Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Κράτα μέσα σου τη χαρά (Οδ. Χ. 401 – 415).

(Ο Τηλέμαχος με εντολή του πατέρα του πάει και φέρνει την Ευρύκλεια, τη γριά έμπιστη παραμάνα. Εκείνη, με το που βλέπει το σωρό με τα πτώματα των μνηστήρων, δυσκολεύεται να συγκρατήσει τις φωνές της χαράς της.)

Βρήκε τότε τον Οδυσσέα μες στα κουφάρια των σκοτωμένων καταβρεγμένο από λέρες και αίματα σαν το λιοντάρι που κατασπάραξε βόδι οικόσιτο, στον αγρό, και που κινεί να φύγει κι όλο το στήθος και τα μάγουλά του κι απ’ τις δυο μεριές στάζουν αίμα και είναι τρομακτική η όψη του σαν το κοιτάς∙ έτσι και ο Οδυσσέας ήτανε ραντισμένος μαύρα αίματα ψηλά στα χέρια κι ως τα πόδια. Και η παραμάνα, όταν είδε τους νεκρούς και το αίμα που έρρεε πολύ, μπρος στο μεγάλο κατόρθωμα άρχισε να βγάζει κραυγές χαράς. Ο Οδυσσέας όμως τη συγκράτησε, της έκοψε τη φόρα και της μίλησε με λόγια που φτερούγισαν από το στόμα του: «Κράτα μέσα σου τη χαρά, γερόντισσα, και συγκρατήσου, μη φωνάζεις∙ γιατί δεν επιτρέπεται από τους θεούς μπροστά σε νεκρούς να κομπάζουμε. Αυτούς εδώ η μοίρα των θεών τούς δάμασε και τα μοχθηρά τους έργα. Γιατί κανέναν απ’ τους θνητούς ανθρώπους που τους συναπαντούσε δε λογάριαζαν ούτε κακός αν ήτανε ούτε καλός
     
(John Flaxman (1755-1826): Ο Οδυσσέας φονεύει τους μνηστήρες (1805).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία χ, στίχοι 401 – 415]