Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Του ’δωσε τις χάρες, του ’δωσε και τ’ όνομα (Οδ. Τ. 392 – 412).


(Ο μητρικός παππούς Αυτόλυκος κληροδότησε τις χάρες του στον εγγονό Οδυσσέα, είναι κι ο ίδιος που τον ονομάτισε. Τα αναλογίζεται η παραμάνα Ευρύκλεια, όταν, ενώ πλένει τα πόδια του γέρου - ζητιάνου, από την ουλή στο πόδι, κατάλοιπο του κυνηγιού στον Παρνασσό, σημάδι απ’ το λευκό δόντι ενός θηριώδους κάπρου, αναγνωρίζει τον Οδυσσέα.
Ο παππούς Αυτόλυκος και η γιαγιά Αμφιθέη ήτανε οι γονείς της Αντίκλειας, της μάνας του Οδυσσέα.
Το LiddellScott δίνει στο λήμμα ὀδύσσομαι: ἡ μυθικὴ ἀρχὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ὀδυσσέως ὡς μισουμένου ὑπὸ θεῶν τε καὶ ἀνθρώπων / ενώ για την εδώ χρήση: ὀδυσσάμενος πολλοῖσιν, την ερμηνεία: ἔχω παράσχει αἰτίας δυσαρεσκείας εἰς πολλούς.
Κατά κάποιο τρόπο ένα λογοπαίγνιο του Ομήρου.)

Και η γριά πλησίασε τον αφέντη της κι άρχισε να τον πλένει, μα κι αμέσως αναγνώρισε την ουλή απ’ το άσπρο δόντι του κάπρου στον Παρνασσό, τότε που πήγε στο γενναίο Αυτόλυκο και τους γιους του, στον παππού του από τη μεριά της μάνας του, που ξεπερνούσε όλους τους ανθρώπους στους όρκους αλλά και στους δόλους και τις κλεψιές, δώρα που του ’δωσε ο ίδιος ο Ερμής, γιατί κι αυτός τον ικανοποιούσε καίγοντάς του μηριά αρνιών και κατσικιών. Ο θεός, πάλι, του παράστεκε και τον γνοιαζόταν. 
Σαν ήρθε, λοιπόν, ο Αυτόλυκος στην καρπερή χώρα της Ιθάκης, ήταν μόλις που είχε γεννηθεί ο γιος της κόρης του, βρέφος που η Ευρύκλεια το απίθωσε πάνω στα γόνατα τα γεμάτα αγάπη του παππού, με το που εκείνος απόφαγε, ζητώντας του επιπλέον να ονοματίσει το παιδί: «Αυτόλυκε, εσύ τώρα βρες και δώσε όνομα στο αγαπημένο παιδί της κόρης σου, που με τόση λαχτάρα το περίμενες.» Κι ο Αυτόλυκος απάντησε με δυνατή φωνή: «Γαμπρέ μου και κόρη μου, δώστε του το όνομα που θα σας πω, γιατί εγώ -εμένα που με βλέπετε- στη γη κι ανάμεσα στους ανθρώπους (ὀδυσσάμενος πολλοῖσιν/) πολλούς έχω δυσαρεστήσει, και άντρες και γυναίκες Οδυσσέα, μ' αυτό το όνομα να τον φωνάζετε. Κι όταν με το καλό μεγαλώσει, ας έρθει ίσαμε τον Παρνασσό, στο μητρικό αρχοντικό του, εκεί που ’χω τα υπάρχοντά μου, απ’ αυτά να τον γεμίσω δώρα κι ύστερα χαρούμενο να τον ξεπροβοδίσω.»
       
[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία τ, στίχοι 392 – 412]