Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Όχι άλλους εκμοντερνισμούς.

Όχι άλλους εκμοντερνισμούς

image

















Athens Voice, 12/3/2016
Στη δεκαετία του ’60, πολύ εναργέστερα του ’70, παιδί και ύστερα έφηβος, ανάμεσα στις εικόνες των τουριστών που με εντυπωσίαζαν συγκαταλέγονταν εκείνες με τη χαλαρή ρευστότητα των έμφυλων ρόλων, στα νεαρά ιδίως ζευγάρια. Στα καφενεία, φέρ’ ειπείν, σε παρέες, οι μανάδες απορροφημένες από την κουβέντα τους, τα νήπια να τρέχουν πέρα – δώθε και οι πατεράδες πίσω τους, με υπομονή, δίχως φωνές, να τα νοιάζονται μη σκοντάψουν, μη χτυπήσουν. Ή στον παραλιακό, στη βόλτα τους, μπροστά πάλι οι πατεράδες, δυο ή τρεις μαζί, τσουλώντας τα καρότσια με τα μωρά τους, παραπίσω σε απόσταση οι αντίστοιχες σύζυγοι.
Οι εικόνες αυτές μού εντυπώνονταν, προφανώς γιατί έρχονταν σε αντίθεση με τις οικείες νεοελληνικές, αλλά και γιατί με το κύρος των χωρών προέλευσής τους μου αποδείκνυαν ότι οι κοινωνικές συμβάσεις δεν ήταν όσο έμοιαζαν αδιασάλευτες. Και αν για έναν έφηβο στην τουριστική Ελλάδα η απόσταση της κοινωνίας του από τον αναπτυγμένο πρώτο κόσμο έπαιρνε χαρακτήρα σχεδόν βιωματικό, τις ίδιες πληροφορίες στην υπόλοιπη χώρα τις μετέφερε ο τύπος (τα περιοδικά περισσότερο), αργότερα (κατά την πρώτη δεκαετία τους) η ιδιωτική τηλεόραση και τα ραδιόφωνα, και πάντοτε οι εισαγόμενες δημοφιλείς λαϊκές τέχνες, κυρίως το τραγούδι και ο κινηματογράφος. Τα τελευταία χρόνια, και όσο κανένας προηγούμενος δίαυλος, το διαδίκτυο.
Ανήκω, επίσης, στις γενιές, ίσως στους τελευταίους, που είδαμε αφεντικά να βαράνε τους εργάτες τους, που, αν όχι οι ίδιοι, είχαμε γειτονόπουλα ή συμμαθητές που δεν ήτανε χορτάτοι πάντοτε. Η μικρή, νοικοκυρεμένη, σκληρή και συχνά καθυστερημένη Ελλάδα έπρεπε να διανύσει την απόσταση με άλματα, να τολμήσει θεσμικές μεταρρυθμίσεις, -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τις διεκδικούσε η πλειονότητα του πληθυσμού. Εύλογα το εργατικό και το οικογενειακό δίκαιο θα άλλαζαν, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και με την καταλυτική θετική επιρροή από τη συμμετοχή της χώρας σε ΕΟΚ / ΕΕ, περίπου όπως και εντελώς πρόσφατα δόθηκε η ιθαγένεια στα μεταναστόπουλα ή αναιρέθηκε μέρος των ανισοτήτων σε βάρος της ΛΟΑΤ κοινότητας.

