Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Την άνοιξη που οι μέρες μεγαλώνουν (Οδ. Σ. 356 – 383).


(Ενώ οι μνηστήρες τρων και πίνουν στο παλάτι του Οδυσσέα, ένας απ’ αυτούς, ο Ευρύμαχος, ο γιος του Πόλυβου, θα προσβάλει το μεταμορφωμένο σε γέρο ζητιάνο ήρωα. Η απάντηση του Οδυσσέα μού θύμισε σελίδες ρωσικής λογοτεχνίας, τα ήθη των γαιοκτημόνων του Ντοστογιέφσκι ή του Τολστόι.)

«Ξένε, αν σ’ έπαιρνα στη δούλεψή μου, θα ’θελες να μου ’ρθεις εργάτης στις άκριες του χτήματός μου –θα ’ναι μεγάλος ο μισθός σου- να χτίζεις ξερολιθιές και δέντρα να φυτεύεις; Εκεί τροφή άφθονη θα σου παρείχα και ρούχα να φορέσεις και υποδήματα για τα πόδια σου. Αλλά τώρα που κακόμαθες, δουλειά δε θα θες ν' αναλάβεις, μόνο προτιμάς σκυφτός να ζητιανεύεις από χωριό σε χωριό, για να μπορεί η αχόρταγη κοιλιά σου να βόσκει.»
Κι απαντώντας ο πολυμήχανος Οδυσσέας τού είπε:
«Ευρύμαχε, να γινόταν να παραβγούμε ο ένας τον άλλον στη δουλειά, την άνοιξη που οι μέρες μεγαλώνουν, στο χορτάρι, με καμπύλο δρεπάνι, με κοσιά, να κρατώ εγώ ένα, να κρατάς κι εσύ άλλο το ίδιο, να δοκιμαστούμε στον κόπο μέχρι να σκοτεινιάσει η μέρα, νηστικοί, και να μην τελειώνει το χορτάρι. Ή, πάλι, ένα ζευγάρι βόδια αν οδηγούσα, τα καλύτερα, ορμητικά, μεγάλα, να ’τανε και τα δυο χορτάτα από χόρτο, συνομήλικα, ίσης δύναμης, με σθένος ανεξάντλητο, και στην έκταση που μπορεί να οργώσει ένας άνθρωπος σε μια μέρα, ο κάθε βώλος χώμα να υποχωρούσε κάτω από το άροτρό μου∙ θα μ’ έβλεπες τότε τι αυλάκια θα ’κοβα από τη μια ίσαμε την άλλη άκρη. Κι αν πάλι ακόμα και πόλεμο ξεσήκωνε από κάπου σήμερα ο γιος του Κρόνου, μια ασπίδα αν είχα και δυο δόρατα και στο κεφάλι ως τους κροτάφους αρμοσμένο κράνος όλο από χαλκό, θα μ’ έβλεπες ανάμεσα στους πρόμαχους στην πρώτη γραμμή, και πια φωνάζοντας να σ' ακούνε όλοι δε θα με χλεύαζες για την κοιλιά μου. Όμως φέρεσαι μ' αλαζονεία πολλή και με σκληρή καρδιά και θαρρείς πως είσαι κανένας σπουδαίος ή και δυνατός, κι ο λόγος, γιατί κάνεις παρέα μ’ ανθρώπους ασήμαντους και δειλούς.»

(Vincent van Gogh (30 Μαρτίου 1853 – 29 Ιουλίου 1890): Η ανατολή σε χωράφι με σιτάρι την άνοιξη (1889).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία σ, στίχοι 356 – 383]