Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Το Ἴλιον, το… Κακοΐλιον (Οδ. Τ. 594 – 597).


(Η ελληνική γλώσσα στην υπερτρισχιλιετή… αισθηματική της έκφραση: ο πονεμένος που καταριέται με το κακο- πρώτο συνθετικό (νεοελληνικά και με το παλιο-, στην αργκό επίσης με τα: σκατο- ή και κωλο-) ό,τι του προξενεί τον πόνο. Η Πηνελόπη ξέρει πως τις χαρές της ζωής τής τις έκλεψε το Ἴλιον / η Τροία, που το καταριέται… Κακοΐλιον / Κακοτροία ή Παλιοτροία. Το σύνθετο Σκατοτροία θα το εκστόμιζε μόνο μπροστά σε οικείο ακροατήριο, το Κωλοτροία, εκνευρισμένη πολύ, πάλι σε κλειστό κύκλο, νομίζω και σε μεγαλύτερη ηλικία.)

Τώρα εγώ θ’ ανεβώ πάνω στην κάμαρά μου, να πλαγιάσω στο κρεβάτι μου, που ’ναι γεμάτο από τους στεναγμούς μου, βρεγμένο απ’ τ’ ασταμάτητα δάκρυά μου, αφότου ο Οδυσσέας έφυγε να πάει σ' εκείνη την Παλιοτροία -που να ’ναι καταραμένο τ’ όνομά της.

(Λόφος Χισαρλίκ, τα ερείπια της Τροίας.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία τ, στίχοι 594 – 597]