Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Παραισθήσεις (Οδ. Μ. 391 – 396).


(Μετά κι απ’ τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, φτάνουν στο νησί του Ήλιου. Δεν πρέπει να σκοτώσουν τα βόδια ή τα αρνιά του ουράνιου θεού που τα βόσκουν οι κόρες του, η Φαέθουσα και η Λαμπετίη, -οι Φωτεινούλες, αν μεταφράζαμε τα ονόματά τους. Μα όταν οι θεοί θα κοιμίσουν με γλυκό ύπνο τον απομακρυσμένο στο εσωτερικό του νησιού Οδυσσέα, ο Ευρύλοχος θα ξεσηκώσει τους υπόλοιπους και πεινασμένοι θα σκοτώσουν τα καλύτερα από τα βόδια. Σύμφωνα με τις μαντείες του Τειρεσία και τις συμβουλές της Κίρκης, αυτό θα σημάνει το θάνατο των συντρόφων κι ότι ο Οδυσσέας, όποτε επιστρέψει, θα επιστρέψει μόνος και όχι με το δικό του πλοίο στην ιθάκη.
Η αφήγηση συνεχίζει στο α' πρόσωπο, μιλάει ο Οδυσσέας.)

Κι όταν κατέβηκα στη θάλασσα και στο πλοίο, τσακώθηκα με τον καθένα τους χώρια, μα πώς να βρούμε τρόπο να ξεγίνει το κακό -τα βόδια ήταν ήδη σκοτωμένα. Κι αμέσως ύστερα οι θεοί μάς φανέρωναν φοβερά σημάδια: τομάρια σερνόντουσαν, κρέατα στις σούβλες μούγκριζαν, ψημένα είτε ωμά μουγκάνιζαν σαν βόδια ζωντανά.
   
(Dame Elisabeth Frink (1930-1993), Η σφαγή των βοδιών του Ήλιου (1973), Tate Gallery.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία μ, στίχοι 391 – 396]