Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Μίνυνθά περ ἀμφιβαλόντε ἀλλήλους / Λιγάκι μόνο ν' αγκαλιαστούμε (Ιλ. Ψ. 59 - 107).


Ο γιος του Πηλέα κειτόταν στην άμμο της πολυτάραχης θάλασσας στενάζοντας βαριά, μαζί με πολλούς Μυρμιδόνες, σε ανοιχτωσιά κοντά στην άκρη του γιαλού όπου έσκαζε το κύμα. Κι ενώ τον έπαιρνε ο ύπνος που του ’λυνε τις έγνοιες της ψυχής, ύπνος βαθύς και χυμένος ολόγυρά του –γιατί είχαν πολύ αποκάμει τα λαμπερά του μέλη καταδιώκοντας τον Έκτορα προς το εκτεθειμένο στους ανέμους Ίλιο- ήρθε η ψυχή του δύσμοιρου Πάτροκλου σ’ όλα μοιάζοντάς του, και στο παράστημα, και στα όμορφα μάτια, και στη φωνή, και στα ίδια τα ρούχα του που φορούσε στο κορμί. 
Στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι του κι είπε τα παρακάτω λόγια:
«Κοιμάσαι, λοιπόν, με ξέχασες, Αχιλλέα, εσύ που ζωντανό με φρόντιζες, όχι όμως πεθαμένο. Θάψε με το γρηγορότερο, να καταφέρω να περάσω τις πύλες του Άδη. Μ’ εμποδίζουν από μακριά οι ψυχές, τα φαντάσματα των πεθαμένων, δε μ’ αφήνουν ακόμα ν' ανακατευτώ μαζί τους στην άλλη όχθη του ποταμού, μόνο περιπλανιέμαι έτσι έξω απ’ το ανάκτορο με τις πλατιές πύλες του Άδη. Σε ικετεύω, δώσ’ μου το χέρι σου∙ δε θα επιστρέψω πια από τον κάτω κόσμο, αφότου με κάψετε. Ζωντανοί άλλη φορά δε θα πιάσουμε την κουβέντα οι δυο μας, καθιστοί, μακριά απ’ τους συντρόφους μας, -εμένα, βλέπεις, με κατάπιε η σκληρή μοίρα του θανάτου, αυτή που μου ’λαχε από τα γεννοφάσκια μου. Αλλά και σ’ εσένα τον ίδιο, όμοιε με τους θεούς Αχιλλέα, επιφυλάσσει η μοίρα να χαθείς κάτω από το τείχος των πλούσιων Τρώων. Κι ένα άλλο θα σου πω, κι είναι η επιθυμία μου, αν συμφωνείς κι εσύ: τα δικά μου οστά μην μπούνε χώρια απ’ τα δικά σου, Αχιλλέα, αλλά μαζί και των δυο μας, όπως μεγαλώσαμε στο σπίτι σας, αφότου μικρό παιδί όντας ο Μενοίτιος με οδήγησε από τον Οπούντα στο σπίτι σας, λόγω της θλιβερής ανθρωποκτονίας, τη μέρα που σκότωσα, ο ανόητος, άθελά μου, το γιο του Αμφιδάμαντα, νευριασμένος πάνω στο παιχνίδι με τ' αρνίσια κότσια. Εκεί με δέχτηκε στο ανάκτορό του ο αρματηλάτης Πηλέας, με ανάτρεφε και με πρόσεχε και μ' ονόμασε δικό σου σύντροφο. Έτσι και τα οστά μας ας τα σκεπάσει η ίδια νεκροθήκη, ο χρυσός αμφορέας που σου 'δωσε η σεβαστή μητέρα σου.»
Κι ο γρήγορος στα πόδια Αχιλλέας τού απάντησε: 
«Γιατί, άραγε, αγαπημένε, έχεις έρθει εδώ και μου ζητάς το ένα και το άλλο; Εγώ θα σου κάνω όλες τις χάρες και θα σ’ ακούσω σ’ όσα μού παραγγέλλεις. Όμως, σε παρακαλώ, έλα στάσου πιο κοντά. Λιγάκι μόνο ν’ αγκαλιαστούμε, να φχαριστηθούμε γοερό θρήνο.»
Είπε κι άπλωσε τα χέρια του δίχως να τον πιάσει∙ η ψυχή έφυγε γρήγορα κάτω στη γη με τον ήχο του τριγμού που συνήθως αφήνουν πίσω τους οι ψυχές. Έκθαμβος σηκώθηκε όρθιος ο Αχιλλέας, χτύπησε τις παλάμες του, κι είπε λόγια θρήνου: «Πω πω, στ’ αλήθεια λοιπόν υπάρχει και στα παλάτια του Άδη ψυχή και φάντασμα, όμως δίχως ίχνος ζωής. Ολόκληρη νύχτα στεκόταν από πάνω μου η ψυχή του δύσμοιρου του Πάτροκλου, θρηνούσε γοερά κι έχυνε δάκρυα και μου παράγγελλε το ένα και το άλλο, μα και του ’μοιαζε υπερβολικά πολύ.»
        
[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ψ, στίχοι 59 - 107]