Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Η ολονύκτια πυρά (Ιλ. Ψ. 217 - 244).


Κι ο Βοριάς με τον Ζέφυρο ολονυχτίς αναρρίπιζαν από κοινού τη φλόγα της πυράς φυσώντας συνέχεια, κι όλη τη νύχτα ο γρήγορος Αχιλλέας μ’ ένα δικύπελλο ποτήρι στο χέρι άδειαζε κρασί από το χρυσό κρατήρα, το ’χυνε χάμω και πότιζε τη γη, φώναζε και γύρευε την ψυχή του δύσμοιρου Πάτροκλου. Κι όπως θρηνεί ένας πατέρας καίγοντας τα οστά του νιόπαντρου γιου του που πεθαίνοντας έριξε στη θλίψη τους γονείς του, έτσι κι ο Αχιλλέας καίγοντας τα οστά του συντρόφου θρηνούσε γοερά και σερνότανε πλάι στη φωτιά με πυκνούς στεναγμούς.
Κι όταν ανάτειλε ο Αυγερινός για ν’ αναγγείλει το φως πάνω στη γη, και πίσω του απλώθηκε στη θάλασσα το πέπλο της αυγής στο χρώμα του κρόκου, τότε άρχισε να μαραίνεται η φωτιά, κι η φλόγα έσβησε. Οι άνεμοι κίνησαν πάλι πίσω για το σπίτι τους κατά το Θρακικό πέλαγος, κι εκείνο βόγκηξε απ’ τα ορμητικά φουσκωμένα κύματά του. Και ο γιος του Πηλέα απομακρύνθηκε απ’ τη φωτιά, έγειρε κουρασμένος κι ο γλυκός ύπνος τον πήρε αμέσως. Όμως οι άλλοι, όλοι μαζί, συγκεντρώνονταν γύρω από το γιο του Ατρέα, και η βουή απ’ τις φωνές κι οι κρότοι απ’ τα ποδοβολητά τους καθώς πλησίαζαν τον ξύπνησαν. Ανακάθισε και καθιστός τούς είπε: «Γιε του Ατρέα και οι άλλοι επικεφαλής των Παναχαιών, πρώτ’ απ’ όλα σβήστε καλά τη φωτιά με αφρώδες κρασί παντού όπου απλώθηκε με την ορμή της η πυρά. Έπειτα, ας συλλέξουμε τα οστά του Πάτροκλου, του γιου του Μενοίτιου, ξεδιαλέγοντάς τα καλά απ’ τα υπόλοιπα, κι είναι εύκολο να τα ξεχωρίσουμε, γιατί εκείνος κειτόταν στο μέσον της πυράς, ενώ οι άλλοι καίγονταν μακριά, στις άκρες της, ανακατεμένοι άντρες και άλογα. Κι εκείνου τα οστά να τ' αποθέσουμε, τυλιγμένα με λίπος, μέσα σε χρυσό σταμνί, να περιμένουν εωσότου κι ο ίδιος εγώ στον Άδη κατεβώ. (…)»  

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Ψ, στίχοι 217 - 244]