Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ελπήνορας δεν ήταν ήρωας (Οδ. Κ. 551 – 560).


(Έναν ολόκληρο χρόνο τρώγανε και πίνανε οι άντρες του Οδυσσέα στο κονάκι της Κίρκης, εκείνος ιδιαίτερα μοιραζόταν και την κλίνη της. Έως ότου οι σύντροφοι θα του υπενθύμιζαν την πατρίδα, και πια θα συμφωνούσαν να φύγουν. Μα ούτε από την Αιαία, το νησί της Κίρκης, θα αποχωρούσαν δίχως απώλειες.
Οι κλασικοί φιλόλογοι, και ορθά -δεν είναι εκεί που εστιάζει ο Όμηρος-, θεωρούν ότι τους αντιήρωες τους αναδεικνύει η μεταγενέστερη λυρική ποίηση. Όμως, ξαναδιαβάζοντάς τον τώρα, έχω συχνά την εντύπωση πως δεν έγινε τίποτε στη λογοτεχνία μετά τον Όμηρο, που να μην περιέχεται ήδη, έστω εν σπέρματι, στα δύο έπη -και σ’ αυτό το έκτοτε συμπεριλαμβάνω έως και τη μετανεωτερική σημερινή.
Ή ίσως γιατί η λογοτεχνία, η τέχνη στο σύνολό της, μ’ όλες τις τεράστιες κάποτε αποκλίσεις στις μορφές ή τις αλλαγές στη λειτουργία της, από το θείο Όμηρο ίσαμε τον Μούζιλ και τον Τρανστρέμερ, κι από τον Φειδία και τον Απελλή ίσαμε τον Φράνσις Μπέικον, στο μεδούλι της, καθ’ αυτήν, παραμένει πεισματικά η ίδια.
Να σημειωθεί, επίσης, ότι στον άσημο αυτό Ελπήνορα ο Όμηρος θα αφιερώσει χώρο και στη Νέκυια, την επομένη ραψωδία (Λ. στίχοι 51 - 80), και μάλιστα θα είναι η πρώτη ψυχή από τον Άδη που θα επισκεφτεί τον Οδυσσέα εκλιπαρώντας τον σαν επιστρέψει στην Αιαία να του κάνει ταφή, καθώς τον εγκατέλειψαν άταφο φεύγοντας, όπως και στη μεθεπόμενη ραψωδία (Μ. στίχοι 10 - 15), όταν, ξανά στο νησί της Κίρκης ο Οδυσσέας και οι άντρες του, θα αποτίσουν τα νομιζόμενα στη σορό του απρόσεκτου παιδιού.
Η αφήγηση συνεχίζει στο α' πρόσωπο, μιλάει ο Οδυσσέας.)

Μα ούτε κι από κει πήρα τους συντρόφους μου δίχως απώλειες. Κάποιος, ονόματι Ελπήνορας, στην ηλικία νεότατος, όχι ιδιαίτερα γενναίος στον πόλεμο μήτε γερός στο μυαλό του, μακριά από τους υπόλοιπους συντρόφους, γιατί ήθελε δροσιά, μεθυσμένος, πλάγιασε ψηλά πάνω απ’ τη μεγάλη αίθουσα της Κίρκης, και το πρωί, με το που ακούει τις φωνές και τους θορύβους από τις πατημασιές των άλλων που φεύγανε, πετιέται πάνω ξαφνικά και δε θυμήθηκε να κατεβεί από την πίσω ψηλή σκάλα, αλλά, όπως πήγαινε ίσια μπροστά του, γκρεμίστηκε απ’ τη στέγη∙ κι έσπασαν οι σπόνδυλοι του αυχένα του κι η ψυχή του κατέβηκε στον Άδη.

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία κ, στίχοι 551 – 560]