Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Ἔσσεται ἢ ἠὼς ἢ δείλη ἢ μέσον ἦμαρ / Θα ’ναι ή αυγή ή δειλινό ή μεσημέρι (Ιλ. Φ. 99 – 103).


(Ο Λυκάονας, ο γιος του Πρίαμου, ο οποίος στο παρελθόν αιχμαλωτίστηκε και πουλήθηκε δούλος από τον ίδιο τον Αχιλλέα, με ανακτημένη την ελευθερία του εδώ και δώδεκα μέρες, βρίσκεται εντούτοις ξανά στο έλεός του, αυτή τη φορά στο πεδίο της μάχης, πέφτει στα γόνατα και τον εκλιπαρεί να του χαρίσει τη ζωή. Ο Αχιλλέας τού απαντά με τρόπο αμείλικτο.)

«Ανόητε, μη μου μιλάς εμένα για λύτρα και μη μου βγάζεις λόγους. Μέχρι να συναντήσει, βέβαια, ο Πάτροκλος τη μοιραία μέρα της ζωής του, ίσαμε τότε θεωρούσα καλό ακόμα και το να λυπάμαι τους Τρώες, και πολλούς που τους έπιασα ζωντανούς, ύστερα τους πούλησα δούλους∙ αλλά τώρα πια δεν υπάρχει κανείς που θα γλύτωνε το θάνατο -όποιον ο θεός πετάξει στα δικά μου χέρια μπροστά στο Ίλιο-, κανένας δίχως εξαίρεση ανάμεσα στους Τρώες και ιδιαίτερα κανένας από τους γιους του Πρίαμου. Αλλ', αγόρι μου, άιντε πέθανε κι εσύ∙ τι μου κλαις και μου στενάζεις; Εδώ πέθανε κοτζάμ Πάτροκλος, που ήτανε και πολύ καλύτερός σου. Δε βλέπεις ποιος είμαι ’γώ, τι όμορφος και με τι ανάστημα; Και είμαι από γενναίο πατέρα κι η μάνα που με γέννησε είναι θεά∙ και παρ’ όλ’ αυτά με περιμένει και μένα θάνατος και μοίρα σκληρή: θα ’ναι ή αυγή ή δειλινό ή μεσημέρι που κάποιος θα μου αφαιρέσει τη ζωή, ή με δόρυ χτυπώντας με ή με βέλος απ’ τη χορδή τόξου.»

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Φ, στίχοι 99 - 103]