρονο ρίγος –προφανώς μετά από περισσότερα από150 χρόνια από τη γραφή της, διαχρονικό πια-, κάθε σκηνή ή εικόνα θα μπορούσε να ανήκει σε σειρά του HBO.

Οι απλήρωτοι μισθοφόροι, με επικεφαλής τον Μάθο, εξεγείρονται εναντίον της Καρχηδόνας, της οποίας την υπεράσπιση θα αναλάβει ο ύπατος Αμίλκας, ο πατέρας της Σαλαμπώ. Η Σαλαμπώ είναι οιονεί η πριγκίπισσα της πόλης αλλά και σύμβολο της Τανίτ, της αγαθής θεότητας του φεγγαριού. Ο Μάθος την ερωτεύεται, και με στρατηγικό νου τον παμπόνηρο, Έλληνα βέβαια, Σπένδιο (γιο ενός ρήτορα –τι άλλο!-, και μιας πόρνης, πορνοβοσκό παλιότερα και γενικώς τυχοδιώκτη), θα κλέψει το ιερό πέπλο της Τανίτ, για να αναγκάσει τη Σαλαμπώ να φτάσει ως τη σκηνή του. Μα το μυθιστόρημα δεν είναι ένα ειδύλλιο, κυρίως αυτό δεν είναι, είναι ο μέχρις εσχάτων, κυριολεκτικά, εξοντωτικός αγώνας δύο στρατών και κόσμων. Ο άναρχος, χαώδης των μισθοφόρων ενάντια στην πόλη με τους θεσμούς της, την Καρχηδόνα, λυσσαλέα σκληροί, απηνείς και οι δυο. Έχεις την εντύπωση στο τέλος της αφήγησης ότι είδες ή έζησες από πολύ κοντά το σταδιακό αφανισμό χιλιάδων ανθρώπων, του καθενός ξεχωριστά, αλλά και ζώων. Ψυχές που σφαδάζουν παραδομένες στα ένστικτά τους. Τεράστιες τοιχογραφίες μαχών, πανοραμικές τοπίων και απίστευτης μνημειώδους ομορφιάς της Καρχηδόνας.
Διαισθάνεσαι πως στην κάθε φράση του πολύ φιλόδοξου αυτού διαβήματος αντιστοιχεί ενδεχομένως ένας ή και περισσότεροι τίτλοι βιβλίων. Εμπεριστατωμένη αληθοφάνεια που όμως πουθενά δε βαραίνει το κείμενο. Αλλά και πολύ γρήγορα, για όλ’ αυτά τα εκπληκτικά τεκμήρια, τις συνταρακτικές μικρές λεπτομέρειες, σχεδόν αδιαφορείς, ναι, πράγματι δίχως αυτές δε θα ήταν Φλομπέρ, μα και όλες χρησίμευσαν μόνο για να σκηνογραφήσει το δικό του αυθεντικότερο εσωτερικό τοπίο. (Ιδιαίτερα στις περιγραφές των ναών της Τανίτ και του Μολώχ, εκεί μου φαινόταν ότι περπάταγα –ας μου επιτραπεί- στα άδυτα της ίδιας της ύπαρξης του συγγραφέα.) Ταυτόχρονα, ωστόσο, είναι και η πιστότερη δυνατή απόδοση μιας περιοχής του παρελθόντος, είσαι σίγουρος ότι ακόμη και η τυχόν αυθαιρεσία συντέθηκε αναλογικά και αφού προηγουμένως ελέγχθηκε η απουσία μαρτυρίας. Τιτάνιο έργο. Και μπορεί να μοιάζει αντιφατικό: πιστή ιστορική απόδοση κι όμως πρόσχημα για τη μυθοπλασία, αλλά δεν είναι διόλου.  
Η τέχνη είναι μόνο μνήμη. Κι η μνήμη είναι το εργαστήρι της αλήθειας.
Την εμπειρία την επεξεργάζεται ο νους, προσπαθεί να την κατανοήσει με την επιστήμη, να τη στοχαστεί με τη φιλοσοφία, να την αφομοιώσει και εντέλει να τη συνθέσει με τη μνήμη.
