Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Φιλούσε την καρπερή γη της πατρίδας του (Οδ. Ν. 344 – 355).


(Οι Φαίακες αποβιβάζουν τον Οδυσσέα στην Ιθάκη, στο λιμάνι του Φόρκυνα, κοιμισμένο, μαζί με όλα τα δώρα φιλοξενίας από τον Αλκίνοο και τους άλλους προύχοντες της Σχερίας. Ο ήρωας σαν ξυπνάει δεν ξέρει πού βρίσκεται, θα του το αποκαλύψει η θεά Αθηνά.
Η αφήγηση έχει επιστρέψει στο γ' πρόσωπο.)


«Έλα, λοιπόν, να σου δείξω την Ιθάκη, να πειστείς. Ιδού μπροστά μας το λιμάνι του Φόρκυνα, του θαλασσινού γέροντα, να την στην άκρη του λιμανιού κι εκείνη η ελιά με τα μακριά φύλλα∙ και κοντά της η σκοτεινή σπηλιά, ο χώρος αναψυχής, ο ιερός τόπος των νυμφών που ονομάζονται Ναϊάδες. Είναι το θολωτό άντρο, αν θυμάσαι, όπου πολλές πλούσιες θυσίες πρόσφερες στις νύμφες. Και τούτο εκεί είναι το όρος Νήριτο, το κατάφυτο από δάση.»
Είπε και σκόρπισε την ομίχλη η θεά, και το τοπίο ξάνοιξε σε όλη του την έκταση, και τόσο χάρηκε ο πολύπαθος, ο ευγενικός Οδυσσέας, που απ' τη χαρά για την πατρίδα του έσκυψε και φίλησε την καρπερή της γη.
  
(Guiseppe Bottani (1717-1784), Η Αθηνά αποκαλύπτει στον Οδυσσέα την Ιθάκη.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ν, στίχοι 344 – 355]