Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 10) Σχολικές γιορτές και μερικά άλλα.

Μάλλον από την αποχαιρετιστήρια εκδήλωση του νηπιαγωγείου. Προφανώς χορεύουμε –είμαι στην πρώτη γραμμή, και χορευτικό ζευγάρι με την Αγγελικούλα Ιερομνήμονος. Στο νηπιαγωγείο της Ρούλας Κουλούρα. Η κυρία Ρούλα, σύζυγος του Χρήστου Κουλούρα, το σπίτι τους ακριβώς το διπλανό στο πατρικό μου, ήτανε η καλή γειτόνισσα της μαμάς. Με τις αυλές στον πρώτο όροφο, να τις χωρίζει ένα τοιχίο, «Ρούλα!», «Πόπη!», τις άκουγες κάθε λίγο, κρεμιόντουσαν άκρη άκρη, τα λέγανε με τις ώρες. Να πω κατ’ αρχάς για τη διάκριση της πρώτης γραμμής, δεν ήταν εύνοια από ετούτη τη γειτονία, είχα πάντοτε έφεση στο χορό, μαθαίνω πολύ εύκολα βήματα, μέχρι και το τέλος του λυκείου σε κάθε ανάλογη περίσταση πρωτοστατούσα. Άλλωστε η κυρία Ρούλα ήταν αυστηρή και δίκαιη, και όσο μπορώ να κρίνω ή να εκτιμήσω με τα χρόνια, πρέπει να υπήρξε άριστη νηπιαγωγός. Θυμάμαι την ένταση στην έκφραση, στο πρόσωπό της, το πώς κυριολεκτικά αναλωνόταν με τα νήπια μαθητούδια της. Τα πρωινά έπαιρνε από το ένα χέρι τη Μιρέλλα, την κόρη της, από το άλλο εμένα. Όποτε ήμουν άρρωστος, εκεί απ’ το πλατύσκαλο, δίπλα στη μαμά που αιτιολογούσε γιατί δεν θα τις ακολουθούσα, εγώ έκλαιγα, την παρακαλούσα να μην παίξει κουκλοθέατρο εκείνη τη μέρα, μην το χάσω. Πόσο συναρπαζόμουνα! Μας έδινε επίσης κάτι τεύχη από τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», -να διαβάζουμε δεν ξέραμε εννοείται- μας εξιστορούσε εκείνη εικόνα εικόνα και σελίδα σελίδα τι βλέπαμε –αυτό το κομμάτι του μαθήματος με απορροφούσε πολύ, αλλά και με τρόμαζε. Θα πρέπει ακόμα στα παιχνίδια και τις κατασκευές με τις πλαστελίνες να μας εξοικείωνε με πολλή ευαισθησία στην χειροτεχνία: όταν κάτι πλάθω με τα χέρια μου, γλιστράνε μνήμες από τη μικρή μακρόστενη αίθουσά της. Η μητέρα μου έλεγε ότι δεν υπήρξε αριστούχος μαθητής απ’ όσους πέρασαν από το νηπιαγωγείο της που να μην είχε προβλέψει την καλή εξέλιξή του.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018

Η Όλγα, η Μάσσα, η Ιρίνα.



Όταν τις φύτευα, το 1995, τρεις ουασινγκτόνιες -συγχρόνως με δυο χουρμαδιές, τις οποίες δυστυχώς, δεκαπενταετείς, κοντά στα πέντε μέτρα, τις ξέραναν τα κόκκινα σκαθάρια-, ήμουν σε περίοδο που μελετούσα το αστικό δράμα με έμφαση στους Ίψεν, Στρίντμπεργκ και φυσικά Τσέχοφ, ήτανε τρεις, ήτανε μικρούλες και ουασινγκτόνιες, άρα τις βάφτισα από τις ηρωίδες του τσεχοφικού "Οι τρεις αδελφές", Όλγα, Μάσσα και Ιρίνα. Είκοσι τρία χρόνια έκτοτε, για το προσδόκιμο των αιωνόβιων αυτών δέντρων, καν νεαρές, έφτασαν τα εννιά - δέκα μέτρα, και ήταν αναγκαίος πια ο καλλωπισμός τους -ένα φορτηγό αποκλάδια...

