Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Κάλλεϊ καὶ χάρισι στίλβων / έλαμπε όμορφος και αισθησιακός (Οδ. Ζ. 218 – 243).


(Ο Οδυσσέας, πάνω στη σχεδία, από την Ωγυγία, το νησί της Καλυψώς, αλλά και δίχως τη σχεδία, κολυμπώντας και έρμαιο των κυμάτων, συνολικά περισσότερες από δεκαοκτώ μέρες, άλλοτε βοηθούμενος από την Αθηνά κι άλλοτε διωκόμενος από τον Ποσειδώνα, θα φτάσει σε ακτή κοντά στην εκβολή ποταμού στη Σχερία, το νησί των Φαιάκων. Την πριγκιποπούλα Ναυσικά ξεσηκώνει στο όνειρό της η Αθηνά να κατεβεί με τα κορίτσια της ακολουθίας της στις γούρνες του ποταμού, να πλύνει τα ρούχα του παλατιού. Ο Οδυσσέας ξυπνά απ’ τις φωνές τους, τους γυρεύει φιλοξενία. Στις κοπέλες που η Ναυσικά έστειλε για να τον λούσουν ο Οδυσσέας θα πει:)

«Κορίτσια, σταθείτε μακριά, να πλύνω μόνος μου την αλμύρα απ’ τους ώμους και ν’ αλειφτώ με λάδι∙ είναι πολύς καιρός που δεν έβαλα σταγόνα αλοιφή στο δέρμα μου. Όμως μπροστά σας εγώ δε λούζομαι. Γιατί ντρέπομαι να γυμνωθώ κοντά σε κορίτσια με όμορφα πλεγμένα μαλλιά.»
Αυτό τούς δήλωσε κι εκείνες φύγανε να μεταφέρουνε τα λόγια του στην πριγκιποπούλα. Κι ο διαλεκτός Οδυσσέας, εντωμεταξύ, καθάριζε στο ποτάμι το δέρμα του απ’ την αλμύρα, που του σκέπαζε την πλάτη και τους πλατιούς ώμους, και σαπούνιζε το κεφάλι του απ’ τ’ αλάτια και την άμμο. Κι όταν πλύθηκε ολόκληρος κι αλείφτηκε με λάδι, φόρεσε τα ρούχα που του ’δωσε το ανύπανδρο κορίτσι η Ναυσικά, κι η γεννημένη από τον Δία Αθηνά τον έκανε να μοιάζει πιο ψηλός και πιο εύρωστος και τα σγουρά του μαλλιά να πέφτουν σαν τα λουλούδια του υάκινθου. Κι όπως, όταν με χρυσάφι επικαλύπτοντας το ασήμι ένας έμπειρος τεχνίτης, που η Αθηνά κι ο Ήφαιστος του δίδαξαν κάθε τέχνη, φτιάχνει κομψοτεχνήματα, έτσι κι αυτόν τον περιέχυσε με θέλγητρα και στο κεφάλι και στους ώμους. Πήγε έπειτα και κάθισε στην ακρογιαλιά κι έλαμπε όμορφος και αισθησιακός. Και το κορίτσι η Ναυσικά τον κοίταζε θαμπωμένη. Κι είπε στις κοπέλες της ακολουθίας της με τα όμορφα πλεγμένα μαλλιά: «Ακούστε με που κάτι θέλω να σας πω, φίλες μου με τα χέρια τα άσπρα σαν τα κρίνα. Όχι δίχως τη θέληση των θεών που κατοικούν στον Όλυμπο αυτός ο άντρας ήρθε στους Φαίακες που 'ναι στην όψη ίδιοι με τους αθανάτους. Γιατί πρωτύτερα που τον είδα μου φάνηκε αξιολύπητος, μα τώρα μοιάζει με τους θεούς που ζούνε στον ουρανό…»
   
(Pierre Antoine Augustin Vafflard (1777-1837): Οδυσσέας και Ναυσικά (1821).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ζ, στίχοι 218 - 243]