Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα∙ οι Αχαιοί θαυμάζουν το όμορφο κουφάρι (Ιλ. Χ. 306 – 374).


Τράβηξε το αιχμηρό ξίφος που κρεμόταν κάτω απ’ το πλευρό του μακρύ και στιβαρό, και χίμηξε συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις του σαν αετός που πετάει ψηλά και μέσ’ απ’ τα σκοτεινά σύννεφα ρίχνεται στην πεδιάδα για ν’ αρπάξει ή τρυφερό αρνί ή φοβισμένο λαγό, έτσι κι ο Έκτορας πετάχτηκε τινάζοντας το αιχμηρό ξίφος. Όρμησε και ο Αχιλλέας με γεμάτη την ψυχή άγριο μένος, όμως κάλυψε μπροστά το στέρνο του με την ασπίδα την όμορφη και στολισμένη, κι έγερνε τη φωτεινή περικεφαλαία με τα τέσσερα λοφία κι απ’ όπου σείονταν ολόγυρα όμορφες χρυσές τρίχες που ο Ήφαιστος τις έκανε να πέφτουν κάτω και γύρω σαν πυκνή φούντα.
Κι όπως ρίχνεται μες στ’ άστρα της σκοτεινής νύχτας ο Έσπερος, το ωραιότερο άστρο που στέκεται στον ουρανό, έτσι λαμπύριζε κι η αιχμή της ακονισμένης λόγχης που ο Αχιλλέας κράδαινε στο δεξί του χέρι θέλοντας το κακό του θεϊκού Έκτορα, ψάχνοντας πού το ωραίο του κορμί θα υποχωρούσε ευκολότερα. Όμως το σώμα του Έκτορα το κάλυπταν τα χάλκινα όπλα, τα όμορφα, που είχε γυμνώσει με τη βία απ’ τον Πάτροκλο, τότε που τον σκότωσε. Φαινόταν εντούτοις το σημείο στο λαιμό ανάμεσα στις κλείδες και τους ώμους, στο φάρυγγα, όπου επέρχεται ο πλέον ακαριαίος θάνατος. Εκεί τον Έκτορα που ορμούσε με μανία τον χτύπησε με τη λόγχη του κονταριού ο θεϊκός Αχιλλέας και η αιχμή διαπέρασε τον απαλό λαιμό, ωστόσο το κοντάρι από ξύλο μελιάς, το βαρύ από το χαλκό, δεν έκοψε το φάρυγγα όσο να μην μπορεί κάπως να σχηματίζει λέξεις απαντώντας του. Κι εκείνος σωριάστηκε στις σκόνες, ενώ ο θεϊκός Αχιλλέας καυχήθηκε:
«Έκτορα, θα ’πες υποθέτω τότε που γύμνωνες από τα όπλα του τον Πάτροκλο ότι σώθηκες πια, κι εμένα που βρισκόμουν μακριά καθόλου δε με φοβήθηκες. Ανόητε, βοηθός του πολύ γενναιότερος είχα απομείνει εγώ στα μετόπισθεν, πίσω στα καράβια με τα μεγάλα αμπάρια, εγώ που τώρα σου παρέλυσα τα γόνατα. Εσένα, λοιπόν, τα σκυλιά και τα όρνια θα σε σέρνουν ξεφτιλίζοντάς σε, εκείνον όμως θα τον θάβουν με τις προσήκουσες τιμές οι Αχαιοί.»  
Και ο Έκτορας με την περικεφαλαία που στραφταλίζει, με δυσκολία αναπνέοντας, του είπε: «Σε ικετεύω, στη ζωή και στα γόνατα και στους γονείς σου, μη με αφήσεις πέρα στα καράβια να με κατασπαράξουν τα σκυλιά, αλλά δέξου χαλκό κι άφθονο χρυσάφι, τα δώρα που θα σου δώσουν ο πατέρας κι η σεβαστή μάνα μου∙ το σώμα μου δώσ’ το πίσω στο σπίτι μου, για να κάψουν το κουφάρι μου οι Τρώες και οι σύζυγοι των Τρώων.»
Τον αγριοκοίταξε προτού του απαντήσει ο γρήγορος στα πόδια Αχιλλέας: «Μη με παρακαλείς στο όνομα των γονάτων και των γονιών μου, σκύλε! Γιατί μακάρι το μένος και η ψυχή μου να μου επέτρεπαν να κόψω και να φάω τα κρέατά σου ωμά γι’ αυτά που έκανες, γιατί δεν υπάρχει κανένας που θα διώξει τα σκυλιά απ’ το κεφάλι σου, ούτε κι αν μου κουβαλήσουν εδώ και μου βάλουνε στη ζυγαριά δέκα φορές και είκοσι φορές τόσα λύτρα και μου υποσχεθούν και περισσότερα, ούτε κι αν ο Πρίαμος, ο απόγονος του Δάρδανου, διέταζε να μου φέρουν χρυσάφι ίσο με το βάρος το δικό σου, ούτε και τότε η σεβαστή σου μάνα, αυτή που σε γέννησε, θα σε θρηνούσε γοερά σε νεκρικό κρεβάτι, αλλά τα σκυλιά και τα όρνια θα σε σπαράξουν όλον εντελώς.»
Κι ο Έκτορας με την περικεφαλαία που στραφταλίζει, πεθαίνοντας πια, του απάντησε: «Πράγματι, ξέροντάς σε καλά, διαισθανόμουν πως δεν επρόκειτο να σε πείσω, γιατί αλήθεια η καρδιά σου είναι από σίδερο. Βάλε με το νου σου τώρα μόνο πως ίσως εξαιτίας μου οργιστούν οι θεοί μαζί σου και μια μέρα, επί τούτω, και παρόλο που είσαι γενναίος, ο Πάρης και ο Φοίβος Απόλλωνας σε σκοτώσουν στις Σκαιές Πύλες.»
Μόλις απόσωσε αυτά, το τέλος του θανάτου τον κάλυψε και η ψυχή του πετώντας έξω απ’ τα μέλη του κατευθυνόταν προς τον Άδη θρηνώντας γοερά τη μοίρα της, την αντρεία και τα νιάτα που εγκατέλειπε.
Μ’ αυτόν, και μόλο που νεκρός, ο θεϊκός Αχιλλέας συνέχισε την κουβέντα: «Πέθανε συ και μη σε νοιάζει. Εγώ τότε θα δεχτώ το θάνατο, όταν ο Δίας θελήσει να συμβεί κι όταν και οι υπόλοιποι αθάνατοι θεοί επίσης το θελήσουν.»
Είπε και τράβηξε το κοντάρι με τη χάλκινη λόγχη από το νεκρό και το ακούμπησε παραπέρα, ύστερα του γύμνωσε τους ώμους από τα όπλα τα γεμάτα αίματα∙ και οι άλλοι γιοι των Αχαιών τρέξανε ένα γύρο και κοιτάζανε με θαυμασμό την κορμοστασιά και το πολύ όμορφο πρόσωπο του Έκτορα. Μα ούτε και τον πλησίασε κανείς που να μην του πληγώσει το κορμί. Κι έλεγε ο καθένας στο διπλανό του κάτι σαν κι αυτό: «Πω πω, πόσο μαλακότερος τώρα να τον αγγίζει κανείς ο Έκτορας, σε σύγκριση με τότε που έκαιγε τα πλοία μας με δυνατή φωτιά!»

(Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (1870; - 1934) Μονομαχία Αχιλλέα και Έκτορα.)

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Χ, στίχοι 306 – 374]