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 9) Όταν γίναμε τρεις.


[Οι τρεις μας, ο Λάμπρος, εγώ, ο Θανάσης, το πιθανότερο το 1973 ή 1974. Στο φωτογραφείο του Ζαχαρία Παπαζαχαρίου.]

Στις 14 Μαΐου του 1964, μας πήρε ο παππούς Θανάσης, εμένα, ούτε τεσσάρων, απ' το ένα χέρι, και την κόρη του μικρού του αδελφού Γιώργου, τη Νίτσα, απ' το άλλο, εκείνη τριών και κάτι, να πάμε στον Πέρο, την κλινική του αείμνηστου Θεόφιλου Πέρου, όπου γεννούσε η μαμά. Είχε γεννηθεί ήδη; το είχε πληροφορηθεί ότι ήταν αγόρι, άρα θα έπαιρνε κατά το έθιμο το όνομά του; (γεννούσε, βέβαια, η κόρη του, δεν χρειαζόταν κάτι επιπλέον για να ζει δυνατά συναισθήματα) –αλλά και πώς να θυμάμαι τέτοια πράγματα. Το λαμπερό πρωινό θυμάμαι, τη χαρά και την έξαψή μου, να κατηφορίζουμε το φαρδύ πεζοδρόμιο της Βασιλέως Παύλου από το εμπορικό του παππού και θείου Γιώργου, το σημερινό φαρμακείο της Νίτσας, και λίγα βήματα παρακάτω τους πολλούς θαμώνες και την πυκνή αγράμπελη που σκίαζε το τότε καφενείο του Κενενούνη, στα μαγαζιά του Χρήστου Κουλούρα αυτό, και στο πέταλο του λιμανιού συνεχίζοντας, χεράκι με τον παππού οι τρεις μας, ακόμα μία στιγμή, να κοιτάζω από χαμηλά τον εύσωμο και ψηλό παππού, βρισκόμαστε στη γωνία με το σουβλατζίδικο του Μωρέ. Ύστερα, το κρεβάτι στο νοσοκομείο, η μαμά ήσυχη χαμογελαστή, από παντού εκτυφλωτικός ήλιος –η εικόνα στη μνήμη μου-, θυμάμαι τη γιαγιά Καλλιόπη, ποιος ξέρει πώς συμφύροντας εικόνες, λογικά θα έπρεπε να είναι η μητρική γιαγιά Σεβαστούλα δίπλα στη λεχώνα, ή μήπως έλειπε προσωρινά, τον Θανασάκη βέβαια, να κοιμάται, ένα όμορφο βρέφος, και μεταγενέστερη κουβέντα σίγουρα ότι τι ωραίο μωρό, σε αντίθεση με μένα που γεννήθηκα με εμβρυουλκό, με πρωτοείδε η μαμά με πρησμένο κεφάλι, και τρόμαξε. Είναι επίσης πολλές οι εικόνες, από τις εβδομάδες που είχαν προηγηθεί, με τη γιαγιά Σεβαστούλα στο σπίτι να βοηθάει την κόρη της στις δουλειές, μνήμες που καταγράφουν το αίσθημα της προσμονής, παρακολουθώ τις δυο γυναίκες που προετοιμάζουν κάτι πολύ σημαντικό, τον ερχομό του αδελφού μου.
Στη γέννηση του Λάμπρου, 26 Ιουνίου του 1967, στα επτά πια, ο Θανάσης τριών, δεν ξέρω γιατί είμαστε στο σπίτι της γιαγιάς Σεβαστούλας –νοίκιαζαν ακόμα οι παππούδες στην Πλατεία του Πλατάνου- και μάλιστα στις έξι το πρωί, η μαμά καθιστή στο κρεβάτι, ετοιμάζονται να φύγουν για το νοσοκομείο. Αργότερα, στο νοσοκομειακό δωμάτιο της λεχώνας πια -και εδώ οι εκδοχές είναι δύο, είτε γιατί ήτανε τόση η κοιλιά της μαμάς που πολλοί έλεγαν θα κάνει δίδυμα, είτε γιατί στους δρόμους και τις αλάνες (στον κήπο της Χάβρας ή στα Αρχαία του Φόρου ή στο δασάκι του Ηρώου, μπορεί και πενήντα στρέμματα… παιδότοπος) που μεγαλώναμε λυτοί εκείνα τα χρόνια, παρατηρούσαμε τα γεννητούρια γατιών ας πούμε, και εν τινι τρόπω αφομοιώναμε… εμπειρική βιολογία-, ο Θανασάκης έκανε την ερώτηση: «Μαμά, μόνο ένα;»
Γίναμε, λοιπόν, τρεις. Και μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα, και όλα τα συναφή, δεμένοι και αγαπημένοι αληθινά.

Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 8) Όταν ήμαστε τρεις.


[1]

Δεν έχω παρά ελάχιστες μνήμες, εικόνες ή στιγμιότυπα, παλιότερες από τους μήνες ή τις μέρες που περιμέναμε τη γέννηση του δεύτερου παιδιού στην οικογένεια. Δεν αποκλείεται, βέβαια, οι μνήμες οι προγενέστερες απ’ τον Μάιο του 1964 που γεννιέται ο Θανάσης, να είναι ανακατεμένες με κατοπινές. Όπως συμβαίνει και στις φωτογραφίες -όταν δεν σημειώθηκε στην πίσω τους πλευρά η ημερομηνία λήψης-, αναγκαστικά παραμένουν αχρονολόγητες ή χρονολογούνται κατά προσέγγιση. Πάντως, θυμάμαι με τόση έξαψη τη γέννηση του Θανάση και αργότερα το 1967 του Λάμπρου, που υποθέτω δεν πρέπει να ήμουν και πολύ ευτυχισμένο μοναχοπαίδι.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Από Κρήτη θενά 'ρθει το καλό!


Ήταν ανθισμένες οι πικροδάφνες, κόκκινες οι ρεματιές στα βουνά, οι θάμνοι τα θυμάρια στις πλαγιές μαβιοί, μαβιά και τ' άνθη στις λυγαριές∙ οι ωραιότερες λυγαριές του κόσμου φυτρώνουνε στην Κρήτη. 
Χαίρομαι και συγκινούμαι πια μόνο στην Κρήτη και στον ανατολικότερο σκόρπιο νομό της, τα Δωδεκάνησα.
Όπου αλλού στην Ελλάδα νιώθω περαστικός μονάχα.
Δεν εξηγούνται αυτά τα πράγματα. Ή δεν εξηγούνται σε δυο - τρεις γραμμές, στο ποδάρι.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Η μεγάλη χύτρα.

Είχα αναφερθεί εδώ στο μπλογκ στο ταξίδι - συγγραφική μου αποστολή στη Ρόδο. Μου ζητήθηκε, αν μπορούσα να γράψω, επ' αμοιβή βεβαίως, ένα διήγημα που να διαδραματίζεται στη Ρόδο και κάπως, έστω και ονομαστικά, να αναφέρεται σ' αυτό το ροδίτικο Electra Palace της γνωστής αλυσίδας των ξενοδοχείων. Το διήγημα θα δημοσιευόταν αυτούσιο, στη γλώσσα του, αλλά και μεταφρασμένο στα αγγλικά στο ELECTRA Magazine. Ενθουσιάστηκα. Με δεδομένο ότι οι εκλεκτοί συνεργάτες ήδη απ' το περσινό GREECE IS KOS, αποδέχονταν τον απαράβατο όρο μου: καμία, οσοδήποτε μικρή, επέμβαση ή επιμέλεια σε κείμενό μου, ήταν μία θαυμάσια ευκαιρία να αποδείξω με την ίδια τη δουλειά μου τα δύο που ισχυρίζομαι μετ' επιτάσεως: α) υπερήφανο παιδί του τουρισμού, β) θιασώτης της ελεύθερης οικονομίας, της μόνης που διαπολιτισμικά προσφέρει ευημερία και ελευθερία σε κοινωνίες και άτομα.
Τύποις, ωστόσο, να προειδοποιήσω, το διήγημα περιέχει... τοποθέτηση προϊόντος...

