Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Να χαίρεσαι, Πάτροκλέ μου, και στον κάτω κόσμο ακόμα (Ιλ. Ψ. 133 - 183).


Προηγούνταν οι αρματηλάτες και πίσω τους ακολουθούσαν σύννεφο οι πεζοί, μυριάδες, και στο μέσον σήκωναν οι σύντροφοι τον Πάτροκλο. Με τις τρίχες από τα μαλλιά τους είχαν καλύψει ολόκληρο το σώμα του νεκρού, που τις κούρεψαν απ’ τα κεφάλια τους και τις άπλωσαν πάνω του. Πίσω, του κρατούσε το κεφάλι ο θεϊκός Αχιλλέας, λυπημένος, καθώς οδηγούσε στον Άδη τον άψογο σύντροφό του.
Κι όταν έφτασαν εκεί όπου είχε ορίσει ο Αχιλλέας, τον ακούμπησαν χάμω και γρήγορα στοίβαζαν άφθονα ξύλα. Τότε λοιπόν άλλο σκαρφίστηκε ο θεϊκός Αχιλλέας. Στάθηκε μακριά απ’ την πυρά, κούρεψε τα ξανθά μαλλιά του που τα άφηνε να μακρύνουν πολύ για χάρη του Σπερχειού ποταμού, κι είπε θλιμμένος κοιτάζοντας προς το σκοτεινό πέλαγος:
«Σπερχειέ, διαφορετικά και για χάρη σου επιθυμούσε ο πατέρας μου, όταν επιστρέψω εκεί στην αγαπημένη πατρική γη, για σένα να κόψω τα μαλλιά μου και να σου κάνω ιερή μεγάλη δημόσια θυσία, να σφάξω πενήντα κριάρια, όχι ευνουχισμένα, εκεί στις πηγές σου, στο δικό σου τέμενος και στο βωμό σου που ευωδιάζει απ’ τους καπνούς του θυμιάματος. Έτσι προσευχόταν ο γέρος, εσύ όμως δεν εκπλήρωσες την ευχή του. Και τώρα που δεν πρόκειται να επιστρέψω στην αγαπημένη πατρική γη, στον ήρωα Πάτροκλο τα δίνω, μαζί του να πάρει τα μαλλιά μου.»
Είπε κι απίθωσε στα χέρια του αγαπημένου συντρόφου τα μαλλιά του, κι άναψε σ’ όλους την επιθυμία του γοερού θρήνου. Και θα οδύρονταν ίσαμε να δύσει το φως του ήλιου, αν δεν πλησίαζε ο Αχιλλέας έγκαιρα τον Αγαμέμνονα, να του πει: «Γιε του Ατρέα, -γιατί στα λόγια σου πείθονται ευκολότερα οι στρατιώτες Αχαιοί- τώρα σκόρπισέ τους από την πυρά και παράγγειλε να προετοιμάσουν το δείπνο. Τούτα 'δώ θα τα φέρουμε σε πέρας οι πιο αγαπημένοι του νεκρού. Ας μείνουν εδώ μαζί μας και οι αρχηγοί.»
Αμέσως μόλις τον άκουσε ο Αγαμέμνονας, ο κυβερνήτης των ανδρών, σκόρπισε το στρατό προς τα συμμετρικά καράβια. Αλλά όσοι είχαν τη μέριμνα της ταφής έμειναν εκεί και στοίβαζαν ξύλα κι έκαναν την πυρά εκατό πόδια από τη μια κι από την άλλη πλευρά, και στην κορφή με θλιμμένη καρδιά τοποθέτησαν το νεκρό. Και πολλά παχιά αρνιά και βόδια με ελικοειδή κέρατα και που στριφογυρνάνε τα πισινά τους πόδια τα ’γδερναν μπροστά στη φωτιά και τα ετοιμάζανε, κι απ’ όλα ο μεγαλόψυχος Αχιλλέας έπαιρνε το λίπος και κάλυπτε το νεκρό από το κεφάλι ως τα πόδια, κι ολόγυρα στοίβαζε τα γδαρμένα ζώα. Κι εσωτερικότερα τοποθέτησε σταμνιά με μέλι και με λάδι για άλειμμα, γέρνοντάς τα προς τη νεκρική κλίνη. Κι έριξε στην πυρά τέσσερα άλογα με ψηλούς περήφανους τραχήλους, στενάζοντας ο ίδιος βαριά. Εννιά σκυλιά είχε γύρω απ’ το τραπέζι του ο βασιλιάς και δύο απ’ αυτά τα ’σφαξε και τα ’ριξε στην πυρά. Αλλά το ίδιο έκανε και με τους δώδεκα ευγενείς γιους των γενναιόκαρδων Τρώων, αφού τους σκότωσε με το χάλκινο ξίφος. Και ήταν κακές οι δουλειές που μηχανεύτηκε με το μυαλό του. Και δυνάμωσε τη φωτιά, για να κατακάψει τα πάντα. Κι έπειτα οδυρόταν μεγαλόφωνα και φώναζε με τ’ όνομά του τον αγαπημένο σύντροφο:
«Να χαίρεσαι, Πάτροκλέ μου, και στον κάτω κόσμο ακόμα. Γιατί ήδη εκπλήρωσα όλα όσα σού υποσχέθηκα πρωτύτερα. Δώδεκα ευγενείς γιους γενναιόκαρδων Τρώων τούς τρώει η πυρά μαζί με σένα. Τον Έκτορα, το γιο του Πρίαμου, όμως, δε θα τον δώσω στη φωτιά να τον καταβροχθίσει, αλλά στα σκυλιά.»
       
[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ψ, στίχοι 133 - 183]