Και εκκρεμούν μεταρρυθμίσεις που για τους γνωστούς λόγους δε θέλουμε καν να συζητήσουμε, όπως η απελευθέρωση της εκπαίδευσης από το κομματικό και φαύλο κράτος, ο εξορθολογισμός της δημόσιας διοίκησης, οι αποκρατικοποιήσεις, ο διαχωρισμός κράτους – εκκλησίας και άλλες ουκ ολίγες συναφείς. Κάντε μια βόλτα στα ελληνικά πανεπιστήμια, λίγο μόνο την εικόνα τους να δείτε, κι ύστερα επισκεφτείτε ανάλογα ιδρύματα οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη. Στα -ακόμα- κρατικά αεροδρόμια των τουριστικών νησιών ψάχνεις να πλύνεις τα χέρια σου στους νιπτήρες των τουαλετών, λειτουργούν δύο στις δέκα βρύσες και αν είσαι τυχερός κάπου στην άκρη του πάγκου υπάρχει ένα χαρτί υγείας να σκουπίσεις τα χέρια σου, φτηνό βέβαια, τα τρίβεις ύστερα να φύγουν τα κολλημένα χαρτάκια. Ούτε μπορώ να ξεχάσω την εγκατάλειψη, το μουντό γκρίζο, την ατμόσφαιρα παλιάς ανατολικοευρωπαϊκής κομμουνιστικής επικράτειας, διασχίζοντας τους διαδρόμους της ΕΡΤ μαζί με τον υπεύθυνο της εκπομπής για μια ραδιοφωνική συνέντευξη πριν από μερικά χρόνια.
Δεν αποκλείεται η διάχυτη ατμόσφαιρα εδώ και μήνες όχι μόνο του χρεωκοπημένου, αλλά ολοένα και περισσότερο του failed state, του αποτυχημένου κράτους, να διογκώνει τις αρνητικές διαπιστώσεις ή σκέψεις. Αλλά ανατρέχοντας φαίνεται πως οι αναγκαίες κινήσεις εκσυγχρονισμού στη δική μας εθνική εμπειρία μοιραία καταντούν εισαγόμενοι εκμοντερνισμοί. Καταναλώνουμε σαν μόδες τα καινούρια πράγματα, τα απολαμβάνουμε σαν δυνατότητες ελευθεριότητας ή και ασυδοσίας, ανακαινίζουμε αλλά πεισματικά αρνούμαστε να εξορθολογίσουμε τους τρόπους της ζωής ή τους θεσμούς μας. Έτσι, παρότι αναγκαία, αντί να γίνουν ώθηση δημιουργικότητας, ευθύνη ελευθερίας, καταλήγουν αιτίες παρακμής. Ας αναλογιστούμε το ρόλο που διαδραμάτισε το συνδικαλιστικό κίνημα στην όποια επιχειρηματικότητα ή στα δημόσια οικονομικά και οπωσδήποτε στο ασφαλιστικό.
Τα ίδια και χειρότερα αν ρίξουμε μια ματιά στις δυσλειτουργίες της σύγχρονης νεοελληνικής οικογένειας. Όπως και πολλοί άλλοι, θεσμός με το ένα πόδι στη προνεωτερικότητα, (ο άντρας να παραμείνει ο «άντρας», και η γυναίκα η «γυναίκα», ρόλοι περίπου όπως καταγράφονται έως και τη δεκαετία του 1950), με το άλλο πόδι να προσπαθεί να πατήσει στον τωρινό μετανεωτερικό κόσμο (η γυναίκα ισότιμη μέσα και έξω από το σπίτι). Το χάσμα το καλύπτουν -όσο ακόμα διατίθενται- οι παλαιάς κοπής γιαγιάδες και φυσικά οι (ελέω ευρώ) μετανάστριες. Άλλωστε σε τούτο το έσχατο (το κρατημένο μακριά από τη βαρβαρότητα του νεοφιλελευθερισμού) φυσικό καταφύγιο του σοσιαλισμού, είναι οι μετανάστριες επίσης που υποκαθιστούν την ανύπαρκτη πρόνοια για την τρίτη ηλικία…
Τα ίδια και με την πρόσφατη επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. Ελάχιστοι από τους ενδιαφερόμενους το υπογράφουν. Μου έλεγε ζευγάρι ανδρών, ορατών και στο στενό και στο επαγγελματικό τους περιβάλλον, πως μια κοινωνία και ένα κράτος παραδομένο στον εθνολαϊκισμό δεν μπορείς ως ομοφυλόφιλος να το εμπιστευτείς. Και δυσκολεύτηκα να τους φέρω αντίλογο. Μοιάζει περίπου ό,τι έγινε να έπρεπε να γίνει μόνο για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους οι σχετικοί ακτιβιστές – δραστήρια μέλη του κυβερνώντος κόμματος. Άλλωστε πριν αλέκτορα φωνήσαι, έσκασε και η ειδησούλα – κουτσομπολιό για το νεαρό πολιτικό που τάχα τέλεσε γάμο με γόνο πολύ καλής οικογένειας, και αντί ο τόσο προοδευτικός αριστερός να τινάξει τους ώμους, να απαντήσει με χάρη, «Συγγνώμη, παιδιά, δεν είναι κακή ιδέα, αλλά ούτε εγώ ούτε εκείνος είμαστε αυτού του προσανατολισμού», ή ακόμα καλύτερα, μειδιώντας, και με πνεύμα, «αλλά, δυστυχώς, δεν έτυχε», βγήκε αγανακτισμένος και ωρυόταν για κιτρινισμό. Και ποιος δεν του συμπαραστάθηκε.
Δηλαδή, ένα λεπτό. Είναι ντροπή και όνειδος το να σε πουν ομοφυλόφιλο; Τότε τι τα θέλατε, λεβεντιές μου, τι τα ψηφίζατε τα σύμφωνα;
Η Ιστορία διδάσκει ότι οι κοινωνίες παρακμάζουν όταν δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τις αλλαγές των καιρών τους. Δε γίνεται να παραταθεί άλλο η νοσηρή άρνηση της πραγματικότητας, το διστακτικό βήμα σημειωτόν πίσω – μπρος, η απραξία. Όσοι κατανοούν τις αληθινές αντοχές της ελληνικής οικονομίας (και κοινωνίας) δεν της δίνουν περιθώριο μεγαλύτερο από δύο χρόνια. Ελάχιστο διάστημα αν εκτιμηθεί ως ιστορικός χρόνος. Φτάσαμε, κοινωνία και πολιτική τάξη, στο οριακό δίλημμα. Ή θα γίνουν οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις ή θα ζήσουμε την καταστροφή. Δίχως επίθετα ή σημεία στίξης, η λέξη μόνη της: καταστροφή.