Στο τέλος του 13ου κεφαλαίου τελείται θυσία εκατοντάδων παιδιών (απ’ όλες αδιακρίτως τις οικογένειες των Καρχηδονίων) στο σκοτεινό αχόρταγο Μολώχ, γιατί, καθώς η πόλη πολιορκημένη στενάζει από δίψα και πείνα, οι ιερείς πείθουν τους άρχοντες πως αιτία της κακοδαιμονίας τους είναι ο θυμός του Μολώχ. Το κεφάλαιο τελειώνει με τους μισθοφόρους σκαρφαλωμένους στην κορφή μιας χαλασμένης πολιορκητικής μηχανής να κοιτάζουν τα διαδραματιζόμενα με το στόμα ανοικτό από φρίκη. Το 14ο κεφάλαιο, αμέσως μετά, ξεκινά με τη λύτρωση της πόλης. Δεν προλαβαίνουν να πάνε σπίτια τους και βρέχει κατακλυσμιαία, οι στέρνες γεμίζουν, η πόλη ανασταίνεται. Ο Μολώχ, χορτασμένος από τις σάρκες των παιδιών της Καρχηδόνας, θα κάνει το θαύμα του, θα της επιστρέψει τη δύναμή της.
Ε, λοιπόν, πρέπει να είσαι πολύ μεγάλος συγγραφέας για να αφηγηθείς έτσι την αλήθεια του κόσμου.  
Ορισμένα αποσπάσματα (είναι ενδεικτικά, δεν είναι τα καλύτερα, δεν υπάρχει κομμάτι του κειμένου ήσσονος αξίας):
Σελ. 29, από την πρώτη εμφάνιση της Σαλαμπώ:
«Τα μαλλιά της πουδραρισμένα με μωβ σκόνη και τυλιγμένα πυργωτά, σύμφωνα με τη μόδα των παρθένων της Χαναάν, την έκαναν να δείχνει μεγαλύτερη απ’ όσο ήταν. Σειρές από μαργαριτάρια, κρεμασμένα στους κροτάφους της, κατέβαιναν ως τις άκριες του στόματος, που είχε χρώμα ρόδινο, σαν μισανοιγμένο ρόδι. Στο στήθος της κρεμόταν μια αρμαθιά γυαλιστερά πετράδια. Η διάταξή τους θύμιζε λέπια σμέρνας. Τα μπράτσα της, στολισμένα με διαμάντια, έβγαιναν γυμνά από το αμάνικο μαύρο φόρεμά της, που φωτιζόταν σε κάθε λίκνισμα από σχήματα κόκκινων λουλουδιών. Στους αστραγάλους φορούσε μια χρυσή αλυσιδίτσα για να τονίζεται η περπατησιά της και ο μεγάλος, βαθυπόρφυρος μανδύας της, από άγνωστο ύφασμα, σερνόταν, δίνοντας σε κάθε βήμα την εντύπωση ότι πίσω της πάφλαζε ένα κύμα.»
Σελ. 52, ο επικεφαλής των μισθοφόρων για να λυτρωθεί από το πάθος του για τη Σαλαμπώ:
 «Τις περισσότερες φορές ο Μάθος, μελαγχολικός πάντα, έφευγε τα ξημερώματα μόνος για την εξοχή. Ξάπλωνε στην άμμο και μέχρι το βράδυ έμενε ακίνητος. Συμβουλεύτηκε όλους τους μάγους του στρατού, τον έναν μετά τον άλλο, εκείνους που παρατηρούν το περπάτημα των φιδιών, εκείνους που διαβάζουν τ’ άστρα, εκείνους που φυσούν τη στάχτη των νεκρών. Ήπιε ποτά που λύνουν τα μάγια, έβαλε νέγρες να του χαράξουν με χρυσά εγχειρίδια το δέρμα του μετώπου του, τραγουδώντας στο φεγγαρόφωτο βάρβαρα ξόρκια, φορτώθηκε χαϊμαλιά, τάχτηκε στον Βάαλ-Χαμόν, στον Μολώχ, στους εφτά Καβείρους, στην Τανίτ και στην Αφροδίτη των Ελλήνων. Χάραξε ένα όνομα σε μια χάλκινη πλάκα και το έθαψε στην άμμο, στο κατώφλι της σκηνής του. Ο Σπένδιος τον άκουγε να αναστενάζει και να μιλά μονάχος.»