[Η εικονογράφηση απ' όπου και το σχέδιο στην ανάρτηση εδώ, από τον Βασίλη Γεωργίου, και η μετάφραση (The Great Melting Pot) από τη Mica Provata-Carlone.]


Αντώνης Νικολής
Η μεγάλη χύτρα

«ΓΙΩΡΓΟ, ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ οι μικροί;» κοιτάζει τον γιο της απορροφημένο στο κινητό του, δίπλα στις μπιγκόνιες, κι όσο κατευθύνεται προς την αυλόπορτα με στεντόρεια φωνή: «Σταμάτη, Αντώνη!» Παρά τις γέννες και τα περασμένα σαράντα, παρά τις παντόφλες και την ξεβαμμένη ρόμπα, η Πελαγία παραμένει γυναίκα ελκυστική, με βαμμένα όμως ταιριαστά στην επιδερμίδα της μαύρα μαλλιά, μ’ ανοιχτές πλάτες, με λεπτή μέση. Σπρώχνει το θυρόφυλλο, προβάλλει στο ανηφορικό καλντερίμι. Ο μικρότερος παρακολουθεί τον αδελφό του, κι εκείνος την έφηβη αδελφή τους που συζητάει λίγο παραπέρα μ’ έναν ξένο.
«Άννα, ακόμα εδώ είσαι! Άργησες, φύγε αμέσως!»
Ο ξένος στρέφεται προς την Πελαγία με έκδηλη προσήνεια.
«Πελαγία!»
Μεσολαβούν λίγα δευτερόλεπτα.
«Ο… Τζοβάνι; Τζοβάνι!»
«Τι κάνεις, Πελαγία…»
Τρέχουν και οι δυο, το αμήχανο δεξί τους χέρι για τον χαιρετισμό συμπαρασύρεται σε θερμό αγκάλιασμα.

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 7α) Η παλιότερη οικογενειακή φωτογραφία.


Εν είδει υστερόγραφου στην προηγούμενη συναφή ανάρτηση [7) Με τον παππού Αντώνη].
Τους τελευταίους μήνες ορμώμενος είτε από τη συγκίνηση που μου προξενεί η Κρήτη -άλλωστε Κρήτη βρίσκομαι και τώρα, απ' όπου και το σημείωμα αυτό-, είτε ανατρέχοντας σε παππούδες και προπαππούδες, ανέφερα τουλάχιστον δυο φορές τον… Σφακιανό παππεπίπαππο (τον πάππο-επί-πάππο / τον παππού του παππού), Σπύρο Αντωνίου Γρυπάρη, τον Μαστροσπύρο -από τους άρρενες απογόνους του, άλλοι συνέχισαν ως Σπύρου, άλλοι ως Αντωνίου. Έφτασε στην Κω από τα Σφακιά, το πιθανότερο γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα κι ύστερα από κάποια βεντέτα. Μεγαλοεργολάβος για τα δεδομένα της εποχής, έχτιζε σπίτια – γεφύρια, απόκτησε μεγάλη περιουσία.

Τρίτη 5 Ιουνίου 2018

Τζον Γουίλιαμς: Ο Στόουνερ.



