Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Γιε μου, πώς ήρθες, ένας ζωντανός εσύ, στο σκοτεινό τον Άδη; (Οδ. Λ. 84 – 87 και 152 – 162).


(Ο Οδυσσέας, ακολουθώντας τις συμβουλές της Κίρκης, σαν φτάνουν στη χώρα των Κιμμερίων, σκάβει λάκκο, κάνει τις τελετουργικές χοές, σφάζει τα ζώα να χυθεί στο σκάμμα το αίμα τους, απ’ αυτό που θα πίνουν οι ψυχές των νεκρών για να του μιλήσουν. Μετά τον Ελπήνορα, βλέπει την ψυχή της μάνας του, κι αφού θ’ ακούσει τον Τειρεσία, να την πάλι, τώρα θα πιει κι εκείνη από το μαύρο αίμα των σφαχταριών.
Η αφήγηση συνεχίζει στο α' πρόσωπο, μιλάει ο Οδυσσέας.)

(84 – 87)
Και τότε ήρθε η ψυχή της νεκρής μάνας μου, η Αντίκλεια, η κόρη του γενναιόκαρδου Αυτόλυκου, που την άφησα ζωντανή όταν κινούσα για το ιερό Ίλιο. Την είδα και δάκρυσα και σφίχτηκε η καρδιά μου, όμως μόλο που πονούσα πολύ δε θα της επέτρεπα να πλησιάσει στο αίμα προτού ακούσω τις πληροφορίες που ζητούσα από τον Τειρεσία.

(152 – 162)
Έμεινα στη θέση μου, ακίνητος, μέχρι που ήρθε και ήπιε αίμα μελανό η μάνα μου. Με γνώρισε αμέσως και με δάκρυα και στεναγμούς μού είπε: «Γιε μου, πώς ήρθες, ένας ζωντανός εσύ, στο σκοτεινό τον Άδη; Είναι δύσκολο στους ζωντανούς να βλέπουνε τα πράγματα εδώ κάτω. Μεσολαβούν μεγάλα ποτάμια και φοβερά ρεύματα, και πρώτος ο Ωκεανός, που με κανένα τρόπο δεν μπορεί να τον περάσει ένας πεζός, εκτός κι αν έχει πλοίο με γερό σκαρί. Ή μήπως από την Τροία έφτασες τώρα ίσαμ' εδώ με το πλοίο και τους συντρόφους σου περιπλανώμενος για πολύ καιρό; Μη δεν πήγες ακόμα στην Ιθάκη; Μη δεν είδες ακόμα στο αρχοντικό σου τη γυναίκα σου;»

(Χρόνης Μπότσογλου (1941-): Μια προσωπική Νέκυια / Είδωλα καμόντων (1993-2000).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία λ, στίχοι 84 – 87 και 152 – 162]