Σελ. 67, η ανατολή στην Καρχηδόνα:
«Ο ήλιος ανέτειλε στις κορυφές των κυμάτων, ενώ στην πόλη, που βρισκόταν ακόμα στο σκοτάδι, διακρίνονταν λίγα φωτεινά σημεία, κάποια αντικείμενα που άσπριζαν όπως το τιμόνι ενός άρματος σε μιαν αυλή, κάποιο κρεμασμένο πανί, η γωνιά κάποιου τοίχου, το χρυσό κολιέ στο στήθος ενός θεού. Οι γυάλινες σφαίρες έλαμπαν στις οροφές των ναών, εδώ κι εκεί σαν διαμάντια. Όμως, τα γκρεμισμένα σπίτια, οι σωροί του μαύρου χώματος, οι κήποι, φαίνονταν ακόμα πιο σκούροι στο σκοτάδι και κάτω στη Μάλκα τα δίχτυα των ψαράδων, που ήταν απλωμένα από τη μια ταράτσα στην άλλη, έμοιαζαν πελώριες νυχτερίδες με απλωμένες τις φτερούγες. Δεν ακουγόταν πια το τρίξιμο που έκαναν οι υδραυλικές ρόδες που ανέβαζαν νερό στον υψηλότερο ψηλό όροφο του μεγάρου. Καταμεσής στα επιχώματα καμήλες αναπαύονταν, καθισμένες στην κοιλιά τους, όπως οι στρουθοκάμηλοι. Οι θυρωροί κοιμόντουσαν στους δρόμους και στα κατώφλια των σπιτιών. Η σκιά των κολοσσιαίων αγαλμάτων βάραινε τις έρημες πλατείες. Μακριά, ο καπνός κάποιας θυσίας που έκαιγε ακόμα ξέφευγε απ’ την μπρούτζινη σχάρα, και το ζεστό αεράκι έφερνε, μαζί με τις άλλες μυρουδιές της θάλασσας, και την αποφορά που βγάζαν τα τείχη, όπως άρχιζε να τα ζεσταίνει ο ήλιος.»
Σελ. 79-80, καθημερινές εικόνες από τους δρόμους της Καρχηδόνας:
«Το γαλάζιο της θάλασσας απλωνόταν φόντο των δρόμων, που η προοπτική αυτή τούς έδειχνε ακόμα πιο απόκρημνους. Λαός που θορυβούσε τους γέμιζε απ’ το πρωί ως το βράδυ. Αγοράκια που κουνούσαν κουδουνίστρες φώναζαν στην είσοδο των λουτρών. Τα μαγαζιά, που πουλούσαν ζεστά ποτά, άχνιζαν. Ο αέρας αντηχούσε απ’ το θόρυβο των αμονιών, λευκοί πετεινοί, αφιερωμένοι στο θεό Ήλιο, έκραζαν στις ταράτσες, βόδια που τα έσφαζαν μούγκριζαν στους ναούς, σκλάβοι έτρεχαν με καλάθια στο κεφάλι. Και, στο βάθος των πυλώνων, εμφανιζόταν κάπου –κάπου κάποιος ιερέας μ’ άσπρο μανδύα, ξυπόλητος και μ’ ένα μυτερό σκουφί. Το θέαμα της Καρχηδόνας ερέθιζε τους βαρβάρους. Τη θαύμαζαν, τη μισούσαν, ήθελαν να την εκμηδενίσουν και να γίνουν κάτοικοί της.»