John Edward Williams (29 Αυγούστου 1922 – 3 Μαρτίου 1994). Ο έξοχος, ο καίριος, ο με όλη τη σημασία της λέξης σπουδαίος συγγραφέας - λογοτέχνης. Δε θέλω να συνέλθω από τον σεβασμό, τη γοητεία, τη συγκίνηση που μου προξένησε το έργο του, και στον βαθμό που διαισθανόμουν την παρουσία του, ο ίδιος ο συγγραφέας. Είχα διαβάσει αποσπάσματα από τον Στόουνερ, να διευκολυνθώ κάπως όσο παρακολουθούσα συναρπασμένος το άλλο αριστούργημά του, τον Αύγουστο. Δεν ξέρω αν μπορώ (ακόμα και αν θέλω αυτή τη φορά) να κάνω λιανά τη μεταρσίωση, τη χαρά απ’ τις ώρες που πέρασα στο εργαστήρι αυτού του λογοτέχνη.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 7) Με τον παππού Αντώνη.



Ο παππούς Αντώνης (Νικολής του Χαραλάμπους - η απόλυτη συνωνυμία), (1902-1987), πατρικός παππούς εννοείται, ανήκε στη γενιά των Νεοελλήνων την περιβόητη του 30, απ’ όσες τουλάχιστον πρόλαβα ίσως τη γενιά με τις ισχυρότερες προσωπικότητες. To επίθετο Νικολής, εξέλιξη ή απλοποίηση του Μαστρονικολής, όπως και τα συγγενικά του με πρώτο συνθετικό το μαστρο-, δηλώνει προέλευση από οικογένεια τεχνιτών. Και πράγματι, γιος κι εγγονός σιδερά (με μακρινή καταγωγή από Κρήτη), -ήμαστε οι σιδεράδες του χωριού της Κεφάλου-, ο ίδιος θα προαχθεί, θα βγει από το μαστορόσοο, ανάμεσα στους ελάχιστους μορφωμένους συνομηλίκους του του νησιού, τέλειωσε το γυμνάσιο της Καλύμνου, όταν ακόμη δεν υπήρχε γυμνάσιο στην Κω.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 6) Με τη μαμά.



Εφόσον φωτογράφος είναι ο μπαμπάς, το μοτίβο μαμά και γιος θα ήτανε συχνό. Αν θέλει η τύχη, αν έχω ζωή, χωράει πολλή αφήγηση εδώ. Ήδη στον Μισθοφόρο ο ήρωας μού έκλεψε τον παιδικό εφιάλτη όταν περπατάμε βράδυ στο πέταλο του λιμανιού, με κρατάει απ’ το χέρι, τη χάνω, κλαίω απελπισμένος, κοιτάζω τους ενήλικους από χαμηλά, πού πήγε η μαμά μου*.
Ζουν και οι δυο, δόξα τω Θεώ, κι όσο ζούμε οι άνθρωποι, ίσαμε και την τελευταία κοινή μας στιγμή, οι σχέσεις μας συνεχίζουν δυναμικές.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης.



Είχα διαβάσει τον Φύλακα στη σίκαλη παλιά, δε θυμάμαι πότε, δε θυμόμουν καν το κείμενο. Αγόρασα την καινούρια μεταφραστική δουλειά της Τζένης Μαστοράκη, και γιατί συζητήθηκε -τον Φύλακα τον είχα χαμένο κιόλας-, επιπλέον γιατί πριν από επτά χρόνια με είχε συναρπάσει η συλλογή διηγημάτων «Εννέα ιστορίες» του ίδιου, του J. D. Salinger (1/1/1919-27/1/2010), από τότε έψαχνα την ευκαιρία να επιστρέψω πιο εμπεριστατωμένα στον Φύλακα. Και ο λόγος ότι τα διηγήματα ήτανε εξαιρετικής ποιότητας νεωτερική λογοτεχνία και απορούσα γιατί δεν είχα καταχωρίσει στο μυαλό μου ανάλογα και τον Φύλακα. Και πράγματι, γιατί πρόκειται όχι μόνο για γοητευτική αφήγηση καθ’ αυτήν, αλλά και λειτουργική τόσο, που σχεδόν δε γίνεται αντιληπτός ο νεωτερικός χαρακτήρας της: ένας έφηβος παρατηρεί, κινείται, αφορίζει, απορεί, ψηφίδα ψηφίδα συνθέτει την πρώτη μεγάλη τοιχογραφία της ζωής του, ένα ταξίδι που πιθανόν θα οριοθετήσει την κοσμοαντίληψή του, στη διαδρομή από το σχολείο του -φοιτούσε σ’ αυτό εσώκλειστος-, απ’ όπου αποβάλλεται, το ιδιωτικό Πένσι στο Έιγκερσταουν της Πενσυλβάνια, ως το πατρικό του, στη Νέα Υόρκη.

