Τα τελευταία επτά χρόνια απασχολημένος με τη βιβλιογραφία τη σχετική με τη σε εξέλιξη εργασία μου, που περιείχε βέβαια και πρώτης τάξεως λογοτεχνία (έπη Ομήρου, αρχαίο μυθιστόρημα κ.ά.), διέθετα πολύ λίγο χρόνο στη νεότερη λογοτεχνική παραγωγή. Μόνο στο προσκέφαλο κάνα τέταρτο προτού κοιμηθώ, στα αεροπλάνα κατά τις αναμονές και τις πτήσεις. Ιδιαίτερα το τελευταίο εξάμηνο των ολοήμερων πολύωρων διορθώσεων, έλεγα «μπάφιασα πια με τον Νικολή», λαχταρούσα μυθιστορήματα άλλων. Κι εντωμεταξύ σώρευα τα προς ανάγνωση… Πάνω πάνω στη στοίβα, ωστόσο, διατηρούσα το Μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, στην παλιά έκδοση του Δίφρου, βιβλίο που εντόπισα στα συντρίμμια και τον σωρό της βιβλιοθήκης μου κατά τον σεισμό του 2017, και που έκτοτε όποτε το ξεφύλλιζα με καθήλωνε. Να το είχα διαβάσει άραγε, -στο μακρινό 1980 εικάζω αγορασμένο, δεν αποκλείεται και νωρίτερα. Ανάμεσα στις σελίδες του σαν λουλουδάκι πατημένο, ξεραμένο, σέπια πλέον, η φωτογραφία της Λιάνας (Τσαρουχά), της ξεχωριστήςφίλης απ’ τα φοιτητικά χρόνια στα Γιάννινα: ένα μικρό ρίγος, το αχνό κορίτσι με τον δείκτη διχοτομώντας το πρόσωπό της - σελιδοδείκτης όσο διάβαζα το μυθιστόρημα.





