Σελ. 151-152-153, από την περιγραφή του ναού του Μολώχ κατά τη συγκέντρωση των αρχόντων της πόλης:
«Φωτιές έκαιγαν σε φιλιγκράν μεταλλικούς κυλίνδρους, που τις υποδαύλιζαν άντρες με μασιές. Οι ανταύγειες τους, καθώς τις έπαιρνε ο άνεμος, κοκκίνιζαν τα χρυσά χτένια με τα οποία οι άντρες συγκρατούσαν στο σβέρκο τα μαλλιά τους. Έτρεξαν να υποδεχτούν τους δημογέροντες.
Στις πλάκες του δαπέδου, εδώ  κι εκεί, ήτανε ξαπλωμένα μεγάλα λιοντάρια, που θύμιζαν σφίγγες, ζωντανά σύμβολα του θεού που κατατρώγει τα πάντα. Κοιμόντουσαν με μισάνοιχτα τα βλέφαρα. Ξύπνησαν από τα βήματα και τις φωνές. Σηκώθηκαν αργά, προχώρησαν προς τους άρχοντες, που τους αναγνώρισαν από τις φορεσιές τους και τρίβονταν στους μηρούς τους, κυρτώνοντας τις ράχες με βροντερά ρουθουνίσματα. Ο αχνός της ανάσας τους έσμιγε με το φως των πυρσών. Η αναταραχή μεγάλωσε, πόρτες έκλεισαν, οι ιερείς εξαφανίστηκαν και οι άρχοντες χάθηκαν κάτω από τις κολόνες που συγκροτούσαν ένα μεγάλο προθάλαμο γύρω απ’ το ναό.
Οι κολόνες είχαν χτιστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε με τις κυκλικές σειρές τους να αποτυπώνουν λεπτομερώς ολόκληρη τη σατούρνια περίοδο, περιλαμβάνοντας τα χρόνια, έπειτα τους μήνες για κάθε χρόνο και τέλος τις ημέρες για κάθε μήνα.
(…) Όλοι όμως ήταν πάνσοφοι σ’ ό,τι αφορούσε τις θρησκευτικές τελετές και την πειθαρχία, ειδικευμένοι σε στρατηγήματα, χωρίς οίκτο και πλούσιοι. Φαίνονταν κουρασμένοι από τις μακροχρόνιες έγνοιες. Τα φλογισμένα μάτια τους κοίταζαν με καχυποψία. Η συνήθεια να ταξιδεύουν και να ψεύδονται, να εμπορεύονται και να διοικούν, τους έδινε όψη πονηριάς και βιαιότητας, ένα είδος συνετής, αν επιτρέπεται η έκφραση, κτηνωδίας. Άλλωστε, η παρουσία του θεού, έκανε τα πρόσωπά τους πιο σκυθρωπά.»
Σελ. 216, σε ευτυχή για τους Καρχηδονίους καμπή του πολέμου:
«Οι κάτοικοι της Καρχηδόνας κυριεύτηκαν από ένα παραλήρημα χαράς. Τους πληροφόρησαν ότι ο στρατός είχε σκοτώσει έξι χιλιάδες βαρβάρους. Οι υπόλοιποι δε θ’ άντεχαν, συνεπώς ο πόλεμος θα τελείωνε. Φιλιόντουσαν στους δρόμους και τρίβανε με βούτυρο και κινάμμωμο τους θεούς για να τους ευχαριστήσουν. Με τα μεγάλα τους μάτια, τις χοντρές κοιλιές και τα δυο μπράτσα σηκωμένα ψηλά ως τους ώμους, οι θεοί φαίνονταν, στις τοιχογραφίες, να συμμερίζονται τη χαρά του λαού. Οι πλούσιοι άφηναν ανοιχτές τις πόρτες τους. Η πόλη βούιζε από τα τύμπανα, οι ναοί κάθε βράδυ ήταν φωταγωγημένοι, και οι ιέρειες της θεάς, που κατέβηκαν από τη Μάλκα, έστησαν στα σταυροδρόμια καλύβια από συκομουριές, μέσα στα οποία εκπορνεύονταν. Ψήφισαν την παραχώρηση γαιών στους νικητές, προγραμμάτισαν ολοκαυτώματα προς τιμήν του Μελκάρθ, όρισαν τριακόσιες χρυσές κορώνες για τον ύπατο και οι υποστηριχτές του πρότειναν να του δοθούν νέες δικαιοδοσίες και νέες τιμές.»