Παρασκευή 4 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 5) Ανάμεσα σε δύο φωτογραφίες κυρίως.

(5)
Ξέρω πολλούς πατεράδες, τρελούς με τα μικρά τους, να τα φωτογραφίζουν επίμονα. Αρχές του 60 ήταν αρκετά ακριβό απόκτημα μία φωτογραφική μηχανή, κόστιζαν ακόμα και τα φιλμ ή και οι εμφανίσεις των φιλμ, θέλω να πω το κίνητρο για τον πατέρα μου πρέπει να ήταν βαθύ, δεδομένου κιόλας ότι δε συνέχισε να ασχολείται με τη φωτογραφία, με εντυπωσιάζει επίσης πόσο εκφραστικές οι απεικονίσεις του παιδιού που ήμουν, νομίζω εκφραστικότερες φωτογραφίες μεταγενέστερες δεν έχω. Να είναι, άραγε, που έμαθα με τα χρόνια να καταχωνιάζω τα πολύ δικά μου πράγματα, από τα πολλά άγχη της έκφρασης που έχασα την αμεσότητα εκείνη, ή να ήταν ο καλύτερος φωτογράφος της ζωής μου; Τις πρωτοείδα έφηβος, αρκετές από αυτές, όλες αυτής της ανάρτησης, τις είχα μεγεθύνει και τις είχα καδράκια στα φοιτητικά μου δωμάτια.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Ένα συγγραφικό διήμερο στη Ρόδο.


Το περασμένο Σαββατοκύριακο ήμουν στη Ρόδο. Έφτασα πρωί Σαββάτου 21, έφυγα απόγευμα Δευτέρας 23 Απριλίου. Κατέλυσα σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο της Ιαλυσού. Με αποστολή συγγραφική. Περαιτέρω λεπτομέρειες σε ευθετότερο χρόνο.

Σάββατο 21 Απριλίου 2018

Μία… μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία – 4) Η βάφτιση - η νανά μου η Φροσύνη.



Η μητέρα μου θυμάται Κυριακή του Θωμά, την άνοιξη του 1961 -10 Απριλίου έπεφτε το Πάσχα, άρα 17 Απριλίου-, να γίνεται η βάφτισή μου, και το σίγουρο, όπως φαίνεται κι απ’ τη φωτογραφία, στον Άγιο Νικόλαο στην Κω. Νονά μου - “νανά” μου στην ντοπιολαλιά του νησιού- η Ευφροσύνη Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδου (1911-2000), αδελφή της μητρικής γιαγιάς μου.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

Αντώνης Νικολής, Ο «Αύγουστος» του Τζον Γουίλιαμς: ένας θρίαμβος της λογοτεχνίας.

