Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Η αφόρητη αισθηματολογία.

Η αφόρητη αισθηματολογία

image















Athens Voice, 7-11-2015.
Η αισθηματολογία είναι η αισθηματική φλυαρία. Ανήκει στην αμετροέπεια, ευρύτερα στην έλλειψη οικονομίας στην έκφραση, από την άποψη της αισθητικής αδιαμφισβήτητα στην περιοχή του κιτς. Και αν δεν είναι πάντοτε πονηρός ο αισθηματολόγος, όμως η έστω ασύνειδη ιδιοτέλειά του νομίζω γίνεται εύκολα αντιληπτή. Εκτός εάν ο αποδέκτης της αισθηματολογίας για διάφορους δικούς του λόγους επιλέγει αυτοβούλως να εξαπατηθεί, που είναι και η περίπτωση εκείνου που έπειτα διασπείρει όλος έξαψη τις αισθηματολογίες – το είδος απαντάται σε μεγάλους αριθμούς στα μέσα δικτύωσης.

Παρατηρώ από χρόνια πως η αισθηματική επιτήδευση, η μίμηση του πλούτου των αισθημάτων ή της ευαισθησίας, είναι σχεδόν πάντοτε υστερόβουλη. Δε γνώρισα ποτέ αληθινά ευαίσθητο άνθρωπο που να περιέφερε με επίθετα, ωραίες λέξεις και αφηγήσεις τον πόνο που του προξένησε η κατάσταση ενός άλλου ανθρώπου. Είδα πρόσωπα σε τρελή αμηχανία, κεφάλια σε αποστροφή με λυγμούς πνιχτούς, το φιλάνθρωπο που ντρέπεται για τη χαμένη αξιοπρέπεια του άλλου και γι’ αυτό ενεργεί εν κρυπτώ, τις σπασμένες φράσεις, τις μετέωρες λέξεις, την ίδια ποιότητα της συγκίνησης που προξενεί και η κατ’ εξοχήν επικράτεια των αισθημάτων (αλλά και των μορφών), η τέχνη.
Η συγκίνηση μπροστά στο έργο τέχνης. Η αφήγηση, οι εικόνες, οι ήχοι είναι σκιές του ασυνειδήτου. Απεικάσματα ονείρου η πρώτη τους ύλη, αποδοσμένα με τις προσήκουσες σ’ αυτά μορφές. Αμηχανία, δέος, ο τρόμος σε όλη την ποικίλη παλέτα του, αλλά και ο έλεος. Η διαδικασία να ξαναβρεθεί στην αυθεντική του συνθήκη ο εσωτερικός μας κόσμος, που είναι και το όφελος, το μεγάλο δώρο του έργου τέχνης.
Είδε κανείς τον Οιδίποδα ή τη Μήδεια, το Βυσσινόκηπο ή το Περιμένοντας τον Γκοντό κι έμπηξε τα κλάματα; Διαβάζω ξανά τον Όμηρο. Από τη ραψωδία Π της Ιλιάδας νεκρός ο Πάτροκλος και ούτε νύξη αν και τι έμαθε ο Αχιλλέας, θεοί και ήρωες αγωνιούν πώς θα αντιδράσει εκείνος, περνάει ολόκληρη η επόμενη ραψωδία και ο Αχιλλέας άφαντος, κι όταν στους πρώτους στίχους της μεθεπόμενης, της Σ, ο Μηριόνης με τον Μενέλαο κι από κοντά οι δυο Αίαντες του φέρνουν το κουφάρι με τα πηγμένα αίματα και τα χώματα, δεν άντεξα τον πόνο του συντρόφου, ομολογώ έβαλα κι εγώ τα κλάματα. Αλλά ο Όμηρος δε μ’ άφησε να το χαρώ ούτε δέκα στίχους.
Ούτε δέκα στίχους! Ακούει τα βογγητά του πονεμένου γιου η μάνα του η Θέτις κάτω στα βάθη της θάλασσας, στη σπηλιά του γέρου Νηρέα, του πατέρα της, και συνοδευόμενη από τις σαράντα εννιά αδερφάδες της Νηρηίδες, τις θειάδες του Αχιλλέα, και τα ονόματά τους όπως τα αραδιάζει ο Όμηρος θροΐζουν σαν τα πέπλα στο διάβα τους, κατά το οποίο επίσης διάβα μεριάζουν τα κύματα, φτάνουν στη σκηνή του γενναίου ήρωα, να τον παρηγορήσουν για την απώλεια του μειλίχιου συντρόφου. Τα αισθήματα εντωμεταξύ τα απορροφά η γλύκα του παραμυθιού, της ζωής.
Διότι η γνήσια λογοτεχνία σε αντίθεση με αυτήν που τη μιμείται –ένα ακραίο καλό παράδειγμα της δεύτερης η περιώνυμη ροζ–, απεχθάνεται την αισθηματολογία και οπωσδήποτε δεν εκβιάζει την εύκολη και επιπόλαιη συγκίνηση του φιλότεχνου. Είναι η διαφορά ανάμεσα στην ερωτική τέχνη και την πορνογραφία ή στην ηθική και την ηθικολογία.