Σελ. 271, εικόνες από πεδίο μάχης:
«Από μακριά αναγνώριζε κανείς τα στρατόπεδα. Μαύρες στάχτες, σωροί κάπνιζαν στο κατάλυμα των Λιβύων. Η ανακατεμένη γη κυμάτιζε σαν θάλασσα, οι σκηνές με κουρελιασμένα πανιά θύμιζαν πλοία μισοναυαγισμένα στη στεριά. Πανοπλίες, σάλπιγγες, κομμάτια ξύλων, σιδερικά, στάρι, ρούχα, ήταν όλα ανακατεμένα με πτώματα. Η γη σε διάφορα σημεία ούτε διακρινόταν κάτω απ’ τις ασπίδες. Κουφάρια αλόγων, μηροί, σανδάλια, μπράτσα, κεφάλια στα κράνη τους που τα συγκρατούσαν τα λουριά του σαγονιού, κυλούσαν σαν μπάλες. Μαλλιά κρέμονταν στ’ αγκάθια, ελέφαντες ψυχομαχούσαν σε λίμνες αίματος με τους πύργους δεμένους στη ράχη τους. Πατούσες το γλοιώδες έδαφος, λασπωμένο χωρίς να ’χει βρέξει. Τα μπερδεμένα κουφάρια γέμιζαν όλο το χώρο, απ’ την κορφή ως τους πρόποδες του βουνού.»
Σελ. 329-330, η θυσία των παιδιών στον Μολώχ:
«Τα παιδιά ανέβαιναν αργά. Ο καπνός έφευγε με μεγάλες δίνες προς τα πάνω και τα παιδιά έμοιαζαν να αποχωρούν μέσα σε σύννεφο. Δεν κουνιόταν ούτε ένα. Τους είχαν δέσει τους καρπούς και τους αστραγάλους. Η σκουρόχρωμη τσόχινη κουκούλα που τους είχαν φορέσει δεν επέτρεπε σε κείνα να βλέπουν και στο πλήθος να τ’ αναγνωρίζει.
(…) Τα μπρούτζινα μπράτσα ανεβοκατέβαιναν τώρα πιο γρήγορα. Κάθε φορά που τοποθετούσαν στα χέρια του ένα παιδί, οι ιερείς του Μολώχ το άγγιζαν για να φορτώσουν πάνω του τα κρίματα του λαού, φωνάζοντας: «Δεν είναι άνθρωποι, αλλά βόδια!». Και το πλήθος ολόγυρα φώναζε: «Βόδια! Βόδια!». Οι θρήσκοι ικέτευαν: «Κύριε, φάε!». Και οι ιερείς της Περσεφόνης, προσαρμοσμένοι στα έθιμα της Καρχηδόνας, έψελναν σύμφωνα με τα ελευσίνια μυστήρια: «Υε! Κύε! Υε! Κύε!».
Τα θύματα μόλις έφταναν στα χείλη του ανοίγματος εξαφανίζονταν και άσπρος καπνός έβγαινε από κει μέσα.
Ο θεός δε χόρταινε. Για να προσφέρουν περισσότερα, στοίβαζαν τα παιδιά στα χέρια του, δεμένα με αλυσίδα. Προσπάθησαν να τα μετρήσουν για να δουν αν ο αριθμός τους αντιστοιχούσε στις μέρες του ηλιακού χρόνου. Ήταν αδύνατο. Έχασαν το λογαριασμό. Η θυσία κράτησε ως το βράδυ. Τα εσωτερικά τοιχώματα του κολοσσού πήραν μια σκούρα λάμψη. Φάνηκαν στο άνοιγμα κρέατα που καίγονταν. Μερικοί, μάλιστα, νόμισαν πως είδαν ανθρώπινα μέλη, μαλλιά, κορμιά ολόκληρα.»