Αντώνης Νικολής, Ο «Αύγουστος» του Τζον Γουίλιαμς: ένας θρίαμβος της λογοτεχνίας

Στάχτες, 19/04/2018 · 07:42


Αρχείο 19/04/2018

favicon
Ο λογοτέχνης, από τα αφομοιωμένα, τα χωνεμένα στη μνήμη του βιώματα, συνθέτει μύθους, μύθους που αποδίδει με μορφές που ικανοποιούν το ύφος του.
Στα είδη της αφηγηματικής λογοτεχνίας ιδιαίτερα, και νομίζω κατεξοχήν στο ιστορικό μυθιστόρημα, η επινόηση του αφηγητή, συνειδητή ή ακόμα και ασύνειδη, αποτελεί, μία από τις πρώτες και σημαντικότερες επιλογές του δημιουργού. Αν το καλοσκεφτούμε, ακόμα και προφορικά, όταν αρχίζουμε να αφηγούμαστε, νιώθουμε την ανάγκη να ανακαθίσουμε ή να τοποθετήσουμε τη φωνή σε άλλον τόνο. Πόσο μάλλον στο εργαστήρι μας, ως λογοτέχνες. Η επινόηση του αφηγητή, ο αφηγητής, είναι σε μεγάλο βαθμό το ίδιο το ύφος: η θερμοκρασία της γραφής, η απόσταση του συγγραφέα από τα ιστορούμενά του, ο ρυθμός και η ένταση της αφήγησης, ο κύριος συντελεστής της οικονομίας που θα βοηθήσει στη μετατροπή του λόγου σε μύθο.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 3) Οδός Τριφυλίας 2, στα Ιλίσια.

 [1]
Γεννήθηκα στην Αθήνα, 19 Αυγούστου του 1960. Σε μια κλινική κάπου στην Αχαρνών. Ο μπαμπάς ειδικευόταν στην ακτινολογία στον Ευαγγελισμό, μέχρι και το 1963, ύστερα κατεβήκαμε Κω. Εκείνα τα τρία χρόνια μέναμε στα Ιλίσια, Τριφυλίας 2, με γείτονα τον ζωγράφο Γιώργο Γουναρόπουλο (1890-1977) -εξ ου και η οδός αργότερα μετονομάστηκε σε Γουναροπούλου. Το 1985, φοιτητές και συγκάτοικοι με τον αδελφό μου Θανάση, εκείνος στο μαθηματικό, εγώ στη φιλοσοφική, νοικιάζαμε στην Ηρώων Πολυτεχνείου (64, αν θυμάμαι καλά) στου Ζωγράφου, πέρασε αρχιτεκτονική και ο μικρός, ο Λάμπρος. Έπρεπε να βρούμε ένα τριάρι πια, με τρία δωμάτια ει δυνατόν ίσου εμβαδού, άρα ψάχναμε για παλιά διαμερίσματα σε δίπατα – τρίπατα, και γιατί συνέχιζε να μας βολεύει, στην ευρύτερη περιοχή Ζωγράφου - Ιλίσια. Ένα απ' τα πρωινά τότε ψάχνοντας, κάπου σε μία γωνία, ρωτάω έναν κύριο σε μπαλκόνι πρώτου ορόφου «Μήπως ξέρετε να νοικιάζεται κανένα τριάρι - παλιό διαμέρισμα εδώ κοντά;», «Νοικιαζόταν ένα απέναντι, αλλά μου φαίνεται το έδωσε η σπιτονοικοκυρά. Πήγαινε ρώτα την -από το πλάι είναι η είσοδος», μου απαντάει. «Τι κρίμα», μου λέει κι εκείνη, «χτες το νοίκιασα∙ εκτός κι αν περιμένεις μέχρι τον Σεπτέμβριο, που ξενοικιάζεται το από κάτω, το ισόγειο». «Μα για τον Σεπτέμβριο ενδιαφέρομαι, τότε ξεκινάει σπουδές και ο μικρός μου αδελφός.» Και καθώς προχωρούσε η κουβέντα, «Από πού είσαι, παιδί μου;», «Από την Κω», της λέω, «Από την Κω; Α, τι μου θύμισες τώρα, από Κω ήτανε ένα ζευγαράκι νοικάρηδες στο κάτω σπίτι κάποτε, ο σύζυγος γιατρός, είχανε κι ένα παιδάκι, τον Αντωνάκη»...

Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 2) Μια βόλτα στο Αμύνταιο.


Ο μπαμπάς υπηρετούσε έφεδρος αξιωματικός του Υγειονομικού στο Αμύνταιο. Παντρεύτηκαν με τη μαμά στις 18 Νοεμβρίου του 1959, στην Κω βέβαια, κι αμέσως έπειτα έφυγαν για τη μικρή κωμόπολη του νομού Φλώρινας. Ισχυρίζονται ότι στο Αμύνταιο ...συνελήφθην, και οπωσδήποτε ότι σ' αυτή τη βόλτα απ' όπου και η φωτογραφία, η μαμά είναι έγκυος, πα' να πει, τη βόλτα εκείνη την έκανα μαζί τους και εγώ.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

Το Σκοτεινό Νησί σε τόμο μελετών του Παναγιώτη Νούτσου.


Το απόγευμα της Τετάρτης 28 Μαρτίου ενθουσιασμένη η πολύ καλή ζωγράφος και φίλη Πελαγία Κυριαζή με ειδοποιούσε πως ούσα σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Ιανό, άκουσε να γίνεται αναφορά στο όνομά μου και στη νουβέλα μου «Το Σκοτεινό Νησί». 

Επρόκειτο για την παρουσίαση του τόμου μελετών του καθηγητή Παναγιώτη Νούτσου με τίτλο «Για το ιστορικό “υπόβαθρο” της λογοτεχνίας» (Εκδόσεις Παπαζήση, 2017, σελ. 660), εκδήλωση από τον κύκλο συζητήσεων «Από το Αμπέλι στο Θέατρο» που διοργανώνει στον Ιανό ο Κώστας Καζαμιάκης.     
Το όγδοο κεφάλαιο του εν λόγω τόμου είναι αφιερωμένο στη νουβέλα «Το Σκοτεινό Νησί» με τον τίτλο «Η “ετεροτοπία” ως “αυτοκάθαρση”;». Δεν το είδα, είμαι στο νησί, υποθέτω πως ο Π.Ν. συμπεριέλαβε στα περιεχόμενα του βιβλίου του την κριτική παρουσίαση της νουβέλας που είχε δημοσιεύσει στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας την Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010. 

                                               
 (Ο καθηγητής Παναγιώτης Νούτσος.)

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 1) Τα συντρίμμια της βιβλιοθήκης, τα φωτογραφικά άλμπουμ.




Τα τελευταία δυο – τρία χρόνια όποτε περνούσα μπροστά απ’ τη βιβλιοθήκη σκεφτόμουν πως ήταν πια καιρός να την τακτοποιήσω, να καταχωρίσω εξαρχής, να ταξινομήσω με προσοχή τα βιβλία που είχανε σωρευτεί στα ράφια της. Πρόκειται για βιβλιοθήκη σε χρήση από τον Φεβρουάριο του 1996, πολύφυλλη με τζάμια, και που πιάνει τους δυο αντικριστούς τοίχους του δωματίου. Κι ευτυχώς που από τη μια στην άλλη αναβολή δεν έκανα τη δουλειά, θα πήγαινε στράφι πολύς κόπος. Στον σεισμό του περασμένου καλοκαιριού (21/7/2017), τα φύλλα του ενός τοίχου σωριάστηκαν ίσαμε τον απέναντι, τζάμια, ξύλα, βιβλία, όλα ένας σωρός, συνθλίβοντας κι ό, τι μεσολαβούσε ανάμεσα στους δυο αντικριστούς τοίχους (ένα γραφείο, τη συρταροθήκη του, καρέκλες, ένα παραβάν). Ήταν η μεγαλύτερη από τις ζημιές που υπέστη το σπίτι –όμως, αναλογικά, συγκρινόμενη με το τι έπαθαν περιουσίες άλλων συντοπιτών, ζημιά αμελητέα.