Στις καθημερινές συναναστροφές μας αν κάποιος αισθηματολογεί ανιδιοτελώς, αν δεν είναι τίποτε παιδί στην ακαταλόγιστη ως ένα σημείο εφηβεία, τον θεωρούμε ή αφελή ή ολιγόνου. Με εντυπωσιάζουν καμιά φορά στο γυμναστήριο, δίχως καν να στήνω αυτί, κάτι χιπστεράδες, στην όψη τους ομηρικοί ηίθεοι σαν μπροστά στα καράβια των Αχαιών ή στις Σκαιές Πύλες του Ίλιου, να λέει ο ένας στον άλλο για την γκόμενα που του είπε και που της είπε, που της έκανε και που του έκανε, τόση φαιδρή αισθηματολογία ούτε –κι ας μην εκληφθεί παρακαλώ σεξιστικό τώρα ετούτο– οι κοπέλες στα τέλη του ’70, τότε που ψάχνανε το νεοελληνικό όνειρο του γάμου μετά το απολυτήριο του λυκείου, που λέω –για τους εν λόγω χιπστεράδες– κρίμα η ηρωική κατατομή, τα στιλπνά μαύρα γενάκια.
Αλλά και πάλι τίποτε δε συγκρίνεται με την ακραία έκλυση αισθηματολογίας στο Facebook. Με όλες αυτές τις εικόνες των προσφύγων, συνδυασμένες ιδίως με δικές μας του 1922 (από το σεντούκι των οικογενειακών κειμηλίων), ο εκβιασμένος, σχεδόν πορνογραφικός οίκτος, και κυρίως το επιδεικτικό, το επιθετικό τρίψιμό του στη μούρη των σκατόψυχων, δηλαδή των μικροαστών που οι ανάλγητοι δε διαρρηγνύουν κι αυτοί τα διαδικτυακά τους ιμάτια, προκειμένου να σταλεί το μήνυμα όσο πιο δελεαστικό στα εκατομμύρια που περιμένουν απέναντι στην Τουρκιά και κάτω στην Αραπιά, να πληρώσουν το διχίλιαρο το κεφάλι στους διακινητές και, ναι, τι να κάνουμε, ας αυξηθούν και τα πτώματα, αν έτσι πρέπει για ν’ αφυπνιστούνε οι απανταχού σκατόψυχοι, ε, ναι, και ας πάνε στο διάολο και σύνορα, και Ένωση, και όλα. Ε, μα πια!
Την αισθηματολογία στο δημόσιο λόγο, στη ρητορική με την ευρεία έννοια, ιδιαίτερα σαν βάση στην προπαγάνδα και υποκατάστατο στην αθετημένη ιδεολογική συνέπεια, την επέβαλε ο Αντρέας Παπανδρέου, τη συνέχισε επαξίως ο γνήσιος διάδοχός του, ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, σήμερα τη διακονούν σχεδόν όλοι. Και μακάρι να ήτανε μόνο η ντόπια πολιτική τάξη. Να ’τανε μόνο το φόντο οι γιαγιάδες με τα προσφυγόπουλα απ’ τη Λέσβο πίσω από τα μικρόφωνα του πρωθυπουργού και του Μάρτιν Σουλτς. Τι είδους μικροπολιτικές εξυπηρετούσαν όλες εκείνες οι υποδοχές των προσφύγων στις γερμανικές πόλεις ή η τελευταία, άκρως τηλεοπτική και αυτή, αερομεταφορά στο Λουξεμβούργο των 30 τυχερών από Αθήνα; Τα φιλμάκια κυκλοφορούν στο you tube, και θα κυκλοφορούν για μήνες και για χρόνια, και προφανώς θα διαλαλούνε σε χειμαζόμενες Ασία και Αφρική το ελάτε, υπάρχουν στην (κεντρική και βόρεια) ευρωπαϊκή γη της ευδαιμονίας λαοί να σας υποδεχθούν με δώρα και με ανεπιτήδευτη, ξέχειλη αγάπη. Θα συσχετίσει άραγε κανείς σοβαρά τις πνιγμένες στις θάλασσες ζωές με αυτά τα φλύαρα μηνύματα;
Η ζωή, η πολιτική, η τέχνη περιέχουν εκείνο το άγριο βλέμμα προς τη σκοτεινή πλευρά της ύπαρξης. Συγχωρήστε μου την ασάφεια. Αλλά αυτό το αμήχανο, γεμάτο δέος και αλαλία βλέμμα γεννάει τα ακριβά αισθήματα και τον απέριττο λόγο που τα οικονομεί. Την οικονομία στην έκφραση, όπως και την καίρια πράξη. Με άλλα λόγια την αλήθεια στη ζωή των ατόμων και των κοινωνιών.
Τουλάχιστον υπάρχει η εσχάτη –ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, η αναλογική προς τη θεία– η αισθητική δίκη. Οι χαρίεσσες selfies των νεαρών ιερωμένων μπροστά στο ανοιχτό φέρετρο του μακαρίτη Χριστόδουλου και η κραυγή «Αγάπη μου» της χήρας του όπως άπλωνε την αγκάλη της πάνω απ’ το κλειστό κιβούρι του Ανδρέα Παπανδρέου. Το σημείο στίξης, το τελευταίο, το ταιριαστό στη δημόσια παρουσία και στο λόγο του καθενός.