Σελ. 352-353, οι δυνατές φιλίες στο στρατόπεδο των μισθοφόρων:
«Ζώντας χωρίς οικογένεια, μετέφεραν σ’ ένα σύντροφο την ανάγκη που ένιωθαν για στοργή. Κοιμόντουσαν πλάι –πλάι, κάτω απ’ τον ίδιο μανδύα, στην αστροφεγγιά. Επίσης, στην αδιάκοπη περιπλάνησή τους σε κάθε είδους χώρες, φόνους και περιπέτειες, γεννήθηκαν περίεργοι έρωτες, αφύσικες ενώσεις, σοβαρές όσο κι ένας γάμος, όπου ο πιο δυνατός προστάτευε τον πιο νέο στη μάχη, τον βοηθούσε να περνά τους γκρεμούς, σκούπιζε απ’ το πρόσωπό του τον ιδρώτα των πυρετών κι έκλεβε τροφές για χάρη του. (…)
Πότε –πότε δυο άντρες λουσμένοι στο αίμα σταματούσαν, πέφτανε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και πεθαίνανε την ώρα που φιλιόντουσαν.»
Σελ. 362, ο Σπένδιος και σύντροφοί του πεθαίνοντας στο σταυρό:
«Όσο για τον Σπένδιο, τον είχε κυριέψει περίεργη τόλμη. Περιφρονούσε τη ζωή, περίμενε με απάθεια το θάνατο. Στο ψυχορράγημά τους νιώθανε πότε –πότε ανατριχιάσματα, σαν να τους άγγιζαν φτερά στο πρόσωπο. Μεγάλα πουλιά έστελναν τις σκιές τους δίπλα τους, στον αέρα ακούγονταν οι φωνές τους. Κι επειδή ο σταυρός του Σπένδιου ήταν ο πιο ψηλός, το πρώτο γεράκι κούρνιασε στον δικό του. Γύρισε προς τον Ωθαρίτ και του είπε με ανεξιχνίαστο χαμόγελο:
-Θυμάσαι τα λιοντάρια στο δρόμο της Σίκα;
-Ήταν αδέρφια μας! Απάντησε ο Γαλάτης ξεψυχώντας.»
Σελ. 377-378, μετά την οριστική νίκη, στις επινίκιες τελετές και γιορτές της πόλης και στο γάμο της Σαλαμπώ:
«Πίσω από τους ιερείς έρχονταν οι ιέρειες με λύρες στο χέρι, φορώντας διάφανα μαύρα ή κίτρινα φορέματα. Κραύγαζαν θυμίζοντας πουλιά και στριφογυρνούσαν σαν τις οχιές. Χόρευαν υπό τους ήχους φλάουτων με τον τρόπο που κινούνται τ’ αστέρια και τ’ ανάλαφρα φορέματά τους σάλευαν και χύνανε απαλές μυρωδιές στην ατμόσφαιρα. Ανάμεσα στις ιέρειες ήταν και οι «κεδεσχίμ» με βαμμένα τα βλέφαρά τους, αρωματισμένοι και ντυμένοι σαν γυναίκες, παρά τα ανύπαρκτα στήθια και τους στενούς τους γοφούς. Οι άνθρωποι αυτοί συμβόλιζαν τον ερμαφροδιτισμό της θεάς. Όμως το θηλυκό στοιχείο κυριαρχούσε.
Μυστικόπαθη λαγνεία πότιζε την ατμόσφαιρα. Τα καντήλια άναψαν στα ιερά δάση, γεγονός που μαρτυρούσε πως το βράδυ θα γίνονταν όργια. Τρία καράβια αποβίβασαν πόρνες από τη Σικελία. Κι είχαν έρθει κι άλλες από την έρημο, ειδικά για την περίσταση.»
[Γκυστάβ Φλομπέρ, Σαλαμπώ, μετάφραση Μανώλης Γιαλουράκης, εκδ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, σελ. 399] 
(Για τον Γ. Φλομπέρ, και:1, 2, 3, 4.)